heart_tree

Του ήλιου τα παιχνιδίσματα πάνω στο μαξιλάρι, αιφνίδια τον ξύπνησαν… ύπνος τον είχε πάρει, τον δήμαρχο της πόλης μας, τον κύριο Παρτάκη Πάρη. Η πρώτη σκέψη του το τηλέφωνο που δεν είχε χτυπήσει, από τις 6:00 θα έπρεπε να τον είχε ξυπνήσει. Μέρα τόσο ξεχωριστή, να πάθει τέτοιο πράγμα; Χωρίς την παρουσία του εγκαίνια στο φράγμα;

Από πάνω του τινάζει τα σκεπάσματα και κάνει φασαρία, όταν ξαφνικά ανακαλύπτει πως το τηλέφωνο του είναι στο πάτωμα και χωρίς μπαταρία. Η ιδέα πως είναι δίχως κινητό του φέρνει παραζάλη, την μπαταρία ψάχνοντας να βρει, κάτω απ’ το κρεβάτι του σφήνωσε το κεφάλι. Η γυναίκα του από το πόδι τον τραβά μήπως και ξεκολλήσει, το πρόβλημα του όμως παρέμενε ακόμη χωρίς λύση. Όλοι το ξέρουν πως χωρίς τηλέφωνο στα χέρια του ποτέ δεν κάνει βήμα, γι’ αυτό υποψιάζεται πως μάλλον των αντιπάλων του αυτός έπεσε θύμα.

Δεν έχει ούτε λεπτό για χάσιμο, το ψάξιμο εγκαταλείπει, το είδωλο στον καθρέπτη που κοιτά, του φέρνει μόνο λύπη. Εν τάχει ευπρεπίζεται και άσπρο κοστούμι βάζει, μπαίνει στ’ αμάξι βιαστικός, σανίδωσε το γκάζι. Μόλις όμως περνάει απ’ το δρομάκι το στενό στην κύρια λεωφόρο, πέφτει σε μποτιλιάρισμα τρελό, αδύνατον να κινηθεί κανένα τροχοφόρο. Τα βάζει με την τύχη του που ρίχνει κούφια ζάρια, σήμερα παραδόξως κόλλησαν στο κόκκινο των δρόμων τα φανάρια. Οι οδηγοί τα νεύρα τους ξεσπούν στις κόρνες με μανία, στο πόδι ξεσηκώθηκε όλη η αστυνομία. Αποφασίζει ν’ αφήσει το αυτοκίνητο, να πάει με τα πόδια, της μέρας όμως συνεχίζονται τα απρόοπτα επεισόδια. Οι συμπολίτες του μόλις τον αναγνώρισαν επάνω του ορμάνε, να ξεδιαλύνει τα ανεξήγητα όλοι απ’ αυτόν ζητάνε. Πελαγωμένοι τον κοιτούν, ρωτούν με απορία, πως χάθηκε το κάθε τροφοδοτικό και η κάθε μπαταρία; Κακήν κακώς απ’ τον κλοιό των πολιτών μπόρεσε να το σκάσει και στην πόρτα του δημαρχείου τρέχοντας κατάφερε να φτάσει.

Ώσπου τον ιδρώτα που τον έλουσε να σκουπίσει απ’ τους κροτάφους, ζωσμένος βρέθηκε από δεύτερο κλοιό με δημοσιογράφους. Ένα δάσος από μικρόφωνα τον δρόμο του να φράζει, τα ερωτήματα βροχή, ο δήμαρχος μονάχα μια στιγμή έδειξε να διστάζει. Ένας κόμπος ανεβαίνει στον λαιμό, του δέθηκε η γλώσσα, αυτός που όταν για ένα τον ρωτούσαν, απάντηση τους έδινε σε τόσα κι άλλα τόσα. Μόλις όμως συνειδητοποιεί ότι και τα ΜΜΕ είναι εκτός λειτουργίας, ορθώνει το παράστημα με άψογη επίδειξη αυτοκυριαρχίας. Μάλιστα με την εικόνα των ρεπόρτερ να διαλαλούν στο ρόλο του τελάλη,

- Ακούσατεεε, ακούσατε !! Ο πολυχρονεμένος μας δήμαρχος είπε …

το χαμόγελο επέστρεψε στα χείλη του και πάλι. Με το ύφος αγέρωχο και στόμφο στη φωνή, ένα γνώριμο λογύδριο και πάλι εκφωνεί:

- Αγαπητοί μου, όλοι οι συμπολίτες μας θα πρέπει να γνωρίζουν, πως μετά από δική μου παρέμβαση προσωπική, όλα τα απαραίτητα μέτρα έχουν ληφθεί, που κάθε ομαλότητα πλέον διασφαλίζουν. Δεν συντρέχει πια λόγος κανείς για ανησυχία, άμεσα θ’ αποκατασταθεί κάθε υλική ζημία. Σας υπόσχομαι πως μόλις νεότερα υπάρξουν, αμέσως οι συνεργάτες μου νέο δελτίο τύπου θα συντάξουν…

Αυτά μόνο είπε και άλλη απάντηση δεν έδωσε καμία στα όσα οι δημοσιογράφοι ρώταγαν με τόση αγωνία. Ως το γραφείο του έφτασε μόλις και μετά βίας, εκεί από ώρα τον περίμενε ο διοικητής της αστυνομίας.

- Καλημέρα κύριε δήμαρχε.

- Φίλτατε μου, μία τέτοια μέρα μάλλον δεν τη λες καλή, μα καθίστε και στο θέμα ας περάσουμε άμεσα, μια και καλή.

- Έχετε δίκιο. Παντού στη πόλη ξεσπούν επεισόδια και μικροσυμπλοκές θα είδατε στους δρόμους φαντάζομαι αρκετές. Ο εχθρός παραμένει άγνωστος και οι πολίτες κάνουν απίθανες υποθέσεις, άλλοι μιλούν για ληστεία, άλλοι για πόλεμο ως και από εξωγήινους ότι δεχόμαστε επιθέσεις. Συρρέουν μαζικά στις τράπεζες να πάρουν τα λεφτά τους, μα και στα πολυκαταστήματα για «τ’ απαραίτητα τους».’ Φυσικά με τα ταμεία να είναι εκτός λειτουργίας, τα καταστήματα όλα είναι σε φάση αναγκαστικής αργίας. Φοβάμαι πως οι αστυνομικές δυνάμεις δεν επαρκούν για να συγκρατήσουν του πλήθους την οργή και για την ασφάλειά σας δεν μπορώ να εγγυηθώ, αν κάποια στιγμή ο όχλος στραφεί σε εσάς, απάντηση να βρει.

- Μην ανησυχείς φίλε μου, πίστεψέ με έχω κάμποση πείρα, στην πολιτική είναι καθημερινή η αναμέτρησή μας με του κόσμου την τσατίλα. Άλλωστε πιστεύω πως πολύ σύντομα θα έχουμε εξελίξεις, που θα μας φτάσουν στου σκοτεινού μυστήριου τις λύσεις. Εσείς τελικά ποιες πληροφορίες έχετε συλλέξει;

- Λυπάμαι κύριε δήμαρχε, αλλά το μόνο που είμαι σε θέση να σας πω, είναι πως πολύ άσχημα έχουμε όλοι μπλέξει …

- Μάλιστα, μάλιστα … είπε ο δήμαρχος κουνώντας το κεφάλι του, τα λόγια του διοικητή μεγάλωσαν τη ζάλη του.

Φυσικά τα εγκαίνια του φράγματος είχαν αναβληθεί, τι νόημα θα είχε η φιέστα άλλωστε δίχως την κάλυψη την τηλεοπτική.

Όλο το πρωί κόσμος μπαινόβγαινε στο δημαρχείο μαζί του να μιλήσει, όλοι είχαν ερωτήματα, όλοι ζητούσαν λύση. Είναι ίσως η πρώτη φορά που ο δήμαρχος κομπιάζει και η πρωινή ελπίδα του μοιάζει να ξεθωριάζει. Αργά το μεσημέρι ζήτησε μονάχος του να μείνει μισή ώρα, λίγη ηρεμία αναζητά, θέλει να είναι έτοιμος προτού ξεσπάσει η μπόρα. Τις πόρτες όλες έκλεισε, κάθισε στο γραφείο και το κεφάλι του ακουμπά στα χέρια του τα δύο. Ένας ήχος το βλέμμα του τράβηξε προς το τζάμι, απ’ έξω στέκει ένα πουλί και με το γαμψό ράμφος του ελαφρύ θόρυβο κάνει.

- Τικ, τικ, τικ …

- Χκμ … Τώρα εσύ μας έλλειπες !!! Σήκω, φύγε από ‘δω … ψιθύρισε ο δήμαρχος με τόνο νευρικό.

- Τικ, τικ, τικ … επέμενε το πουλί, το οποίο δεν ήταν άλλο, από τον Λόμπρη, τον γνωστό μας παπαγάλο.

- Ααααα !  έκανε ο δήμαρχος που του άναψαν τα αίματα, εμείς οι δυό πουλάκι μου, θα έχουμε μου φαίνεται, άσχημα ξεμπερδέματα.

Σηκώθηκε φουριόζος το παράθυρο ν’ ανοίξει, όμως το μάτι του έπεσε σε κάτι που γυαλίζει … αυτό που το πουλί τώρα με το ράμφος του κρατά, μπαταρία του θυμίζει … Έτσι το παράθυρο ανοίγει και …

- Μα τι στο καλό, τι είναι αυτό; φωνάζει με απορία.

- Δήμαρχε μου όπως ορθά το μάντεψες είναι μια μπαταρίααα !!!

είπε ο παπαγάλος με τη στριγκή φωνή του, εμβρόντητο αφήνοντας τον συνομιλητή του. Αν κρίνουμε από το ύφος του δημάρχου το σοκ πρέπει να ήταν δυνατό, τον παπαγάλο έμεινε να κοιτάζει με το στόμα ανοιχτό, για πάνω από ένα λεπτό. Μόλις βρήκε τη λαλιά του ξεφωνίζει με μανία και τον Λόμπρη κυνηγάει να στριμώξει στη γωνία.

- Πες μου πού; Πες μου και πότε; Και πως είναι δυνατόν; Δώσε μου την μπαταρία. Δεν μπορείς να μου ξεφύγεις, θα σε πιάσω στο λεπτό …

Ο παπαγάλος διάλεξε για να ‘χει σιγουριά, στης βιβλιοθήκης και έκατσε τα ράφια τα ψηλά και από κει πάνω άρχισε στον δήμαρχο κοφτά ν’ απαντά.

- Δήμαρχε μου έτσι που αγρίεψες σου γυάλισε το μάτι, καλύτερα ηρέμισε να μη μου πάθεις κάτι.

- Άτιμο πουλί, στα χέρια μου αν σε πιάσω … το κόκκινο λοφίο σου, πράσινο θα το βάψω.

- Μου φαίνεται μπερδεύτηκα και αντί στο δημαρχείο, στου Τρύφωνα πως βρέθηκα το ξακουστό κουρείο …

- Αχ … θα σε πιάσω, πού θα μου πας, και την φουντωτή ουρά σου θα στη δώσω να τη φας …

- Θα προτιμούσα φυσικά ηλιόσπορους πατέ, τα πιάτα που έχουν φτερά δεν ταιριάζουν στα γούστα μου, είναι πολύ gourmet

- Γκρρρ …

- Κύριε δήμαρχε ηρέμισε γιατί κακό θα πάθεις … άκουσε προσεχτικά αυτά που θα σου πω, κάτι μπορεί να μάθεις. Η παρουσία μου εδώ σας λέω δεν είν’ τυχαία, προσφάτως μου ανατέθηκε αποστολή σπουδαία. Αν όλα όσα χάθηκαν σήμερα το πρωί θέλετε να τα βρείτε, πρέπει μόνος σας να με ακολουθήσετε και να μ’ εμπιστευτείτε. Το μόνο στοιχείο που μπορώ να σας αποκαλύψω τώρα, είναι πως στο δάσος πρέπει να πάμε γρήγορα, πριν να περάσει πολύ η ώρα.

- Τι τρέλες είναι πάλι αυτές, στο δάσος θες να πάμε; Ρίξε μια ματιά στις ουρές απ’ τ’ αυτοκίνητα, ρούπι δεν το κουνάνε.

- Δήμαρχέ μου προσωπικά το αυτοκίνητο τ’ αποφεύγω, ξέρεις … ανά πάσα στιγμή κουνάω φτερά και φεύγω.

- Ο μόνος τρόπος σίγουρα φτερά για ν’ αποκτήσω, είναι την φουντωτή σου την ουρά να μου επιτρέψεις να μαδήσω.

- Την όμορφή μου την ουρά ήσυχη να αφήσεις και το πρόβλημά σου της μετακίνησης, κοίταξε σύντομα να το λύσεις. Στην πίσω πόρτα του δημαρχείου θα πάω τώρα να σε περιμένω λίγο και αν μονάχος σου δεν έρθεις, στο λέω πως θα φύγω.

Αυτά είπε και με ένα φτερούγισμα βρήκε την ευκαιρία απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο να βγει, μαζί του πάλι παίρνοντας πίσω την μπαταρία.

Ο δήμαρχος δεν συνήθιζε στα δύσκολα να δειλιάζει και ο παπαγάλος τον έπεισε πως κράταγε την άκρη ενός κουβαριού που ίσως κάπου βγάζει. Άλλωστε αν κατάφερνε αυτόν τον γρίφο μόνος του να τον λύσει, την δημοτικότητά του θ’ απογείωνε και τον κάθε του αντίπαλο θα είχε διαλύσει. Έτσι αποφάσισε να κάνει χρήση μιας ποδηλατομηχανής, που την είχε για να κινείται σε ώρες κυκλοφοριακής αιχμής. Κάτω από το κράνος κρύφτηκε και χρόνο δεν χάνει άλλο, στην πίσω είσοδο συνάντησε τον Λόμπρη, τον παπαγάλο.

 

_

γράφει η Βάσω Κώστογλου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!