Select Page

Η άρνηση

Η άρνηση

 

 

boskainos_september_2015

Φωτογραφία: Yiannis Avrameas

O Γέρος άνοιξε τα μάτια του, μούσκεμα στον ιδρώτα...

Πνιγόταν.

Τίναξε το σεντόνι απ' τη μούρη του και τα 'βαλε με τη Γριά του, που το νε φάσκιωσε έτσι δα.

Σηκώθηκε με παράταιρη και ξένη για τα χρόνια του ευκολία, καθιστός στο προσκέφαλο και την είδε να κωλοκάθεται σε μια καρέκλα απέναντι, σκυμμένη κι ακίνητη.

"Σε πήρε ο ύπνος όρθια μωρή; Πήγα να σκάσω έτσι με το σεντόνι στα μούτρα..."

Δεν του αποκρίθηκε.

Δε σάλεψε καν.

Την κοίταξε κουνώντας το άτριχο κεφάλι του απαξιωτικά. Μόλις είδε ότι συνέχισε να κοιτάζει στο άπειρο, της έστειλε και... πέντε φάσκελα να 'χει παρέα.

Είδε πεταχτά το ρολόι στον τοίχο... κόντευε πεντέμισι... Άργησα σκέφτηκε... και τα τρυγόνια δεν περμένουν Αυγουστιάτικα.

Αν εκείνη ακριβώς τη στιγμή, γυρνούσε κι έριχνε έστω μια ματιά στο κρεβάτι θα το 'βλεπε... γεμάτο... με την αφεντιά του να κοιμάται τον... Αιώνιο Ύπνο ακόμα κάτω απ το σεντόνι.

Με σβέλτες κινήσεις... σα σκιά... νίφτηκε και ντύθηκε στα πράσινα τα κυνηγετικά του... Ζαλώθηκε το δίκαννο και δυο κουτιά φυσίγγια που χε φυλαγμένα καιρό, αγορασμένα απ' του Καπέτη και πήρε δρόμο.

Ούτε νερό, ούτε καφέ σήμερα... δε δίψαγε.

Πήγε στην κοκορεβιθιά, πιο κάτω από του Κούτρου το σπίτι κι έκατσε να βλέπει την Ανατολή κάτω απ τη σκιά της...χαμογελούσε σα παλαβός... ένοιωθε δεκαοχτώ χρονώ παλληκαράκι σήμερις.

Κατά τις έξι, πήρε να βαράει η καμπάνα της Υπαπαντής στη Μάλτα...Νταν - Νταν - Νταν... αργά και πένθιμα... σχεδόν λυπητερά...

"Ό - μπόοοο αναστέναξε... κάποιος έφυγε πάλι... ρε τον έρμο..."

Τράβηξε κατά τον Αι Γιώργη, όπλισε το δίκαννο και περπατούσε αλαφρά.

Έπιασε κι ένα τραγουδάκι ψιθυριστά..."Κάποτε ήμουνα πουλί και μ αγαπούσανε πολυυυυ... τώρα εεεεεγινα αηδόνι και κάνεις δε με ζυγωνειιιιιιιι τώρα μου κοοοοοψαν τα φτεραααααααα κλαι περπατωωωω λυπητ"...

ΜΠΑΜ...

Γέμισε πούπουλα ο ουρανός... τα σκάγια βρήκαν το τρυγόνι κατάστηθα κι έπεσε ξερό μπρος στα πόδια του.

Βάρεσε κάνα δυο ακόμα...

σιγά τ αρμάθι σκέφτηκε κι είπε να γυρίσει...

ζύγωνε απομεσήμερο κι ήθελε να μην αφήσει άλλο μόνη τη Γριά... θα τρώγανε μαζί σήμερα, θα 'ξερε να του πει και για το θανατικό.

Ξάφνου άκουσε ομιλίες πίσω από ένα μεγάλο φρύγανο... είδε και πράσινα ρούχα σαν και τα δικά του... δυο κυνηγοί με κάτι αρμάθια, ίδια τσαμπιά με μπανάνες,... ν’ ακουμπάνε στο πάτωμα... ντράπηκε κι έκανε να κρύψει το δικό του...οι κυνηγοί κάπνιζαν και γελούσαν… καθισμένοι σ ένα βράχο για ξεκούραση είχαν πιάσει την ψιλή.

Νόμιζε ότι το νε γελούν τα μάτια του... Ο Γιώργης ο Μοσχολέας με το κολλητάρι του τον Πότη τον Μποσκαΐνο... πεθαμένοι και οι δύο... δεκαετίες, μπρός του τώρα δα... ολοζώντανοι όπως τους θυμόταν, δυνατοί κι ακμαίοι... ο Πότης κάποιο χωρατό έκανε για τ' αρμάθι του γέρου κι ο Γιώργης είχε κατεβάσει το κασκέτο του να κρύψει το γέλιο του... εκείνο το γέλιο που 'κανε πάντα τα μάγουλά του να κοκκινίζουν και τα μάτια του να λάμπουνε από χαρά... Προσπέρασε κι έκανε ότι δεν τους είδε... (τι να ιδεί και τι να πει; μιλάνε τα φαντάσματα;)

Πάνω στο ξάφνιασμα και στη σαστιμάρα του, άκουσε πάλι το Μποσκαΐνο με τη βροντοφωνάρα του... "Τρυγόνια είν' τούτα ρε μπάρμπα Μήτσο ή τ' αρχίδια σου που κρέμασαν;" και να τα γέλια και τα δυνατά χτυπήματα των χεριών στα παντελόνια...

Έκανε ολόκληρο κύκλο να τους αποφύγει γυρίζοντας.

Χάιδευε την καράφλα του να ιδεί αν ήτουνα ζεστή... καμιά ηλίαση θα 'παθα όρε σκέφτηκε... Στο καντούνι απάντησε άλλο ένα δίδυμο... Μπα σε καλό μου σήμερα... ο Γερο Πετρούνης με τη μαγκούρα του, περπατούσε σκυφτός κι έσερνε πίσω του, το γάιδαρο του, το Μισεμέλη. Πα στο Γάιδαρο ο αδελφός του Ο Γιώργης, - αν είναι δυνατόν - με σκούρο κοστούμι, πουκάμισο και γραβάτα, κοιτούσε μ εκείνα τα διαπεραστικά γαλάζια μάτια του, γελαστός μα μ' εκείνο το βλέμμα που δεν ήξερες αν θα γελάσει και θα σε καλοπάρει, ή θα σ' αρχίσει στις Παναγίες...

Μακαρίτες και οι δυο τους από χρόνια κι όμως.... ανάθεμα κι αν είναι έτσι οι πεθαμένοι... έσφυζαν από Ζωή... ο Πετρούνης καθάρισε το λαιμό του κι έφτυσε ένα κοσάρι καταγής δίχως να σηκώσει το κεφάλι κι ο Γιώργης συνέχισε να κοιτάζει το μπάρμπα Μήτσο με εκείνο το σαρδόνιο χαμόγελο... "Καλώς τον μας" του φάνηκε ότι του ψιθύρισε κάποια στιγμή κι εκείνος... μπουχός... άνοιξε βήμα... όπου φύγει - φύγει...

Πάτησε τη δημοσιά, πίσω από του Κοτά... κι εκεί χάμω στις αγριοσυκιές, στο πέταλο, είδε μια μορφή στα άσπρα... εκεί ο Γέρος τα χρειάστηκε... μια ξανθιά κοπέλα χόρευε ξυπόλυτη μ ένα φόρεμα λευκό, που φώτιζε και σπίθιζε από τον Ήλιο...τόσο που το νε πόναγαν τα μάτια του... Θεέ και Κύριε... η μακαρίτισσα η Σιμόν ρειιι... η Γερμανίδα... "Πίσω μάγισσα μη στην ανάψω" ψέλλισε αυθόρμητα - φοβήθηκε όπως ερχόταν κατά πάνω του και δεν ήξερε πως να την αποφύγει...

Εκείνη πλησίασε άφοβα και σήκωσε τις κάννες να κοιτούν το λευκό της πρόσωπο... τον κοίταξε με τα πράσινα, σα σμαράγδια, μάτια της κι έβαλε δυο μαργαρίτες στις κάννες, μία στην κάθε μια. Αμέσως, συνέχισε το ακατάληπτο τραγούδι και το στριφογυριστό της χορό, πιότερα κεφάτη από πριν. Νέα κι αφράτη σαν Αερικό... έφυγε μακριά του όπως ξαφνικά πριν χρόνια... απ’ τη Ζωή.

Κοίταξε το παντελόνι του με τρόπο... ήταν περιέργως στεγνό... και νόμιζε ότι του φύγανε από το φόβο... Άιντε να με πιστέψει η Γριά σκέφτηκε...

Πέρασε κατόπιν μια μηχανή και κοντοστάθηκε...ένας νεαρός ντυμένος όλα τ απαραίτητα έβγαλε το κράνος του και τον χαιρέτησε δια χειραψίας... Αθηναϊκά..."Καλώς ήρθες Μπάρμπα Μήτσο" του πε..."ο Πέτρος ο Μηλιώνης είμαι... του Βάσσου ο Γιος"... και χαμογέλασε με εκείνο το πάλλευκο κι αληθινό του χαμόγελο που δείχνε όλη την καλοσύνη και την ευγένεια που 'χε στην ψυχή του.

"Πίσωωωω πίσωωω" συλλάβισε ξεψυχισμένος ο Γέρος… το μυαλό του συνέχισε να του μιλά… ο Πετράκης... έφυγε πριν από λίγα χρόνια... δυο μέτρα παλληκάρι - αν υπάρχει Θεός - ...κι εδώ... να... νάτος ολοζώντανος όπως τότε... κι αυτό το καλωσήρθες... πολύ του κακοφάνηκε του γέρου τούτο το καλωσήρθες... "Που καλώς ήρθα μωρέ; στο χωριό μου;" Φώναξε τρομαγμένος μα και τσαντισμένος συνάμα.

Μπλάβιασε τα μπράτσα του να τσιμπιέται... ρε μπα και κοιμάμαι ακόμα…;"Ξύπνα με μωρή Παλιόγρια αν μ ακούς... Ξύπνα με γαμώ το καντήλι σου"...

Πάνω στη ζάλη του άκουσε ένα φορτηγό κι έκανε στην άκρη... Τ' άφησε να πλησιάσει κρυμμένος πρόχειρα πίσω από μια ελιά. Το φορτηγό οδηγούσε ο Κώστας ο Καργάκος ο ξυλουργός, με συνοδηγό τ' αδέρφι του το Νίκο. Φρέναρε απότομα να τρομάξει το "φορτίο του". Πάντα του χωρατατζής... Κατέβηκε γελώντας από το τιμόνι κι άνοιξε την πόρτα της καρότσας... "Έλα και φτάσαμε ρεεεεεεειιιιιιιιιιιιιιιιιι"... φώναξε στο "φορτίο του" μ εκείνη τη στριγκή και διαπεραστική του φωνή που όλοι θυμούνται ακόμα.

Ο Γέρος... συνήθισε ( μ' αυτή την άρρωστη συνήθεια που ακολουθεί πάντα το πρώτο ξάφνιασμα σ' όλα, σ' αυτή τη ζήση) να βλέπει μακαρίτες... οπότε ο Κώστας με το Νίκο δεν το νε σκιάξανε τόσο... ίσα - ίσα, και πιο κοντά στην ηλικία του ήτουνα - ίσως και που δεν τον είχανε ιδεί, εκεί κρυμμένο, έκατσε και τους τήραγε.

Εκείνο που ακολούθησε όπως... παραήτανε πια... άρχισαν να πηδάνε ανάλαφροι όμοιοι με αχνές αναμνήσεις, από την καρότσα του φορτηγού, όλοι οι παλιοί κάτοικοι του χωριού που χάθηκαν εδώ και χρόνια... Πρώτοι - πρώτοι τα Μοσχολάκια, ο Μπάρμπα Ντίνος με τη θεια Τασία που πήδηξαν κάτω... ξεσκονίστηκαν και βοήθησαν τους υπόλοιπους να κατέβουν..."Άντε βρε αδερφέ και μεσημεριάσαμε..." φώναξε ο Μπάρμπα Ντίνος ευθυτενής πίσω από τα γυαλιά του... με ύφος αρκούντως σοβαρό για την περίσταση... ακoλούθησαν ο Μπάρμπα Θάνος με τα ψαρά του μαλλιά να εξέχουν από την καλή του την τραγιάσκα με τη θεια Ρουμπίνη, κοντή, αφρατούλα και γελαστή, ο Λιάς ο Μοσχολέας με τον γαμπρό του το Γιώργη τον Κατσαούνη, ο Πότης ο Τσουπαράς, ο Γιώργης ο Μπάκας με τα γαλανά ματάκια του χαμογελαστός, ο Σωτήρης ο Ψαρέας, οι αδερφοί Σταθέα, ο Βασίλης ο Κουρούπης ο Πρόεδρος, μ' εκείνο το ύφος του, που πάντα είχε κάτι από Βρετανικό φλέγμα κι ας μην είδε την Βρετανία ούτε ζωγραφιστή ποτέ του, ο Αδερφός του ο Λιάς με το Σταύρο το Γελασέα, ο Μπαρμπα Γιώργης ο Κομηνέας, ο μπάρμπα Βαγγέλης ο Παναγιωταρέας γελαστός με τη φυσική του ευγένεια, ο Γέρο Κουκής ο Κονταλώνης, ως κι ο μπαρμπα Αρίστος ο Ρέβας με το Γιώργη το Μελιδωνέα... κι όλο και πιο νέα παιδιά στο κατόπι τους, ο Τάσος ο Μπαρούνης του Άγγελου ο αδερφός, ο Πότης ο Μοσχολέας ο Βορώλης, ο Μήτσος ο Κομώλης ο Μπάκας κι ο Κώστας ο Τσίγκος ο Ψαράς... όλοι τους χαμογελαστοί... ίσα με τριάντα νοματαίοι ντυμένοι στα καλά τους και στα επίσημα... οι δε κυρίες ελάχιστες και στα μαύρα.

Τελευταίοι πήδηξαν από το φορτηγό ο Τάκης και η Άννα η Μπάκα. Και οι δυο φορούσαν ποδιές νοσοκομείου... εκεί βλέπεις έσβησαν και τα δυο... στα νιάτα τους επάνω.

Ο Μπαρμπαμήτσος τα χε χαημένα... δεν ήξερε αν έπρεπε να κλάψει από συγκίνηση ή να γελάσει από χαρά. Ήταν μια εικόνα παράταιρη κι αφύσικη για τον κόσμο των ζωντανών, άτομα από διαφορετικές γενιές που πέθαναν από διάφορες αιτίες, άλλοι νέοι και ξαφνικά, άλλοι πιότερο τυχεροί από φυσικό γήρας... όλοι μαζί όπως τους θυμόταν στα καλά και δυνατά τους... κι όλοι μαζί αντάμα, ένα μπουλούκι... για κάπου τραβούσαν.

Άφησε την πομπή να φύγει κι ακολούθησε αρκετά μέτρα παρά πίσω ίσα με το νεκροταφείο της Μάλτας.

Εκεί τον περίμενε το μεγαλύτερο σοκ απ όλα τα διαβολεμένα που του τύχανε σήμερα. Μια άλλη πομπή, από ζωντανούς αυτή τη φορά, ενώθηκε με την πρώτη και κατεβήκαν αργά και με κατάνυξη προς το νεκροταφείο. Τέσσερα παλληκάρια έκλεισαν το καπάκι από το φέρετρο και το κατέβασαν στη γη. Οι ζωντανοί έδωσαν το ύστατο χαίρε και γύρισαν να ευχηθούν στους κοντινούς συγγενείς. H πομπή των πεθαμένων χωρισμένη σε μικρά πηγαδάκια των τριών - τεσσάρων ατόμων σκόρπισαν τριγύρω και κοιτούσαν και σχολίαζαν τα μνήματα... ίσως και τα δικά τους.

Είχε ταμπουρωθεί πίσω από τη μάντρα του Πάνου του Κουρέα του Γιατρού κι έβλεπε από εκεί ασφαλής, αλλά όχι τόσο καθάρια λόγω της απόστασης, τα τεκταινόμενα.

Όταν αραίωσε ο κόσμος, είδε την γυναίκα του στα μαύρα να την ασπάζονται οι περσότεροι απ' όσους είχαν απομείνει... Πλησίασε κι έστησε αυτί... "Καλός Άνθρωπος ο Μπαρμπαμήτσος Θεια Μαρία", "Να σαι γερή να τον θυμάσαι " κι άλλα τέτοια πρέποντα.

Το ψυλλιαζόταν και νωρίτερα μα τώρα, ήταν σίγουρος πια...κείνος ήταν ο πεθαμένος... για κείνον βάραγε η καμπάνα από το πρωί, γι αυτό και τον καλωσορίζανε οι πεθαμένοι μια γύρα, στη βόλτα του.

Ξάφνου συννέφιασε βαριά σ' ότι μπορεί κανείς να πει... μέσα του...

Έξω του, ένα σμήνος από τρυγόνια σκοτείνιασαν τον ουρανό..εύκολη λεία μα τα χέρια αγκυλωμένα και ξερά... έκανε μια και γρύλισσε σα ζώο... "Όχι ρειιιιιιιι" φώναξε... "Όχι ΠΟΤΕ..."

Γύρισε κι άρχισε να σέρνει την ψυχή του κατά το κάστρο της Ζαρνάτας...

Έμεινε κει... μερόνυχτα τρία... δίχως φαί και νερό - τι να τα κάνει;

Μέχρι και στα μνήματα κατέβηκε δυο νύχτες απανωτές και διάβασε τ όνομά του στη μαρμαρόπλακα... να το χωνέψει...

Μπααααα...

"Όχι... Ποτέ…"

Η Ψυχή του αρνιότανε... εκείνο το γινάτι του εν ζωή, δεν τον άφηνε ούτε νεκρός να γαληνέψει...

Αλαφροΐσκιωτος από πάντα...

Έγινε Καστριανός και δεν δέχτηκε να βρίσκεται ούτε με τους ζωντανούς (πιο το νόημα;) ούτε με τους πεθαμένους κι ας τους αγάπαγε... πολύ μερικούς.

Εκείνος το δικό του βιολί...

Μόνος του... στη Μέση... απ' τη Ζωή και το Θάνατο...

---

Λένε στο χωριό πως αν ακούσεις την καμπάνα της Μάλτας να βαράει πένθιμα τον Αύγουστο και είσαι κατά το Κάστρο μπορεί να τον ιδείς να περπατά σκυφτός πίσω απ τα λιόδεντρα, ντυμένος στα χακί με το δίκαννο και το κασκέτο του...

Κάποιοι στο καφενείο ορκιζόντουσαν προψές ότι τον είδαν...

 

_

γράφει ο Δημήτρης Π. Μποσκαΐνος

 

 

_____

σημειώσεις του Συγγραφέα

  1. ο Γέρος της ιστορίας και η γυναίκα του είναι πρόσωπα φανταστικά. Κάθε τοποθεσία και κυρίως κάθε όνομα πρόσωπο και παρατσούκλι είναι αληθινά. Το συγκεκριμένο διήγημα αποτελεί μικρό φόρο τιμής μου, στους φίλους που χάθηκαν νωρίς και κάποιοι έχουν αναφερθεί στην ιστορία με την εικόνα και τ αποτύπωμα που έχουν αφήσει στη δική μου ψυχή και μνήμη. Εξ άλλου όπως λέω πολλάκις πεθαίνει στ αλήθεια κάποιος όταν τον ξεχάσουν και τους ανθρώπους μας δεν τους ξεχνάμε ποτέ.
  2. Μάλτα: Όμορφος οικισμός του Χωριού "Σταυροπήγιο" του Δήμου Δυτικής Μάνης στο Νομό Μεσσηνίας
  3. Κάστρο Ζαρνάτα: http://www.mani.org.gr/kastra/kzarnatas/kastro_zarnatas.htm
  4. Κοκορεβιθιά (pistacia terebinthus) Είναι φυλλοβόλο δέντρο ή θάμνος, με έντονη οσμή ρητίνης. Φθάνει μέχρι τα 9 μ. ύψος και 6 μ. διάμετρο.

 

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

13 Σχόλια

  1. drmakspy

    Απλά υπέροχο και σουρεάλ…. Κάτι ανάλογο είχα γράψει κάποτε…. Το “Μια μέρα κάπου στο Λονδίνο” που δημοσιεύθηκε στο project One Story…
    Κι εκείνο έχει σαν βάση μια αληθινή ιστορία από πίσω… Συγκινητική η άρνηση του γέρου να παει με υους πεθαμένους… Δυνατές περιγραφές, ωραία πένα! Μπράβο… Μια ιστορία που θα μου μείνει…

    Απάντηση
  2. Μαρία Φουσταλιεράκη

    Δεν εντυπωσιάστηκα μόνο που έγραψες μια ευφάνταστη ιστορία Δημήτρη.
    Είναι που με την πένα σου καταφέρνεις να συμφιλιώσεις εμάς τους ζωντανούς με τους ακόμα πιο “ζωντανούς” πεθαμένους μας που αγαπάμε και μας λείπουν.
    Σκηνές προσεχώς μιας αιωνιότητας καλόβολης και αισιόδοξα κατανοητής.

    ΑΠΛΑ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ!!!!

    Απάντηση
  3. Thanmos

    Πάρα πάρα πολύ καλό!
    Πλέον φαίνεται ότι έχεις σπάσει κάποιο φράγμα, και “μπορείς” πολλά…

    Και εις ανώτερα…

    Απάντηση
  4. Ανώνυμος

    πολύ καλο!!!!!!!!!!!!!!!!!!

    Απάντηση
  5. Ανώνυμος

    Απλά με δύο λόγια ένα καταπληκτικό!

    Απάντηση
  6. Άννα Ρουμελιώτη

    Εξαιρετικό!!!!!!!!!Το απόλαυσα!!!!!

    Απάντηση
  7. Ανώνυμος

    Διαβάζοντάς το, το μυαλό μου πήγε πίσω 22 χρόνια(!) και θυμήθηκα ένα Δημήτρη γεμάτο ενέργεια, θέληση για δημιουργία χωρίς τον φόβο της αποτυχίας, ίσως γιατί μέσα σου να πίστευες ότι ακόμη και αν αποτύχαινες η επιτυχία ήταν ένα βήμα ακόμη πιο κοντά! Χαίρομαι που σήμερα αυτός ο Δημήτρης συνεχίζει να υπάρχει και να μας χαρίζει αποστάγματα της δημιουργικότητάς του. Συνέχισε με αυτήν την υπέροχη νοοτροπία και τίποτα δεν θα σου αντισταθεί. ΣΥΓΧΑΡΗΤΗΡΙΑ!!!

    Απάντηση
  8. Maria Nikolaidou

    H ιστορία πολύ όμορφα δοσμένη, με έντονα βιωματικά στοιχεία από τον τόπο σου, με εικόνες και λέξεις από μια νοσταλγημένη καταγωγή, με φιγούρες ανθρώπων που ζωντανεύουν μπροστά σου. Δεν είναι τόσο η ιστορία που με συνεπήρε όσο ο τρόπος που ‘ανακατώνεις’ τα χρώματα και ‘ζωγραφίζεις’ με την πένα σου κομμάτια της ελληνικής επαρχίας.

    Απάντηση
  9. Γιάννης

    συγχαρτήρια για τη γραφή και την περιγραφή της ιστορίας σου Δημήτρη…)

    Απάντηση
  10. Angeliki Marinou

    Μπράβο Δημήτρη. Λυρικό, ομορφογραμμένο, ανθρώπινο. Πραγματικά το απήλαυσα…και…κάποιον απ΄τους νεκρούς σου τον ήξερα κι εγώ…

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Εγγραφείτε στο newsletter

Ακολουθήστε μας!

Ακόλουθοι

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Έλληνες εκδότες

Έλληνες εκδότες

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!