γράφει η Βάλια Καραμάνου

Στον χώρο της λογοτεχνίας έχουν αναπτυχθεί κάθε είδους σχέσεις, ειδικά όταν οι άνθρωποι βρίσκονται σε σημαντικό στάδιο της ζωής τους, όπως αυτό της μοναξιάς, του πένθους ή της ανεπιτήδευτης πρώτης φιλίας. Μάλιστα, οι σχέσεις αυτές συχνά δεν απαντώνται αποκλειστικά ανάμεσα στους χαρακτήρες των έργων, αλλά και στα ζώα, που συχνά γίνονται πιο δεκτικοί αποδέκτες των ανθρώπινων συναισθημάτων. Χαρακτηριστικά παραδείγματα του ισχυρού δεσμού ανάμεσα στον άνθρωπο και στο ζώο, αποτελούν τα παρακάτω έργα:

  1. Ο καημός” – Αντόν Πάβλοβιτς Τσέχωφ (1885): ο αμαξάς Ιωνάς Ποτάποφ στέκεται παγωμένος μέσα στην άμαξά του, που οδηγεί η αγαπημένη του φοράδα, περιμένοντας κούρσα. Σουρουπώνει και το χιόνι πέφτει πάνω του, αυτός όμως έχει έναν ακόμα πιο ισχυρό λόγο να νιώθει παγωμένος: τον πρόσφατο θάνατο του μικρού γιου του από πυρετό. Συντετριμμένος, αλλά ωστόσο αναγκασμένος να δουλεύει μέσα στην παγωνιά, αισθάνεται την ανάγκη να εξομολογηθεί τον καημό του σε κάθε επιβάτη που ανεβαίνει στην άμαξά του: «Ξέρετε, αφέντη, να… πέθανε ο γιος μου αυτή τη βδομάδα.— Χμ!… Και από τι πέθανε; Γυρίζει με όλο του το σώμα προς τον επιβάτη και λέει: — Και ποιος το ξέρει! Φαίνεται από θέρμες… Τρεις μέρες ήταν στο νοσοκομείο, και πέθανε… Θέλημα Θεού», εξομολογείται σ’ έναν αξιωματικό, που ωστόσο αδιάφορος νοιάζεται μόνο να φτάσει γρήγορα στον προορισμό του. Το ίδιο συμβαίνει και με την επόμενη κούρσα τριών γλεντζέδων που απαντούν στον ίδιο τόνο: «Όλοι θα πεθάνουμε…, αναστενάζει ο καμπούρης, σκουπίζοντας τα χείλη ύστερα από το βήχα». Άλλη μια απέλπιδα προσπάθεια προσέγγισης κάνει ο Ιωνάς σ’ έναν νεαρό επιβάτη, που όμως τελικά αποκοιμιέται ακούγοντάς τον: «Παράξενη υπόθεση, ο θάνατος έκανε λάθος στην πόρτα… Αντί να ‘ρθει σε μένα, πήγε στο γιο… τα μάτια του Ιωνά με ανησυχία ψάχνουν βασανιστικά ανάμεσα στο πλήθος που πηγαινοέρχεται στις δυο πλευρές του δρόμου. Δε θα βρεθεί, λοιπόν, μέσα σ’ αυτές τις χιλιάδες τους ανθρώπους έστω και ένας που να θέλει να τον ακούσει με προσοχή; Αλλά οι άνθρωποι τρέχουν, χωρίς να προσέχουν ούτε αυτόν ούτε τον πόνο του… Ο πόνος του είναι πολύ μεγάλος, δεν έχει όρια. Αν έσπαζε το στήθος του Ιωνά και ξεχυνόταν από μέσα του ο πόνος, του φαίνεται ότι θα πλημμύριζε όλο τον κόσμο. Όμως κανένας δεν τον βλέπει». Ο Ιωνάς συντετριμμένος καταλήγει στον στάβλο με την φοραδίτσα του και – καθώς την φροντίζει- νιώθει πως επιτέλους βρήκε τον πιο πρόθυμο ακροατή, με τον οποίο θα μοιραστεί τον αβάσταχτο πόνο του: «— Έτσι, λοιπόν, αδερφούλα, φοραδίτσα… Δεν υπάρχει πια ο Κοσμάς Ιόνιτς… Μας άφησε χρόνους… Πέθανε άδικα… Τώρα, ας πούμε ότι έχεις ένα πουλαράκι, κι εσύ είσαι η αγαπημένη του μητέρα… και ξαφνικά, ας πούμε, αυτό το μοναδικό πουλαράκι μας αφήνει χρόνους… Δε θα ήταν πραγματικά λυπηρό; Η φοραδίτσα μασάει, ακούει και ανασαίνει μέσα στα χέρια του αφεντικού της. Ο Ιωνάς συναρπάζεται και της τα διηγείται όλα…»
  2. «Ο μπαρμπα-Γιάννης κι ο γάδαρός του» του Αργύρη Εφταλιώτη (1894): Ο μπάρμπα Γιάννης, ένας φτωχός χωρικός με μοναδικό βιος ένα μικρό περιβόλι, δένεται άρρηκτα με τον ακούραστο σύντροφό του τον Ψαρό, έναν υπομονετικό γαϊδαράκο. Ο Ψαρός για τον φτωχό αγρότη δεν είναι απλά ένα μεταφορικό μέσο, που στο σαμάρι του φορτώνει τα αγαθά του ή σέρνει το μαγγανοπήγαδο, αλλά ο μοναδικός και αχώριστος σύντροφός που του έχει απομείνει: «Κατάντησε μπαρμπα-Γιάννης και Ψαρός να είναι ένα πράμα. Μαζί τρώγανε, μαζί περπατούσανε, μαζί κοιμούνταν. Έξω, έξω στην άκρη του χωριού, ο μπαρμπα-Γιάννης στο καλύβι ολομόναχος, ο Ψαρός στην αυλή. Έβγαινε ο μπαρμπα-Γιάννης στην πόρτα του πρωί πρωί, κι η πρώτη του καλημέρα ήτανε στον Ψαρό. Γύριζε τότες ο Ψαρός το κεφάλι κατά τον αφέντη του, σάλευε τ’ αυτιά του με λαχτάρα κι αγάπη, και τον κοίταζε με μάτια πανώρια, μάτια που μπορούσε κι η πιο μαυρομάτα κοπέλα να τα ζουλέψει». Η σχέση τους είναι πανίσχυρη και πολύ τρυφερή μέσα από τις καθημερινές δυσκολίες, «ηρωικός γάδαρος ο Ψαρός, διακριτικός αφέντης ο μπαρμπα-Γιάννης. Γι’ αυτό έζησε ο Ψαρός και χρόνια πολλά, και τον ωφέλησε τον αφέντη του, όσο γάδαρος άνθρωπο ποτές δεν ωφέλησε». Ωστόσο, αυτή η τρυφερή φιλία/ σχέση ζωής θα τελειώσει τραγικά μια ζεστή μέρα, κατά την οποία ο Ψαρός φορτωμένος σταφύλια ανεβοκατεβαίνει το βουνό και τελικά σωριάζεται ανήμπορος στο έδαφος: «Κι έκανε ο Ψαρός να τρέξει γληγορότερα, μα τα πόδια του έτρεμαν, ήταν κατεβασμένα τ’ αυτιά του, και γόγγυζε. Εκεί που γόγγυζε κοντοστέκεται, λυγίζουν τα γόνατά του, πέφτει κάτω, η άσπρη κοιλιά του στον ήλιο, τα πόδια του στον αέρα, τα κοφίνια με τα σταφύλια από πίσω του. Έτρεξε ο μπαρμπα-Γιάννης κατατρομασμένος, πρώτη φορά που πάθαινε τέτοιο πράμ’ ο Ψαρός. Άρχισε να ξελύνει του σαμαριού το λουρί, που του παράσφιγγε την κοιλιά του Ψαρού, και του ‘κοβε την αναπνοή. Το ‘σκισε το λουρί με το μαχαίρι του, παραμέρισε το σαμάρι όσο μπορούσε, ύστερα παίρνει το καπίστρι, και τραβάει τον Ψαρό να τόνε σηκώσει. — Έλα γέρο μου, σήκω καημένε, σήκω κι έχουμε τρία ταξίδια ακόμα. Σήκω και θα ‘χεις και κριθάρι απόψε. Σ’ αξίζει, καημένε. Σήκω. Ψαρέ μου!» Ανήμπορος ο μπαρμπα- Γιάννης να συνεφέρει τον Ψαρό σωριάζεται δίπλα του κατατρομαγμένος στην σκέψη πως θα χωριστούν, πως αυτό είναι το τέλος. Και δυστυχώς δεν είχε άδικο, αυτό ήταν το τέλος όχι μόνο του γαϊδαράκου, αλλά και το δικό του, μια και η μοίρα δεν θέλησε να τους χωρίσει ούτε στον θάνατο: «Μάζεψε τη στερνή του δύναμη κι άπλωσε ο γέρος το χέρι του. Έπεσε βαριά το χέρι απάνω στον άψυχο το λαιμό του Ψαρού. Έμεινε καθώς έπεσε το χέρι, έμεινε κι ο γέρος ασάλευτος, αμίλητος, αξύπνητος. Τίποτις δεν έφεγγε πια μέσα στο σβησμένο το νου του, και μήτε τα μερμήγκια κι οι μύγες, μήτ’ αυτά δεν τον πείραζαν πια. Μόνο τον έδερνε ο ήλιος, κι αυτός κοιμούνταν τον αιώνιο τον ύπνο, κοντά στον Ψαρό του, τον ήρωα τον Ψαρό, που απόθανε στη δουλειά του απάνω, σαν πολεμιστής απάνω στο κάστρο του. Την άλλη μέρα σε κείνο το μέρος τίποτις άλλο δεν έβλεπες παρά μερικές ρώγες σκόρπιες εδώ και εκεί. Ο μπαρμπα-Γιάννης ήτανε θαμμένος στην Άγια-Μαρίνα λίγο παραπάνω, ο δύστυχος ο Ψαρός ήταν γκρεμισμένος μέσα σε χαράδρα βαθιά παρακάτω. Δεν τον έθαψαν τον Ψαρό κι ας δούλεψε σ’ όλη του τη ζωή. Τόνε λυπήθηκαν όμως τα όρνια και του ξεγύμνωναν τ’ άσπρα τα κόκαλά του, και του τα ζέσταιν’ ο ήλιος και του τα ‘πλεναν οι βροχές, ώσπου αφανίστηκαν και κείνα, κι άλλο τώρα δεν του μένει του κακόμοιρου του Ψαρού παρ’ αυτή η μικρή ιστορία.»
  3. Περσινή Αρραβωνιαστικιά, Ζυράννα Ζατέλη (εκδόσεις Καστανιώτη, 1993): Τι προκύπτει όταν ένα μικρό κορίτσι συνδεθεί τόσο στενά με τον Μάρκο, ώστε να κοιμούνται μαζί, να ζουν στο ίδιο σπίτι και να μοιράζονται τα πάντα; Μα ένας κρυφός αρραβώνας φυσικά! Ένα δέσιμο ως τον θάνατο. Σε ολόκληρο ετούτο το παράξενα γοητευτικό διήγημα, η συγγραφέας καταγράφει τις καθημερινές συνήθειες του Μάρκου, που ήταν ο κρυφός της πρώτος έρωτας- παρά τις ατασθαλίες του: «Με είδε στο παράθυρο, έκανε τον γύρο της αυλής και σε λίγη ώρα του άνοιγα την πόρτα στο δωμάτιό μου και έμπαινε ήσυχος και ανεξιχνίαστος όπως πάντα. – Δεν είναι ανάγκη να τα κάνεις αυτά, του είπα, και μάλιστα μπροστά στα μάτια μου, σας έβλεπα από το παράθυρο. Τα είδα όλα». Ωστόσο, η μικρή ηρωίδα όλα του τα συγχωρεί και τον βάζει ξανά στο κρεβάτι της: «Πέθαινα να τον αγγίζω, να τον χαϊδεύω, κι εκείνος άλλο που δεν ήθελε καθώς αφηνόταν στα χέρια μου και φυσικά στην γλυκιά του περιφρόνηση, τον ύπνο». Ωστόσο, ο αρραβώνας αυτός φτάνει στο τραγικό τέλος του μετά από δύο χρόνια και εφτά μέρες ακριβώς, καθώς ο Μάρκος βρίσκει φρικτό θάνατο στις ρόδες ενός φορτηγού καταμεσίς στον χιονισμένο δρόμο. Η ηρωίδα αισθάνεται καταρρακωμένη, «τρελαίνεσαι και αλλάζουν τα πράγματα όψη και νόημα» και σε έξαλλη κατάσταση τρέχει στον δρόμο: «ενώ έλιωναν τα σωθικά μου απ’ το πείσμα να μην παραδεχτώ το ανεπανόρθωτο… Στεκόμουν σαν να με χτύπησε κεραυνός κι έβλεπα τα αίματα του Μάρκου πάνω στα χιόνια… εκείνο το χρυσό του σώμα, το παραμυθένιο, ένας μπλάβος φρικτός εφιάλτης από λιωμένες σάρκες και χυμένα εντόσθια…» Πρώτος που την συντρέχει είναι ο καφετζής, που της προσφέρει μέλι πάνω σε τσεκούρι, καθώς υπήρχε η πεποίθηση πως το τσεκούρι κόβει τον πανικό και το μέλι γλυκαίνει τον πόνο (συχνό συγγραφικό μοτίβο της Ζ.Ζατέλη). Ταΐζει λοιπόν την καταρρακωμένη μικρή λουκούμια για να ξεπεράσει το σοκ: «- Ο Μάρκος… πήγα να ξαναρχίσω, μου έχωσε κι άλλο λουκούμι στο στόμα.- Ο Μά-α-αρ… – Φτάνει, μην κλαις πια, ξέχασέ το. Πήγαινε να παίξεις με τ’ άλλα παιδιά, μου είπε, μην κάνεις έτσι για μια γάτα».

 

Και γιατί όχι; Στα πιο μεγάλα βάθη της μοναξιάς, της απελπισίας, ακόμα και στην σκληρή καθημερινότητα μια υπάκουη φοραδίτσα, ένας ηρωικός Ψαρός κι ένας γοητευτικός Μάρκος μπορούν να χτίσουν μια ισχυρή σχέση ως τον θάνατο με ανεπιτήδευτη αγάπη, πέρα από τα ανθρώπινα και θνητά όρια. Μια πανίσχυρη και παράξενη φιλία, από την οποία μπορεί να ξεπηδήσει μια αξέχαστη λογοτεχνική ιστορία!