τοβιβλίο.net

Select Page

Η «ΑΓΟΡΑ», του Κωστή Παλαμά

Η «ΑΓΟΡΑ», του Κωστή Παλαμά

Η «ΑΓΟΡΑ», ποίημα του Κωστή Παλαμά

Μια ανάγνωση

 

γράφει η Λίλια Τσούβα

ΑΓΟΡΑ

Πάντα διψᾷς −ὅπως διψάει τὸ πρωτοβρόχι
Στεγνὴ καλοκαιριὰ −τὸ βλογημένο σπίτι,
Καὶ μια κρυφὴ ζωὴ σὰ δέηση ἐρημίτη,
Ἀγάπης καὶ ἀρνησιᾶς ζωοῦλα σὲ μιὰ κώχη.

Διψᾷς καὶ τὸ καράβι ποὺ τὸ πέλαο τὄχει
Κι ὅλο τραβάει μὲ τὰ πουλιὰ καὶ μὲ τὰ κήτη,
Κ’ εἶναι μεστὴ ἡ ζωή του μ’ ὅλο τὸν πλανήτη·
Καὶ τὸ καράβι καὶ τὸ σπίτι σοῦ εἶπαν. “Ὄχι!

Μήτε ἡ παράμερη εὐτυχιὰ ποὺ δὲ σαλεύει,
Μήτε ἡ ζωὴ π’ ὅλο καὶ νέα ψυχὴ τῆς βάνει
Κάθε καινούργια γῆ καὶ κάθε νιὸ λιμάνι·

Μόνο τἀλάφιασμα τοῦ σκλάβου ποὺ δουλεύει·
Σέρνε στὴν ἀγορὰ τὴ γύμνια τοῦ κορμιοῦ σου,
Ξένος καὶ γιὰ τοὺς ξένους καὶ γιὰ τοὺς δικούς σου.”

Το ποίημα του Κωστή Παλαμά «Αγορά» γράφτηκε το 1896 και συγκαταλέγεται στη συλλογή «Ασάλευτη ζωή», που εκδόθηκε το 1904.

Είναι γραμμένο με την τεχνοτροπία του σονέτου και σύμφωνα με τις επιταγές του παρνασσισμού που επεδίωκε τα έντεχνα στροφικά συμπλέγματα. Αποτελείται από δεκατέσσερις στίχους (δύο τετράστιχα και δύο τρίστιχα), γραμμένους σε ιαμβικό παροξύτονο ρυθμό. Η ομοιοκαταληξία στις τετράστιχες στροφές είναι σταυρωτή, ενώ στις τρίστιχες πιο ελεύθερη (αββαγγ). Ο στίχος είναι δεκατρισύλλαβος.

Ο ποιητής στο ποίημα αυτό συναιρεί δύο τάσεις, τον παρνασσισμό και το συμβολισμό, με πιο έκδηλη την επιρροή του συμβολιστικού κινήματος στην τεχνοτροπία του. Η μορφική επεξεργασία του είναι άψογη, όπως επέβαλε ο παρνασσισμός που έδινε μεγάλη σημασία στη φόρμα και στη ρυθμική – μελωδική στιχουργία του ποιήματος. Ωστόσο το ποίημα βασίζεται και σε συμβολισμούς, χρησιμοποιεί εικόνες για να καταγράψει την ψυχική κατάσταση του ποιητικού υποκειμένου και διακρίνεται από υπαινικτικότητα και πνευματική αντιμετώπιση της ύπαρξης του ανθρώπου. Ως εκ τούτου μπορούμε να το θεωρήσουμε συμβολιστικό.

Πιο συγκεκριμένα, χρησιμοποιεί τρία σύμβολα. Στο πρώτο τετράστιχο, χρησιμοποιεί το σύμβολο του σπιτιού. Είναι το «βλογημένο σπίτι», το ασάλευτο. Σύμβολο της απόκρυφης «Ασάλευτης ζωής», ο χώρος όπου ο ποιητής βρίσκει την εσωτερική του γαλήνη. Γι΄ αυτό και το διψά όπως η καλοκαιριά διψάει για το πρωτοβρόχι. Η επανάληψη του ρήματος «διψάς, διψάει» εκφράζει τη σφοδρή επιθυμία. Οι εικόνες που αισθητοποιούν το σπίτι είναι ήρεμες (πρωτοβρόχι, καλοκαιριά, αγάπης ζωούλα σε μια κώχη). Δεσπόζει το επίθετο «βλογημένο».

Όμως το περιβάλλον του σπιτιού είναι στερητικό: «στεγνή ζωή», «κρυφή ζωή», «σα δέηση ερημίτη», «αρνησιάς ζωούλα σε μια κώχη». Έτσι, στο επόμενο τετράστιχο – χρήση για τρίτη φορά του ρήματος «διψάς», όμως με το προσθετικό «και» – έρχεται το δεύτερο σύμβολο. Είναι το καράβι, που συμβολίζει τη διαρκή κίνηση («τραβάει με τα πουλιά», «μεστή η ζωή του μ΄ όλο τον πλανήτη») και η θάλασσα, σύμβολο ελευθερίας, ανοιχτού ορίζοντα. Είναι η άλλη δίψα, αντίθετη προς την ακινησία του σπιτιού.

Ο ποιητής βρίσκεται σε δίλημμα. Δύο εντελώς διαφορετικά στοιχεία τον συγκινούν: το σπίτι και το καράβι. Ο δυισμός, Μπωντλαιρικό στοιχείο και γνώρισμα της παλαμικής ποίησης, τον κάνει να θέλει και τα δύο.  Όμως ο τελευταίος στίχος της δεύτερης στροφής τον διακόπτει εκκωφαντικά με την άρνηση «Όχι!».

Η δυνατή αυτή άρνηση αναπτύσσεται στο επόμενο τρίστιχο με τα δύο «μήτε». Εκεί απορρίπτονται και τα δύο σύμβολα για να απομείνει το «Μόνο» με το οποίο αρχίζει το τελευταίο τρίστιχο. Η λέξη «αγορά» στο τρίστιχο αυτό είναι το τρίτο σύμβολο, ανάμεσα στο σπίτι και το καράβι. Συνοδεύεται από τις λέξεις «σκλάβος», το ρήμα «σέρνε», «γύμνια του κορμιού» και «ξένος». Ενσαρκώνει τη σκλαβιά στην καθημερινή εργασία, την υποταγή στους νόμους της επιβίωσης.

Η αλλοτρίωση που υφίσταται ο άνθρωπος, υποχρεωμένος να συμφύρεται στην αγορά με ανθρώπους που δεν επιθυμεί και δεν επιλέγει, είναι αναπόφευκτη. Γίνεται ξένος και για τους δικούς του ανθρώπους – τον αποτρέπει από την επαφή μαζί τους – και για το εργασιακό περιβάλλον, όπου κυριαρχούν οι συμβάσεις. Διπλή η χρήση της λέξης «ξένος», δηλωτική της αλλοτρίωσης.

Ο κασσιανισμός του ποιήματος έκδηλος. Προέρχεται από τον εκτοπισμό, από τη φοβερή αδυναμία, τη μοίρα τού να είσαι σκλάβος. Αυτό αποτελεί για τον ποιητή ξεπεσμό, κάτι σαν κατρακύλημα, σαν εξορία, ο χαμός του παραδείσου, μια κατάσταση δυσοίωνη. Το να εκτίθεσαι στην καθημερινή τριβή τον παραπέμπει στην αρχαία  αγορά  και στην εικόνα των δούλων που παρατάσσονταν αλυσοδεμένοι προς πώληση, με γυμνό κορμί, αφημένοι στη δημόσια θέα. Η υποχρέωση αυτή, εντελώς αντίθετη προς την εσωτερικότητα και τη δημιουργική αξιοποίηση της ζωής, τυλίγει τον ποιητή με όλη της την ένταση και τον πνίγει.

Το ποίημα διακρίνεται για τη φιλοσοφική του διάθεση. Η φιλοσοφική διάθεση είναι βασικός άξονας της παλαμικής ποίησης. Διακρίνεται όμως και για το λυρισμό του. Ανήκει στα ποιήματα του λυρισμού του εγώ. Σε αυτά εκφράζεται το ατομικό στοιχείο, κυριαρχεί η θεματική του έρωτα και της γυναικολατρίας. Η μελαγχολική διάθεση είναι έκδηλη.

Το ποίημα μιλά στην καρδιά. Η χρήση του δεύτερου προσώπου δίνει καθολική διάσταση στον προβληματισμό. Ξεφεύγει από την ατομική αναφορά (μονόλογος προς εαυτόν). Γίνεται κοινή ανθρώπινη μοίρα η αντιφατική προσμονή του ποιητή. Γιατί τελικά όλοι μας αναζητούμε τη γαλήνη της απομόνωσης (εσωτερική ελευθερία) και την περιπέτεια του ταξιδιού (εξωτερική ελευθερία). Όμως καταλήγουμε  στη σκλαβιά της αγοράς.

Το σχόλιό σας είναι επιθυμητό!

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Bazaar βιβλίων

Έρευνα

Εγγραφείτε στο newsletter

Ενημέρωση μόνο για λογοτεχνικούς διαγωνισμούς

Οδηγός ιστοσελίδας

Αθήνα Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος