Μετρούσες τα δευτερόλεπτα

μετρούσες και τα λεπτά

μα αυτά είχαν πεισμώσει.

Αδέξια εγώ κρατούσα το ρολόι

σφιχτά πολύ να το βαστώ μου είχες πει

μα εκείνο τόσο βαρύ και παλιακό

κειμήλιο ιστορικό

έτσι θυμάμαι πως το έλεγε η μητέρα

δεν μου επέτρεπε να αφουγκραστώ

τους λεπτοδείκτες.

Με άγχος πολύ με γέμιζε

τόσο ιερό καθήκον

εμένα ναι εμένα, που πάντοτε έλεγες

πως ήμουν ένα μηδενικό εις το πηλίκον.

Δεν είχες άδικο είναι η αλήθεια

δεν τα κατάφερα αγάπη να σου δώσω.

Όμως... να... ο χρόνος πάντοτε

προπορευόταν τόσο.

Πώς να παράβγαινα εγώ μαζί του.

Έτρεχα να τον προφτάσω

έτρεχα να τον ξεπεράσω

και ξέχασα να ζω.

Εκείνος ξέρεις με είχε σε δυσμένεια

και φρόντιζε πολύ συχνά

να μου φορτώνει και μια καινούρια έγνοια.

Τώρα αδυσώπητος στέκει μπροστά μου

δεν έχω άλλα περιθώρια

τέλειωσε σου λέω το μέτρημα

εδώ είναι τα όρια...

 

_