Η ‘αντιστασιακή ποίηση (1967-1974)’

13.12.2019

 

_

γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης

Η δικτατορία των συνταγματαρχών 1967-1974, καθίσταται ένα ιδιαίτερο ‘κράτος εκτάκτου ανάγκης,’ εάν υιοθετήσουμε την Πουλαντζική αναλυτική (Νίκος Πουλαντζάς),[1] το οποίο και δεν δύναται να αποκοπεί από τα ευρύτερα κοινωνικά, πολιτικά και ιστορικά συμφραζόμενα μίας περιόδου, αφενός μεν από τις εξελίξεις της δεκαετίας του 1960 με σημείο τομής τα ‘Ιουλιανά’ του 1965, αφετέρου δε, από την ευρύτερη μετεμφυλιακή-μεταπολεμική περίοδο, εκεί όπου έλαβε χώρα η εφαρμογή, κατά τον συνταγματολόγο Αριστόβουλο Μάνεση ενός «παρα-Συντάγματος ή παράλληλου Συντάγματος,’ δηλαδή ενός συνόλου περιστασιακών συνταγματικών και νομοθετικών κειμένων που είχαν τεθεί σε ισχύ κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου και περιόριζαν σημαντικά, μέσω επιλογών και διακρίσεων, τις ατομικές ελευθερίες, τις οποίες εγγυούταν το Σύνταγμα, με αποτέλεσμα η νομιμότητα να λειτουργεί μόνο υπό την αίρεση της νομιμοφροσύνης».[2]

Εντός αυτού του πλαισίου, κατά την διάρκεια της περιώνυμης δικτατορίας των συνταγματαρχών (που δεν υπήρξε ‘τεχνικός’ όρος όσο όρος που άπτεται της πραγματικότητας και της ιδιότητα των πραξικοπηματιών εντός στρατεύματος), αναπτύχθηκαν κριτικές και αντιστασιακές ‘αφηγήσεις’ και πράξεις, εκ των οποίων ιδιαίτερη διακριτότητα απέκτησε η ‘πνευματική’-λογοτεχνική εναντίωση στη δικτατορία.

Ένα δείγμα αυτής της τάσης απετέλεσε και η  εμφάνιση φωνών[3] που ενέγραψαν τους επι-γενόμενους όρους της αμφισβήτησης ποιητικώ τω τρόπω,[4] όπως δείχνει και η ποιητική συλλογή ‘Αντιστασιακή Ποίηση (1967-1974)’ που περιλαμβάνει ποιήματα ποιητών όπως η Ρίτα Μπούμη Παππά,[5] ο Νικηφόρος Βρεττάκος, η Μάχη Μουζάκη και ο Στέλιος Γεράνης, σε μία περίοδο που εκτείνεται από την αρχή έως το τέλος της στρατιωτικής δικτατορίας.

Δίπλα σε ποιητές όπως ο Γιάννης Ρίτσος που, εν προκειμένω, συγκροτεί ένα εν γένει ποιητικό αμάλγαμα ‘Νοεμβριανού’ τύπου, ήτοι με σημείο αναφοράς την εξέγερση του Πολυτεχνείου (‘Ημερολόγιο μιας βδομάδας/Το ‘Σώμα και το Αίμα’),[6] η συγκεκριμένη ποιητική συλλογή άπτεται μίας εμπρόθετης θεματικής που ενσωματώνει τον ποιητικό λόγο που δύναται να ‘ασκηθεί’ υπό το πρίσμα της ατομικής έγκλησης προς τους άλλους ποιητές, του ‘χρέους’ της ποιητικής ήγουν της έμπρακτης εναντίωσης στη στρατιωτική δικτατορία[7] που εδώ, στην ποίηση του Στέλιου Γεράνη, μεταφορικά και ‘φορτισμένα’ προσλαμβάνεται ως προσλαμβάνεται ως «μαύρο χιόνι»,[8] νοηματοδοτεί τις εκφάνσεις μίας ‘συνωμοσίας διαρκείας’ που απλώνει ‘βαριά τη σκιά’ της πάνω από την χώρα δίχως παράλληλα να εκ-λείπει η διάσταση μίας ελευθερίας που νοείται ως ‘άνοιξη’ και ως ‘καλοκαίρι,’ (Στέλιος Γεράνης),[9] αναδεικνύοντας την ευρύτητα ενός λόγου που συναρθρώνει σπαράγματα από το εθνικοαπελευθερωτικό πλαίσιο του 1821 (η επανάληψη του ‘Ελευθερία ή Θάνατος’), από την δεκαετία του 1940 που ενσωματώνει ισομερώς τον χειμώνα της πείνας του 1941 και την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδος στον Εμφύλιο Πόλεμο (1946-1949), ενέχοντας και την δικτατορία των συνταγματαρχών στη χορεία του ‘ανεκπλήρωτου’ και του ‘αδικαίωτου’ ιστορικά, πτυχή ευδιάκριτη στην ποιητική του Κώστα Καραχάλιου.[10]

Και όμως, αυτο ο ιδιαίτερος ‘αστερισμός’ του ‘ανεκπλήρωτου’ που πλέον φέρει την μορφή της στρατιωτικής δικτατορίας που καθίσταται ‘μαύρη’ ως εξουσία και ως πρακτική, δεν δύναται να εμποδίσει το “επόμενο βήμα των θεών” όπως τονίζεται χαρακτηριστικά.

Στην ‘αντιστασιακή ποίηση’ καθίσταται εμφανής η χρήση του μοτίβου ‘τυραννία’ (ας θυμηθούμε τα ‘Τραγούδια του Αγώνα’ του Μίκη Θεοδωράκη)[11] αναφορικά με την περιγραφή  του στρατιωτικού καθεστώτος, συναρθρώνονται ο θάνατος με τον θρήνο περί θανάτου που εκλαμβάνει τα χαρακτηριστικά της «πληροφοριοδοτικής ικανότητας»[12] για να χρησιμοποιήσουμε τον όρο της Ματούλας Κουρουπού και της Ευαγγελίας Μπαλτά, με τον θρήνο (και τον πόνο) να ‘πληροφορούν’ ουσιωδώς για ό,τι επι-τελείται. Χαρακτηριστικό ως προς αυτό το ποιητικό υπόδειγμα είναι η ποίηση της Μάχης Μουζάκη, που προσθέτει: «που κρύψαν το κελάρυσμα που πήγαν τις λαφίνες; Ποιος κλαίει τον κόρφο που του στέρεψαν το γάλα; Ας με οδηγήσει ο πόνος να βρω που τα πήγαν. Εμείς δεν είμαστε μανάδες. Ερχόμαστε απ’ την πίκρα των αιώνων. Η μάνα, από το γένος των Θεών».[13]

Η στρατιωτική δικτατορία βιώνεται ως «ενσώματος γεγονός»[14] κατά την διαπίστωση της Cole, ‘ενσαρκώνει’ τον θάνατο που σπεύδει να θέσει στο στόχαστρο την νεότητα, εκεί όπου η ποιητική φόρμα αντλεί από την οιονεί αισθητική και τις φόρμουλες του δημοτικού τραγουδιού («που κρύψαν το κελάρυσμα που πήγαν τις λαφίνες;»),[15]  για να εκφράσει μία κατάσταση όσο και για να επανεπινοήσει την μορφή της ‘μάνας’ που δεν καταφθάνει από μία ‘πατρίδα’, από την ‘πίκρα των αιώνων.’[16]

Εναλλάσσοντας τον λυρισμό με τον δυναμισμό της έκφρασης, τροφοδοτούμενα από τις αυταρχικές πρακτικές και από τα πολιτικά-ιδεολογικά διακυβεύματα της δικτατορίας,[17] τα ποιήματα της συλλογής προσδιορίζουν το πρόταγμα μίας υπέρβασης που δεν ‘γνωρίζει σύνορα’ και πράττει με το ‘σώμα (Μάχη Μουζάκη), με το ποίημα ‘Εθνικόν Μετσόβειον Πολυτεχνείον’ του Νίκου Παππά, να συγκλίνει με τον άξονα ερμηνείας που θέτει στην ποιητική συλλογή ‘Ημερολόγιο μιας βδομάδας’ ο Γιάννης Ρίτσος, εκεί όπου σημασία αποκτά το ίδιο το συμβάν του Πολυτεχνείου, εντός του οποίου δομούνται όχι μόνο μοτίβα αναγνώρισης της ‘θυσίας’ της νεότητας που δονείται από τον «ηλεκτρισμό»[18] των οραμάτων της και η δράση της παραλληλίζεται με την δράση του Καραϊσκάκη και του Μπάιρον,[19] αλλά και προβάλλεται ανάγλυφα η έννοια της ‘αντίστασης’ με  κάθε τρόπο και σε έναν χρόνο (Πολυτεχνείο), ‘αντίστασης’ που ανασύρει στην επιφάνεια ‘τραυματισμένο’ (βλέπε την καταστολή της εξέγερσης) αλλά ακέραιο νοηματοδοτικά το όραμα.

«Ζήτω η τραυματισμένη πατρίδα! Ζήτω τα όνειρα που δε σκοτώνονται οι φωνές που δε σωπαίνουν! Έπεσαν-Σηκώθηκαν. Ξανάπεσαν. Θα σηκωθούνε Συνέχεια από αλλεπάλληλες Αναστάσεις»,[20] εμφατικά τονίζει ο Νίκος Παππάς. Διαμέσου ενός ποιητικού ‘πράττειν’ ενταγμένου σε πλαισιώσεις και εννοιολογικής αποδόμησης, το σημαίνον ‘Ελλάδα’ ταξιδεύει (βλέπε την ποίηση του Γιώργου Σεφέρη) προς έναν προορισμό που είναι οικείος και ‘ανοίκειος’ συνάμα, ίδιον του ελέγχου και της βίας που διττά αναπαρίστανται μέσω της χρήσης των όρων ‘φυλακή’ και ‘εξορία.’

«Στο μεταξύ η Ελλάδα ταξιδεύει ολοένα ταξιδεύει: έρχεσθε εξ Ομονοίας; Όχι εκ των φυλακών. Εσείς; Εκ της εξορίας».[21]

Μέσα σε λίγες λέξεις, ο Γιώργης Σαραντής διαμεσολαβεί τις λειτουργίες του υποδείγματος ή αλλιώς του σημαίνοντος ‘Ελλάδα-Ελλάς’ από την στρατιωτική δικτατορία, προβαίνοντας στη ‘σύλληψη’ του ό,τι συνιστά την ‘Ελλάδα’ των συνταγματαρχών: ‘φυλακές’ και ‘εξορία.’ Σε αυτή την περίπτωση, η ‘αντιστασιακή ποίηση’ επιδιώκει να λειτουργήσει υπό την συνθήκη «άρνησης της λησμονιάς»[22] κατά την διαπίστωση του Λεωνίδα Οικονόμου για το τραγούδι του Στέλιου Καζαντζίδη, σημαίνοντας ένα είδος ποίησης που αναπαριστά την στρατιωτική δικτατορία ως τον ‘διαρκή ένοχο,’ επι-ζητώντας την ‘διαπραγμάτευση’ με τους όρους της ‘ελευθερίας.

«Πικρό είναι το ψωμί της εξορίας είπε ο Κάλβος, κρούοντας την αυθεντική του λύρα»,[23] κατά τον Α. Νικολαΐδη, ο οποίος επιδιώκει να εκφράσει το βάθος της ποιητικής γλώσσας και δη της ελληνικής ποιητικής γλώσσας ως καθαυτό ‘πνεύματος’ της πατρίδας που εδώ ‘χάνεται’ στη ‘μαύρη τρύπα’ των δικτατορικών στρεβλώσεων.[24]

Επρόκειτο για ένα δείγμα ποίησης που πρωταρχικά εκφράζει μία βιωματική και αξιακή αντίθεση, προσιδιάζοντας προς την κατεύθυνση μίας ποίησης που δεν παύει να εκφράζει την δυνατότητα της ‘αφύπνισης,’ εγκολπώμενη σημάνσεις θανάτου, ‘θυσίας’ και ‘θυματοποίησης.’

Εάν το κομβικό σημείο αναφοράς και σύγκλισης καθίσταται το Πολυτεχνείο και η παρουσία φοιτητών εντός αυτού, τότε ένα άλλο σημείο που διακρίνει αυτή την ποιητική συλλογή είναι η διάθεση της ‘σύγκρουσης’ με άξονα την αντίστιξη προς ό,τι δύναται να εκφράσει το στρατιωτικό καθεστώς, η αίσθηση της επίγνωσης ό,τι αυτή η σύγκρουση δίνεται και έχει δοθεί με τίμημα τον θάνατο, όπως και η χρήση στοιχείων και συμβολισμών που αναπαράγουν τα χαρακτηριστικά εκείνα που συνθέτουν μία ποιητική αφήγηση που ασκείται στο προνομιακό για αυτήν, πεδίο της αλληγορίας: όροι όπως μαχαίρι, δολοφόνοι, συγκροτούν την κατηγορία και περαιτέρω την ταυτότητας της στρατιωτικής δικτατορίας 1967-1974, χρονολογία που γράφεται αυτή η ποίηση που επιδιώκει να αποτελέσει την ‘φωνή’ των διαδηλωτών: ‘θάνατος’ και ‘ακύρωση’ του ‘αυθεντικά ελληνικού,’ εκεί όπου επι-τελούνται ‘κιτς’[25] φαντασμαγορίες.

Δίχως να εκ-λείπει η εστίαση σε έναν φόβο που όμως δεν ‘παραλύει,’ επιχειρείται η σύνθεση τοπικού και παγκόσμιου που μετεξελίσσεται προς το πεδίο αναγνώρισης της ιστορίας και περισσότερο μίας όχι άγνωστης εξουσίας ως ‘κακοήθους όγκου’ (στο ‘κακοήθες μελάνωμα αναφέρονται οι στίχοι του Άλκη Αλκαίου στο γνωστό τραγούδι του Θάνου Μικρούτσικου με αναφορά στο Νίκο Πουλαντζά), που στο ποιητικό υπόδειγμα του Γιώργη  Σαραντή, συμπεριλαμβάνει όχι μόνο τις ΗΠΑ, αλλά και την Σοβιετική Ένωση, αποτελώντας σημείο διαφοροποίησης από μία κριτική ποιητική προσέγγιση που εστιάζει αποκλειστικά στις ΗΠΑ.

«Κι ο κακοήθης όγκος μετατοπίζεται απ’ το Βιετνάμ στην Ελλάδα κι ύστερα στην Πράγα κι ύστερα στην Μπιάφρα κι ύστερα πάλι στο Βιετνάμ».[26]

Οι διάφορες επεμβάσεις αποκτούν την ορμή της ‘επαναληπτικότητας,’ ευρισκόμενες σε μία αλυσίδα που χωρά και την Ελλάδα. Οι ποιητές αναγνωρίζουν την, κατά τους Bauman & Briggs, διαδικασία της “πλαισίωσης”, δια της οποίας «οι επιτελεστές και το κοινό συνδέουν τα κείμενα με το πλαίσιο και παράγουν ερμηνευτικές κατευθύνσεις και δομές».[27]

 

_____

[1] Για την αναλυτική του Νίκου Πουλαντζά σχετικά το ‘κράτους εκτάκτου ανάγκης’ περισσότερο παραπέμπουμε στο δοκίμιο του, ‘Η Κρίση των Δικτατοριών. Πορτογαλία-Ελλάδα-Ισπανία,’ Μετάφραση: Αγριαντώνη Χριστίνα & Αποστολόπουλος Απόστολος, Επιμέλεια: Ελεφάντης Άγγελος,’ Εκδόσεις Θεμέλιο/Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς, Αθήνα, 2006, διότι ενυπάρχει και η ελληνική διάσταση με σημείο αναφοράς ακριβώς την δικτατορία των συνταγματαρχών.

[2] Βλέπε σχετικά, Μάνεσης Αριστόβουλος, ‘Η εξέλιξη των πολιτικών θεσμών στην Ελλάδα,’ Αθήνα-Κομοτηνή, 1987, σελ. 23-24. Αντίστοιχα, ο Ηλίας Νικολακόπουλος αποδίδει έμφαση στη συγκρότηση και στις κοινωνικοπολιτικές λειτουργίες της έννοιας της ‘εθνικοφροσύνης’ μεταπολεμικά,  επισημαίνοντας  ό,τι «η διαδικασία της από-Εαμοποίησης» (σ.σ: ο συγγραφέας παραπέμπει στον αναλυτικό όρο που χρησιμοποιεί ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς), του πληθυσμού αποκτούσε έτσι άμεση προτεραιότητα για τη νομιμοποίηση του μετακατοχικού καθεστώτος. Γύρω από αυτόν τον άξονα συγκροτήθηκε εξάλλου και η έννοια της «εθνικοφροσύνης», η οποία αποτέλεσε τον όρο-κλειδί που συνόψιζε και παγίωνε τις διαιρετικές τομές των εμφυλίων συγκρούσεων, καθορίζοντας και τα όρια της της νομιμότητας στη μετεμφυλιοπολεμική Ελλάδα, στο πολιτικό και κοινοβουλευτικό επίπεδο, αλλά και στην καθημερινή ζωή». Βλέπε σχετικά, Νικολακόπουλος Ηλίας, ‘Η καχεκτική δημοκρατία. Κόμματα και εκλογές, 1946-1967,’ Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα, 2005, σελ. 30-31.

[3] Ένα από τα μοτίβα που αναπαράγονται εντός της ποιητικής συλλογής, είναι η απεύθυνση και η ‘επι-κοινωνία’ με  Έλληνες ποιητές και συγγραφείς, με αξιακό σημείο αναφοράς στην περίπτωση του Θ. Νικολαΐδη, το πρόσωπο του Γιάννη Μακρυγιάννη ο οποίος και ευρίσκεται μεταξύ του Ανδρέα Κάλβου και του Άγγελου Σικελιανού, ονομάζοντας την ‘ατιμία’ και την ‘αδικία,’ σε ένα σημείο όπου ο Σολωμός αποκαλείται «Μέγας» από τον ποιητή, ο οποίος δεν επαινεί, αλλά, αντιθέτως, «κράζει» (που ευρίσκεται ο αιχμηρός λόγος τους;),  επιδιώκοντας να διασώσει την ‘κακοποίηση’ της ελληνικής γλώσσας και της ιστορίας, ακόμη και την ‘τιμή’ των ποιητών και των συγγραφέων,  από τους «κορακόφθαλμους». Βλέπε σχετικά, Νικολαϊδης Θ., ‘Γράμμα Εξορίας,’ ‘Αντιστασιακή ποίηση (1967-1974),’ Εκδόσεις Μπουκουμάνης, Αθήνα, 1975, σελ. 91-92.

[4] Βέβαια, σε αυτό το σημείο, στο σημείο μίας πνευματικού τύπου αντίστασης-εναντίωσης που δύναται να διαμορφώσεις νέους τρόπους πρόσληψης της στρατιωτικής δικτατορίας, ανήκει και το εκδοτικό εγχείρημα του Ντίνου Σιώτη, ο οποίος και εξέδωσε το περιοδικό ‘The Wire. An Experiment,’ (‘Το Καλώδιο. Ένα Πείραμα’). Η κυκλοφορία του περιοδικού ήταν διετής, από το 1972 έως το 1974, και στο πρώτο τεύχος του περιοδικού, «συναριθμούνται τα ακόλουθα: Καταγραφές βασανιστηρίων κατά γυναικών, το «Ποίημα των γεγονότων» του Βαλαωρίτη, το ποίημα «Στην Ελλάδα σήμερα» του Αλέκου Παναγούλη, γραμμένο στη φυλακή, το «Επί Ασπαλάθων…» του Γιώργου Σεφέρη, «Τα Στοιχειώδη» και η «Αναταραχή» του Γιάννη Ρίτσου». Βλέπουμε λοιπόν ό,τι το πρώτο τεύχος του περιοδικού δίνει έμφαση στην ποιητική παραγωγή που έφερε ένα περισσοτέρο ή λιγότερο, αντι-δικτατορικό στίγμα, καθώς και το διττό επίδικο της ‘καταπίεσης’ και της, όχι απλά ‘αντίστασης,’ αλλά της ‘εξέγερσης,’ (από τον νεκρό θα ‘καρπίσει’ το χώμα και κατ’ επέκταση η χώρα),  σχήμα  εμφανές στο ποιητικό εγχείρημα του Αλέκου Παναγούλη. Βλέπε σχετικά, Βουζής Παναγιώτης, ‘Ποίηση κατά δικτατορίας,’ Εφημερίδα ‘Το Βήμα,’ Ένθετο ‘Βιβλία,’ 17/11/2019, σελ. 6/22.

[5] Το ποιητικό ‘πράττειν’ της Ρίτας Μπούμης-Παππά, επαναπροσδιορίζει τις ίδιες εκφάνσεις της γενεαλογίας του καπιταλισμού, προχωρώντας σε μία έγκληση που δεν λειτουργεί ‘εξιδανικευτικά,’ παρά εμπρόθετα ‘καταδικάζει’ το χρήμα, το εμπόριο (κυκλοφορία χρήματος) και την διαφήμιση ωσάν «ξετσίπωτη πόρνη» με μία επιθετικότητα  που ανα-καλεί την αντίστοιχη ποίηση του Γιάζρα. Σε έναν τέτοιο κόσμο, η ποιήτρια δεν ‘ανήκει’ παρά στις προεκτάσεις της λέξης, αναζητώντας έναν ‘άλλο χρόνο.’ Βλέπε σχετικά, ‘Προσωρινή απόδραση,’ Αντιστασιακή ποίηση (1967-1974),’ Εκδόσεις Μπουκουμάνης, Αθήνα, 1975, σελ. 118. Οι νέοι του Πολυτεχνείου δεν είναι παρά «Απολλώνιοι έφηβοι» (το αρχέτυπο της ‘άφθαστης ομορφιάς’), που φέρουν στα «αιμόφυρτα στήθη» το σημάδι της ιστορίας, το σημάδι του «βασανιστή» και την ‘γλώσσα’ της στρατιωτικής δικτατορίας.

[6] Η Ριτσική ποιητική γραφή καταγράφει και ανα-πλάθει την ιστορία, με το ‘Ημερολόγιο μιας βδομάδας,’ ποιητική συλλογή άμεση όσο και  εκ-πεφρασμένης επιθυμίας αναγωγής του νεανικού-φοιτητικού στοιχείου στη σφαίρα διεκδίκησης του ανθρώπινου και της ανθρώπινης ζωής, να λειτουργεί ως ‘γέφυρα’ μετάβασης στη συλλογή ‘Το Σώμα και το Αίμα,’ εκεί όπου ο ποιητής επιχειρεί την συγκρότηση ενός ποιητικού εγχειρήματος που εντάσσει το Πολυτεχνείο και την εξέγερση του στη χορεία της ‘θυσίας’ και της ‘Εξόδου’ που σχηματοποιούνται στην αναφορά στο Αρκάδι και στο «Μισολόγγι», όντας τμήμα της ‘Ρωμιοσύνης,’ που δεν αξιο-θεμελιώνεται παρά στο ‘δίκαιο,’ στο απερίσταλτο ‘δίκαιο’ εάν επιχειρήσουμε και μία αναφορά της συλλογής ‘Ρωμιοσύνη.’ «Ο ένας γράφει συνθήματα στους τοίχους ο άλλος φωνάζει συνθήματα πάνω απ’ τους δρόμους ο τρίτος φοράει το παράθυρο τραγουδάει ανοιχτός Ρωμιοσύνη Ρωμιοσύνη». Βλέπε σχετικά, Ρίτσος Γιάννης, ‘Το σώμα και το αίμα (Ακόμη μία δοκιμή για ένα ποίημα του Πολυτεχνείου), Ποιητική Συλλογή ‘Γίγνεσθαι,’ Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα, 1998, σελ. 336 & Ρίτσος Γιάννης, ‘Ημερολόγιο μιας βδομάδας…ό.π.

[7] Το υπόδειγμα της ‘μικρής Ελλάδας’ που όμως δεν είναι παρά η ‘μήτρα του κόσμου’ και του ‘ονείρου’  και δεν ‘επαιτεί,’ αναδεικνύει και ο Νικηφόρος Βρεττάκος, που δεν παύει να εδραιώνει την δια-κράτηση του σημαίνοντος ‘Ελλάδα’ στην «ψυχή» και στην «αγάπη», εάν αυτές υπάρχουν. Η ‘σωτηρία’ της από την στρατιωτική δικτατορία, δεν θα προέλθει παρά από την «ψυχή» και την «αγάπη», σε ένα ποιητικό υπόδειγμα που συγγενεύει υπόγεια με το Ελυτικό ‘Άξιον Εστί’ και ειδικότερα με το απόσπασμα που φέρει τον τίτλο ‘Της Δικαιοσύνης Ήλιε Νοητέ.’ «Μέσα σε όλα τα όνειρα των Ελλήνων κρατονιστήκανε οι βάρβαροι! Αμ δεν είναι ώριμος ο κόσμος παρά μόνο για να καταστραφεί , λησμονήσετε τότε και την πατρίδα μου· αν όμως ακόμα υπάρχουνε ψυχή και αγάπη, τότε απλώστε τα χέρια όλοι οι ευγενείς του κόσμου και βοηθήστε τη». Βλέπε σχετικά, Βρεττάκος Νικηφόρος, ‘Αποχαιρετισμός στον Ελληνικό Ήλιο,’ Αντιστασιακή ποίηση (1967-1974)…ό.π., σελ. 11-13.

[8] Βλέπε σχετικά, Γεράνης Στέλιος, ‘Προσκλητήριο,’ ‘Αντιστασιακή ποίηση (1967-1974)…ό.π., σελ. 15-16. «Διαβείτε το κατώφλι μου, ποιητές Έπεσε πάλι ένας μεσαίωνας τεράστιος στην καρδιά μου Βρέχει σκοτάδι και καπνός στα μάτια μου Το μαύρο χιόνι ανέβηκε ψηλά Και θα με πνίξει αυτή η βροχή Θα με στραβώσει αυτό το χιόνι!». Γενικότερα, η στρατιωτική δικτατορία αναπαρίσταται με όρους ‘αρνητικότητας,’ άλλοτε ως «μαύρο χιόνι» (μεταφορά και μετασχηματισμός ενός φυσικού φαινομένου με διακύβευμα την μεγέθυνση της ‘συμφοράς’ και της ‘καταστροφής’) και άλλοτε ως ‘μεσαίωνας,’ με το πρόσημο της ‘αποτίναξης του ζυγού,’ δηλαδή του ‘φωτός,’ να παραμένει εμμενές στην ποίηση του.

[9] Βλέπε σχετικά, Γεράνης Στέλιος, ‘Η Άνοιξη και οι συνωμότες,’ Αντιστασιακή ποίηση (1967-1974)…ό.π., σελ. 19-20.

[10] Βλέπε σχετικά την ευρύτερη ποιητική συλλογή ‘Πόλη Αβόρ,’ μία αναπαράσταση της ελληνικής ιστορίας διάστικτη από μεταφορές, από υποκείμενα που σημασιοδοτούν την μετάβαση στο ‘τώρα’ της δράσης, της ιστορικής δράσης (Θεόδωρος Κολοκοτρώνης), από κοινού με ένα ‘πνεύμα’ αντι-ιμπεριαλιστικό έως αντι-αμερικανικό, καθώς και αντι-γραφειοκρατικό. Η ‘χούντα’ καθίσταται ‘παρέκκλιση.’ Βλέπε σχετικά, Καραχάλιος Κώστας, ‘Πόλη Αβόρ,’ Αντιστασιακή ποίηση (1967-1974)…ό.π., σελ. 50-62.

[11] Τις φόρμουλες της ‘τυραννίας’ και της ανασύνθεσης της καθημερινής ζωής επί δικτατορίας των συνταγματαρχών αξιοποιεί και ο Μίκης Θεοδωράκης στη συλλογή ‘Τα Τραγούδια του Αγώνα,’ με την δικτατορία να προσλαμβάνεται ως ‘τυραννία’ που ‘σκεπάζει το φως’ («ζούμε μέσ’ την τυραννία, στο σκοτάδι το πηχτό»), καταστρέφει την κλασική-πυρηνική δομή της οικογένειας (ο «πατέρας εξορία και το σπίτι ορφανό»), στο εγκάρσιο σημείο όπου μέσα από το ‘σκοτάδι’ αχνοφαίνεται το φως, έτσι όπως δια-φαίνεται στη στιχουργική του Αλέκου Παναγούλη. Παρόμοιοι όροι συναντώνται και στην ‘αντιστασιακή ποίηση’ της περιόδου, που τροφοδοτούνται και από τις θρησκευτικές σημάνσεις της ‘Ανάστασης’ και του νέου που δεν είναι παρά ιστορία, προσμονή και στη βάση του αντίσταση. Το σχήμα ‘συνωμοσίας’ και ‘εκμετάλλευσης’ διατρέχει το ‘πνεύμα’ του έργου (‘Ποιος την ζωή μου ποιος την κυνηγά’). Ο συνθέτης αξιοποιεί στίχους του Μάνου Ελευθερίου, του Αλέκου Παναγούλη καθώς και του Ανδρέα Κάλβου. Και σε αυτό το σημείο, η «μουσική παράγει και είναι αξεδιάλυτα συνδεδεμένη με ποικίλους κοινωνικούς λόγους», κατά την διαπίστωση του Λεωνίδα Οικονόμου. Βλέπε σχετικά, Οικονόμου Λεωνίδας, ‘Στέλιος Καζαντζίδης. Τραύμα και συμβολική θεραπεία στο λαϊκό τραγούδι,’ Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα, 2015, σελ.27.

[12] Βλέπε σχετικά, Κουρουπού Ματούλα & Μπαλτά Ευαγγελία, ‘Πηγές για την ιστορία των ανταλλάξιμων της Καππαδοκίας. Η ανάγκη συνολικής θεώρησης,’ στο: Κιτρομηλίδης Πασχάλης, (επιμ.), ‘Μικρασιατική Καταστροφή και Ελληνική Κοινωνία,’ Ειδική έκδοση της εφημερίδας ‘Τα Νέα,’ Αθήνα, 2019, σελ. 20.

[13] Βλέπε σχετικά, Μουζάκη Μάχη, ‘Σε όσες μανάδες δεν θα ξανακούσουνε το αηδόνι,’ Αντιστασιακή ποίηση (1967-1974)…ό.π., σελ. 81. Η έμφυλη διάσταση της θηλυκότητας και της ‘μητρότητας’ ρηγματώνονται πραγμολογικά όσο και αξιακά, με την Μάνα να ανήκει στο «γένος των Θεών» προσφέροντας την πρωταρχική λέξη (‘αντίσταση’), επι-τελώντας ‘δίχως γιους’ (ας θυμηθούμε το παραδοσιακό κρητικό άσμα ‘Πότε θα κάμει ξαστεριά’), όντας ‘εκεί’ για να θρηνήσουν και για  ομονοήσουν στον κύκλο της παραγωγής συμβολισμών: η ‘μάχη προς.’

[14] Βλέπε σχετικά, Cole Jennifer, ‘Painful Memories: Ritual and the transformation of community trauma,’ στο: Coakley S. & Kaufman K. Shelemay, (επιμ.), ‘Pain and its transformations,’ Cambridge, Mass & London: Harvard University Press, σελ. 245-266.

[15] Βλέπε σχετικά, Μουζάκη Μάχη, ‘Σε όσες μανάδες δεν θα ξανακούσουνε το αηδόνι,’ Αντιστασιακή ποίηση (1967-1974)…ό.π., σελ. 81.

[16] Βλέπε σχετικά, Μουζάκη Μάχη, ‘Σε όσες μανάδες δεν θα ξανακούσουνε το αηδόνι,’ Αντιστασιακή ποίηση (1967-1974)…ό.π., σελ. 81. Από την «πίκρα» που αποτελεί την ίδια επωνυμία του θανάτου και του ατελέσφορου πόνου που φέρει την μορφή της μητέρας με και δίχως επωνυμία: ‘Παναγία’ και μη, σε πόλεμο και σε ειρήνη.

[17] Το επίδικο της ‘Επ-ανάστασης’ αναδύεται στην ποίηση του Δημήτρη Δούκαρη, η έλευση της οποίας, κοινωνικά-πολιτικά ακόμη και ‘εσχατολογικά,’ θα λάβει χώρα στο όνομα της «χαμένης αθωότητας», στο όνομα όλων εκείνων των ‘μικρών πραγμάτων’ που εκ-λείπουν και συνιστούν έναν καθημερινό ‘θάνατο.’ Παράλληλα με το «άλμα της τίγρης στην ιστορία» του Walter Benjamin, υπεισέρχεται η παράμετρος του παρόντος αλλά και του μέλλοντος: ‘για τα παιδιά.’ Βλέπε σχετικά, Δούκαρης Δημήτρης, ‘Ζώνη του Ισημερινού,’ Αντιστασιακή ποίηση (1967-1974)…ό.π., σελ. 34-35.

[18] Βλέπε σχετικά, Παππάς Νίκος, ‘Εθνικόν Μετσόβειον Πολυτεχνείον,’ Αντιστασιακή ποίηση (1967-1974)…ό.π., σελ. 128-131.

[19] Βλέπε σχετικά, Παππάς Νίκος, ‘Εθνικόν Μετσόβειον Πολυτεχνείον,’ Αντιστασιακή ποίηση (1967-1974)…ό.π., σελ. 128-131.

[20] Βλέπε σχετικά, Παππάς Νίκος, ‘Εθνικόν Μετσόβειον Πολυτεχνείον,’ Αντιστασιακή ποίηση (1967-1974)…ό.π., σελ. 128-131. Ο ποιητής δεν ‘καταγγέλλει, όσο εκφράζει την διαλεκτική δράσης-αντίδρασης που συμπυκνώνεται και φέρει ενώπιον της ιστορίας την ‘Ανάσταση’ ως σύζευξη του ανθρώπινου με ό,τι δεν έχει σχήμα: τον ‘πόθο’ της ένωσης. Η ‘Ανάσταση’ ενσκήπτει και ως έρωτας.

[21] Βλέπε σχετικά, Σαραντής Γιώργης, ‘Ποιος ήτανε ο Αλέξανδρος,’ Αντιστασιακή ποίηση (1967-1974)…ό.π., σελ. 145.

[22] Βλέπε σχετικά, Οικονόμου Λεωνίδας, ‘Στέλιος Καζαντζίδης. Τραύμα και συμβολική θεραπεία στο λαϊκό τραγούδι…ό.π., σελ. 337.

[23] Βλέπε σχετικά, Νικολαϊδης Θ., ‘Γράμμα Εξορίας,’ ‘Αντιστασιακή ποίηση (1967-1974)…ό.π., σελ. 91-92.

[24] Την διαλεκτική της απεύθυνσης δίχως ‘εντόπιες’ συν-δηλώσεις, υιοθετεί ο Νάσος Νικόπουλος, που στρέφεται προς τον Αμερικάνο ποιητή Ουόλτ Ουίλτμαν, ‘διαπραγματευόμενος’ τα όρια και τους όρους της ‘διάψευσης’ των υποσχέσεων περί ‘αστραφτερής Αμερικής,’ (ο ‘φάρος της δικαιοσύνης’), με την επωνυμία ‘Αμερική’ να μην σημαίνει, κατά τον ίδιο, παρά αίμα και θάνατο, κυριαρχία και βία, ορατή στην περίπτωση της εν Ελλάδι δικτατορίας και των ανά τον κόσμο αμερικανοκίνητων επεμβάσεων. Η ιστορία διαπλέκεται με την αντίληψη περί πολιτικής ποιητικά. Βέβαια,  η ποιητική προσέγγιση καθίσταται ιδιαίτερα μονοσήμαντη, ‘κατασκευάζοντας’ έναν ‘απόλυτο εχθρό’ που στέκει ως ‘πραγματικό εμπόδιο’ στις προσπάθειες χειραφέτησης των λαών.  Βλέπε σχετικά, Νικόπουλος Νάσος, ‘Απάντηση στον εθνικό ποιητή των U.S.A,’ ‘Αντιστασιακή ποίηση (1967-1974)…ό.π., σελ. 91-92.

99-101.

[25] Ο όρος ‘κιτς’ που χρησιμοποιείται με προκείμενες αισθητικής κρίσης και ‘ενσάρκωσης’ αυτού που αντιστρατεύεται την ‘καλαισθησία’ βρήκε χώρο έκφρασης στο ίδιο το περιεχόμενο των κοινωνιο-πολιτισμικών έως ιστορικών ‘θεαμάτων’  της στρατιωτικής δικτατορίας, χρησιμοποιούμενος από μέρος της εγχώριας κριτικής ανάλυσης αυτών ακριβώς των ‘θεαμάτων.’

[26]  Βλέπε σχετικά, Σαραντής Γιώργος, ‘Ποιος ήτανε ο Αλέξανδρος,’ Αντιστασιακή ποίηση (1967-1974)…ό.π., σελ. 141. Οι τόποι εξορίας παραμένουν  ‘τεκμήριο’ της πολιτικής που άσκησε η στρατιωτική δικτατορία που, κάποιες φορές σχετίζεται με τα καθεστώτα όπως αυτό της Χιλής.

[27] Βλέπε σχετικά, Bauman Richard & Briggs Charles, ‘Poetics and Performance as critical perspectives on language and social life,’ Annual Review of Anthropology, Vol. 19, σελ. 59-88.

Ακολουθήστε μας!

Οδηγός ιστοσελίδας

Οι προσφορές των εφημερίδων

Κερδίστε το!

Αρχείο

Διαβάστε κι αυτά

Ταξίδι με τον Έσπερο

Ταξίδι με τον Έσπερο

- γράφει η Βάλια Καραμάνου - Ταξίδι με τον Έσπερο (αφιέρωμα στον Άγγελο Τερζάκη)   Τα καλοκαίρια, όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, τα περνούσαμε στο αγρόκτημα, λίγα χιλιόμετρα έξω από το Ναύπλιο. Μέσα στα δροσερά περιβόλια βιώναμε δροσερές έναστρες νύχτες γεμάτες από...

Θανατηφόρο πάθος

Θανατηφόρο πάθος

Τόσο κοντά σου μα και τόσο μακριά ένα απρόσμενο ρίγος με διαπερνά το γλυκύτατο αεράκι σου με αγγίζει η θύμηση σου αλύπητα με βολοδέρνει πνίγεται μέσα στα κύματα σου η ψυχή μου στον βυθό σου κείτεται αφημένη η τέφρα της   _ γράφει ο Χριστάκης...

Γιώργος Σεφέρης: Οδοιπορικό στην Καππαδοκία

Γιώργος Σεφέρης: Οδοιπορικό στην Καππαδοκία

    «Αφού μπορείς ακόμη να φυσήξεις ένα σπίρτο, ο κόσμος όλος είναι δικός σου» Γιώργος Σεφέρης _ γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης - Πριν από κάποια χρόνια, η εφημερίδα 'Τα Νέα,' στο πλαίσιο ενός ιστορικού τύπου αφιερώματος στο Μικρασιατικό Ελληνισμό, προχώρησε στην...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου