Χαμένα μέσα στο καιρό,

στο δάκρυ και στον πόνο,

συναισθήματα και ελπίδες

ποιος τα ‘ρίξε στις καταιγίδες;

Ταξίδια που ‘μειναν μισά

και βλέμματα… θαμπά, θολά

μοιράζονται αναμνήσεις

που αν τις γρικάς θα δακρύσεις.

Στων αριθμών την κόψη

μάτωσαν οι μαργαρίτες

και το ποτάμι κόκκινο

απ’ το αίμα των τραγουδιών.


Της άνοιξης τα χελιδόνια

και του δρόμου οι κραυγές

κίνησαν για τις ερημιές

σαν οι ιδέες …απατηλές.

Πικρά γλυκά όλα ένα,

σαν τον κιμά το τώρα

και οι ρίζες τις βουβές βραδιές

σου λένε… «και Συ φταις».

_

γράφει ο Θεόδωρος Μαντάς