wooden_chair

Πόσος καιρός έχει περάσει από τότε; Χρόνια; Αιώνες; Κανείς δεν θυμάται πια. 

Κι όμως, υπήρξε μια εποχή που οι μεγάλοι δε δέρναν τα παιδιά τους. Τότε έζησε και η Καρέκλα. Καρέκλες υπήρχαν πολλές αλλά η Καρέκλα ήταν μόνο Μία. Γιατί όποιος καθόταν σ’ αυτήν την καρέκλα μπορούσε να λέει και να απολαμβάνει όλα τ’ αγαθά χωρίς να κάνει απολύτως τίποτα. Μόνο που δυστυχώς ή ευτυχώς, δεν είμαι σίγουρος, κανείς δεν είχε καθίσει σ’ αυτήν την καρέκλα μέχρι τότε.

Όλοι όμως το ήθελαν, όλοι οι μεγάλοι δηλαδή. Και το θέλαν τόσο πολύ! Μόνο που η καρέκλα έφευγε και κρυβόταν. Δεν μπορούσαν να τη βρουν πουθενά. Έψαχναν όμως. Από το πρωί μέχρι το βράδυ, όλοι οι μεγάλοι ψάχνανε να βρουν την καρέκλα. Κι ο καθένας μόνος του, αφού στην καρέκλα δεν μπορούσαν να καθίσουν παραπάνω από έναν μεγάλο. Κι όχι μόνο αυτό. Κάναν κι ένα σωρό δυσάρεστα πράγματα για να εμποδίσουν ο ένας τον άλλον στο ψάξιμο. Μάλιστα κάποιοι έμποροι φτιάξανε ομοιώματα της καρέκλας - ψεύτικες καρέκλες δηλαδή - και τις πουλούσαν στους άλλους. Όλα αυτά μπέρδευαν πολύ στο ψάξιμο της καρέκλας, και διευκόλυναν φυσικά το κρύψιμό της.

Τη μέρα, κρυβόταν στα υπόγεια και στις αποθήκες και τη νύχτα, ταξίδευε προσεχτικά για να μην τη δουν, από κρυψώνα σε κρυψώνα. Ένιωθε μεγάλη ντροπή που ήταν η αιτία που οι άνθρωποι κάναν τόσα κακά ο ένας στον άλλον. Κι όπως ήταν κουραστική η ζωή που ζούσε, πάντα να κρύβεται και να φοβάται μήπως τη δούνε, αποφάσισε να πεθάνει.

Αυτό είναι σίγουρα το πιο παράδοξο που έχω ακούσει μέχρι τώρα. Να πεθάνει; Μια καρέκλα! Μα… δεν έχει ζωή για να πεθάνει! Αυτό την έβαλε κι αυτή σε κάποιες σκέψεις. Δεν έβρισκε τον τρόπο να πραγματοποιήσει την απόφασή της, και σκεπτική καθώς περπατούσε μπήκε σε μια μεγάλη αλάνα όπου παίζανε πλήθος παιδιά. Μόλις την είδαν τρέξανε όλα πάνω της. Τη σπάσαν σε χίλια κομμάτια. Κάναν με τα ξύλα της σπαθιά, ασπίδες, τσιλίκια κι ένα σωρό άλλα παιχνίδια.

Η αλήθεια είναι πως την καρέκλα ούτε που την ένοιαζε. Ίσα- ίσα, ευχαριστήθηκε. Και μάλιστα διπλά. Πρώτα γιατί γλίτωσε από τους μεγάλους και μετά γιατί ήταν η μόνη φορά που είδε κάποιους ανθρώπους να γελούν και να παίζουν ευτυχισμένοι εξαιτίας της έστω και για λίγο. Και λέω για λίγο γιατί τα παιδιά δεν πρόφτασαν να χορτάσουν το παιχνίδι τους. Ήρθαν οι μεγάλοι που μόλις είδαν την καρέκλα σπασμένη άρχισαν να τα δέρνουν. Για πρώτη φορά…Ήταν τόσο αγανακτισμένοι που ούτε εξήγησαν στα παιδιά γιατί τουλάχιστον τα δέρνουν.

Η καρέκλα μπορεί να πέθανε. Όμως η επιθυμία να καθίσουν οι μεγάλοι σ’ αυτήν δεν πέθανε. Έτσι στο βάθος, όλοι λιγότερο ή περισσότερο, πιστεύουν ότι κάποια μέρα θα τους δοθεί η ευκαιρία να καθίσουν σε κάποια καρέκλα.

Φοβούνται μόνο μήπως οι μικροί τους εμποδίσουν και πάλι σ’ αυτό, όπως και στην ιστορία μας.

 

από το βιβλίο "Ιστορίες στο Πεζοδρόμιο"  Εκδόσεις Τεκμήριο 1983

 

_

γράφει ο Νίκος Γιαννόπουλος
            Σκηνοθέτης - Παραγωγός

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!