Κάποιος ψιθύρισε «Αυτός που σε πρόδωσε, δεν θα πληρώσει,
κι αυτός που έφυγε, δεν θα γυρίσει.»
Θα σε διαλέξει ή θα χαθείς, αναρωτιέσαι,
τη δικαίωση πώς να ξεχάσεις;
Κάθε φορά που άλλη διαλέγει υποφέρεις,
κι αρχίζεις να σκάβεις, να βγάλεις το κουτί –
αυτό που σου άφησε η Πανδώρα.
Προτιμάς την ψυχή σου να θερίσεις,
από το να την αναγνωρίσεις.
Προτιμάς μακρυά του να φύγεις,
παρά δίπλα τους να καθίσεις.
Ξεχνάς συνέχεια ποιος είναι αυτός,
ξεχνάς συνέχεια τι έχει πει
δίπλα του κάθονται συνέχεια άλλες.
Κάθε φορά που σε συγκρίνει μαζί τους υποφέρεις,
δεν θέλεις να τους μοιάσεις
και το ξέρεις,
θέλεις να φύγεις κι όλο μένεις.
Όταν συνάντησες τον Αλκίνοο προχτές το βράδυ,
δεν τον έδιωξες ξανά.
Σε πήρε από το χέρι και σε τράβηξε στο βυθό,
εκεί που ένας άγγελος χρόνια κατοικεί,
κρατώντας αγκαλιά όνειρα διαψευσμένα,
βράδια βαριά και σπασμένα φτερά,
στιγμές που χάθηκαν.
Σου είπε να δώσεις προσοχή,
τώρα ήρθε η ώρα,
το δώρο σου να πάρεις,
ο άγγελος άλλαξε μορφή,
κι έγινε ο καθρέφτης,
που μέσα του είδες εσένα.
_
γράφει η Λίλιθ








0 Σχόλια