Ένας μικρός σπουργίτης,
ήρθε ένα δειλινό
που το φως λιγόστευε νωρίς.
Στάθηκε στο μπαλκόνι μου και με κοίταξε,
σαν να γνώριζε ήδη,
όσα η ανθρώπινη ματιά αστοχά.
Δεν μίλησε αμέσως.
Άκουγε την ακινησία μου,
το βάρος που δεν φαίνεται.
Ύστερα έγειρε το κεφάλι του
και ρώτησε απαλά:
«Ποιες αλυσίδες σε κρατούν
και δεν πετείς ελεύθερος;»
Κόμπιασα.
Τι να του πω;
Τι να τ’ ομολογήσω;
Αθώος ο μικρός σπουργίτης,
άθικτος απ’ τον χρόνο.
Πώς να του στάξω στην καρδιά τόσο σκοτάδι;
Πώς εξηγείται η κόπωση της ψυχής,
σε κάτι που γεννήθηκε για ουρανό;
Πώς μιλάς για ρωγμές,
για πληγές που δεν αιμορραγούν
μα συνάμα δεν κλείνουν;
Κι όμως, του αποκρίθηκα:
«Μικρέ μου σπουργίτη,
άπαξ και λαβωθεί η ανθρώπινη ψυχή,
σβήνει πρώτα η μνήμη των φτερών.
Οι αλυσίδες βαραίνουν,
γίνονται σιωπή και σίδερο,
κι η ζωή,
αχ! αυτή η όμορφη και ανάλαφρη ζωή,
μοιάζει μακρινή,
σαν κάτι που δεν μας ανήκε ποτέ».
Με κοίταξε ώρα πολλή.
Σαν να μέτρησε τον πόνο μου.
Ένα ανεπαίσθητο μειδίαμα
φώτισε το μικρό του πρόσωπο και είπε:
«Πόσο άδικο έχεις μέσα στο δίκιο σου.
Γιατί τότε, μόνον τότε, πρέπει να πετάς.
Κι αν με βλέπεις μικρό,
αν με νομίζεις ελαφρύ,
μην ξεγελιέσαι,
κουβαλώ βουνά στις φτερούγες μου».
Και πέταξε.
Μέσα στο μισοσκόταδο.
Σαν σκέψη που δεν άντεξα να κρατήσω.
Δεν τον ξαναείδα ποτέ.
Ίσως να ήταν όνειρο.
Ίσως μια αλήθεια,
που πέρασε για λίγο απ’ την ζωή μου
κι έφυγε,
όχι για να με πληγώσει,
αλλά για να μου θυμίσει,
πως ακόμη μπορώ να πετάξω.
Ο χρόνος θα δείξει.
_
γράφει η Έλενα Γιαννούλη








0 Σχόλια