Η μνήμη ως «προσωπικό» και ως «τοπικό»: Τα Αγκαθερά του Βάκη Λοϊζίδη

 

Η μνήμη όπου και να την αγγίξεις πονεί

Γιώργος Σεφέρης, Ημερολόγιο Καταστρώματος

γράφει ο

Ανδρέας Αντωνίου

Η ποιητική συλλογή του Βάκη Λοϊζίδη Αγκαθερά δίνει, ήδη από τον τίτλο, το στίγμα της συλλογής. Η επιλογή της κυπριακής λέξης αγκαθερά αντί της ελληνικής αγκάθια ή αγκαθωτά είναι μια δήλωση πως η συλλογή θα διατηρήσει τον τοπικό, κυπριακό χαρακτήρα, έναν χαρακτήρα που εμφανίζεται και στο ίδιο το φυτό που υποδηλώνει. Οι αγκαθωτοί θάμνοι ευδοκιμούν ιδιαίτερα σε θερμά και ξηρά κλίματα, όπως της Κύπρου, επομένως η συλλογή, όπως και οι θάμνοι, σκοπεύει να σταθεί στο αμιγώς κυπριακό στοιχείο. Βέβαια, τα αγκάθια αυτών των θάμνων κεντούν και τρυπούν το δέρμα, όπως η ποιητική συλλογή επιθυμεί να «τρυπήσει» τον αναγνώστη, να μιλήσει για πράγματα με ειλικρίνεια και ως εκ τούτου με μεγάλη δόση οδύνης.

Τα Αγκαθερά κινούνται σε δύο βασικές θεματικές που η μία εισχωρεί στην άλλη, μέσω του βασικού άξονα της συλλογής: Αφενός υπάρχει το προσωπικό στοιχείο, η υποκειμενική εμπειρία του ποιητή, αφετέρου το τοπικό στοιχείο, η ιδιαίτερη τοπική ταυτότητα. Και τα δύο εντάσσονται σε μια ευρύτερη προβληματική για την μνήμη.

Όσον αφορά το προσωπικό επίπεδο, τα ποιήματα παραμένουν απλά, διατηρώντας όμως το βάθος που απαιτείται από ένα τέτοιο εγχείρημα. O ποιητής ανακαλεί μνήμες, κυρίως από την παιδική του ηλικία, που προκύπτουν από μια πληθώρα ερεθισμάτων: Οι ζεπρούες (μικρές ζέβρες) που αγαπούσε μικρός, ο παππούς και η στετέ (γιαγιά) με την καθημερινότητά τους, τα οξυνούθκια (είδος λουλουδιού), οι μαστραππάδες (μεταλλικά δοχεία) ανασυνθέτουν όχι μόνο την παιδική ηλικία του ποιητή, αλλά την κοινωνική πραγματικότητα της εποχής.

Το προσωπικό βίωμα είναι στενά συνυφασμένο με την τοπικότητα. Η μνήμη δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς ένα χρονικό και κυρίως ένα τοπικό πλαίσιο. Μέσα στην συλλογή παρατηρούμε πλήθος από τοπικές αναφορές της Χώρας (Λευκωσίας), όπως το «Σπιτφάιρ» και η οδός Μεζίτ, κι ακόμη αναφορές σε κατεχόμενες περιοχές όπως η Καντάρα κι ο Άγιος Ανδρέας, που συνθέτουν το όραμα του ποιητή: την ψυχή της Κύπρου πριν την εισβολή.

Η συλλογή ισορροπεί μεταξύ του προσωπικού και του τοπικού, του υποκειμενικού και του συλλογικού, μεταξύ του παρελθόντος και του παρόντος, μεταξύ μιας ευχάριστης και μιας απαισιόδοξης νοσταλγίας, μεταξύ ενός σαρκαστικού χιούμορ και ενός σοβαρού προβληματισμού.

Τα Αγκαθερά του Λοϊζίδη είναι ένα πρόταγμα. Εμμέσως πλην σαφώς, ο ποιητής προσπαθεί να περάσει ένα μήνυμα στον αναγνώστη: «Αν θέλεις να ανακαλύψεις την συλλογική μνήμη αυτού του τόπου, αν θέλεις να ανακαλύψεις τι ήταν η Κύπρος πριν την Εισβολή, τότε πρέπει να ξεκινήσεις από τα πολύ βασικά. Πρέπει να ξεκινήσεις από τις προσωπικές μνήμες», μοιάζουν να λένε όλα του τα ποιήματα.

Η προσωπική μνήμη είναι, για να δανειστώ τον τίτλο ενός ποιήματος, ένα μωσαϊκό, μια συνεχής αλληλεπίδραση μεταξύ των διαφόρων εθνικών στοιχείων, της ιστορικής πορείας, της σύγχρονης ζωής και του τοπικού, προσωπικού στοιχείου. Για αυτό ο Λοϊζίδης ασκεί κριτική στον Βασίλη Μιχαηλίδη και τον περίφημό του στίχο για την Ρωμιοσύνη, ανταπαντώντας του πως μόνο οι πέτρες είναι «συνότζιαιρες του κόσμου». Η κυπριακή ιδιαιτερότητα είναι αυτή, το ότι αποτελεί μια δεξαμενή διαφορετικών πληθυσμών, σε αντίθεση π.χ με την άποψη του Μόντη πως η κυπριακή ταυτότητα ισοδυναμεί με έναν αναλλοίωτο ελληνισμό που αντιστέκεται στις «χρόνια σκλαβιές ατέλειωτες».

Παρόλο που η ποιητική συλλογή προεξοφλεί την προκλητικότητα της, καθώς σε μερικά ποιήματα ο ποιητής απολογείται ειρωνικά για τις απόψεις του, εντούτοις αυτή η προκλητικότητα δεν ξενίζει τον αναγνώστη. Η τοπική ιδιότητα δεν είναι μονοπώλιο των Κυπρίων. Την ίδια έντονη τοπική ταυτότητα έχουν σχεδόν όλοι πληθυσμοί που τείνουν να βρίσκονται μακριά από το «εθνικό κέντρο» (ακόμη μία έννοια στην οποία εναντιώνεται ο Λοϊζίδης). Οι Κρητικοί και οι Επτανήσιοι, οι Μικρασιάτες και οι Πόντιοι έχουν κι αυτοί την ιδιαιτερότητά τους, έχουν κι αυτοί την δική τους ξεχωριστή ιστορική διαδρομή. Το εθνικό καταλήγει επιγιγνόμενο: Οι Κύπριοι είναι πρώτα Κύπριοι και μετά Έλληνες, όπως αναλογικά κάποιος θα θεωρούσε τους Πόντιους πρώτα Πόντιους και μετά Έλληνες. Το τοπικό υπερισχύει του εθνικού, ως πιο απτό και συγκεκριμένο.

Σε ένα ποίημα μόνο, ο Λοϊζίδης ασχολείται με την παγκοσμιοποίηση, ψέγοντας τους Τουρκοκύπριους που προτιμάν τον φρέντο καπουτσίνο από τον τούρκικο καφέ. Παρόλο που δεν εμβαθύνει προς αυτή την κατεύθυνση, εντούτοις πιστεύω πως μπορεί να ενταχθεί στην γενικότερη συλλογιστική. Το τοπικό κινδυνεύει, όχι μόνο από μια γενικόλογη εθνική ταυτότητα (η οποία εντοπίζεται μόνο ως μία ψηφίδα σε ένα μεγαλύτερο μωσαϊκό), αλλά κι από μια τάση παγκοσμιοποίησης, μιας ομογενοποίησης πολιτισμών κατά την οποία αμβλύνεται ή εξαφανίζεται η τοπική ιδιαιτερότητα.

Εδώ εντοπίζω και το βασικό πρόβλημα αυτής της συλλογής. Έχω γράψει κατά καιρούς πως ένα βασικό γνώρισμα της (ελληνο)κυπριακής ποίησης είναι ο αυτοεγκλωβισμός της στο τοπικό της στοιχείο και στην εθνική της ταυτότητα. Από τον Μιχαηλίδη και τον Λιπέρτη μέχρι τον Μόντη και τον Παντελή Μηχανικό, η κυπριακή ποίηση μοιάζει με ποίηση εσωτερικής κατανάλωσης. Εμείς τα λέμε, εμείς τ’ ακούμε. Παρόλο που υπάρχει έντονο το στοιχείο της πολυπολιτισμικότητας στα Αγκαθερά, αυτή η πολυπολιτισμικότητα είναι τοπική. Τα σύνορα της συλλογής είναι τα σύνορα της πόλης, του χωριού, ενός χωριού που τα νέα για τον έξω κόσμο δεν έχουν έρθει ακόμη, όπως χαρακτηριστικά λέγεται για την κυπριακή κοινωνία πριν και (δυστυχώς) μετά την εισβολή. Η συλλογή του Λοϊζίδη δεν απευθύνεται απλώς στους Κύπριους, αλλά το μήνυμά της εξαντλείται σε αυτούς.

Όπως η ευρύτερη τάση της κυπριακής ποίησης, τα Αγκαθερά παραμένουν σκαλωμένα στο παρελθόν. Οι μνήμες, η νοσταλγία, η ανασυγκρότηση της «παλιάς, καλής κι αθώας εποχής» είναι εκεί – και ο Λοϊζίδης κάνει εξαιρετική δουλειά – όμως αποκομίζει κανείς την αίσθηση πως η συλλογή πέφτει μονίμως σε αδιέξοδα. Δεν αναφέρομαι μόνο στην αδιέξοδη προσπάθεια επιστροφής σε μια προγενέστερη κατάσταση, από την οποία έχουμε παρέλθει ανεπιστρεπτί. Αναφέρομαι στην αδιέξοδη προσπάθεια αναχαίτισης της πορείας του χρόνου, στην αδιέξοδη προσπάθεια υπέρβασης των δυσκολιών που αναγνωρίζει. Τα Αγκαθερά αποτελούν ένα πρόταγμα, όμως από ένα σημείο και μετά, ειδικά στην κρίσιμη στιγμή όπου πρέπει να γίνει μια υπέρβαση, αυτό το πρόταγμα μένει στάσιμο και πέφτει σε τέλμα.

Από τεχνικής άποψης, τα ποιήματα είναι άρτια. Η λεπτή, μα τόσο δηκτική, ειρωνεία του Λοϊζίδη είναι απολαυστική, όσο και η θεατρικότητα που παρουσιάζουν κάποια από τα ποιήματά του. Δεν είναι μόνο οι εικόνες που τόσο γλαφυρά περιγράφονται, αλλά το ίδιο το ύφος του αφηγητή-ποιητή, που μοιάζει πραγματικά με έναν σαρδόνιο κομπέρ. Ο Βάκης Λοϊζίδης είναι ένας αληθινός μάστορας της ειρωνείας και αυτό το αποδεικνύει σε αυτή τη συλλογή του.

Συνοψίζοντας, τα Αγκαθερά είναι μια αξιόλογη συλλογή, άρτια τεχνικά, που τηρεί ουσιώδη στάση απέναντι στα ζητήματα που αναγνωρίζει και θίγει. Βεβαίως έχει και τις αδυναμίες της. Η συλλογή είναι γραμμένη στο παρόν, όμως ζει και αναπνέει στο παρελθόν, αφήνοντας μετέωρο το μέλλον. Θέλει – και σε αρκετά σημεία το καταφέρνει – να αποστασιοποιηθεί από τα τετριμμένα στοιχεία της κυπριακής λογοτεχνίας, αλλά και πάλι καταλήγει να υιοθετεί πολλά από τα χαρακτηριστικά που, κατά την γνώμη μου, κρατούν την κυπριακή λογοτεχνία στάσιμη: Έντονο τοπικό/τοπικιστικό πνεύμα, αναφορές στην κυπριακή ιστορία, σαφείς πολιτικές τοποθετήσεις. Τα Αγκαθερά είναι μια ποιητική συλλογή «εσωτερικής κατανάλωσης», μια συλλογή που απευθύνεται αποκλειστικά σε Κύπριους (εκατέρωθεν των πλευρών) και ως εκ τούτου δεν κάνει το ένα βήμα παραπάνω που θα την αναβάθμιζε από μια αξιοπρεπή συλλογή σε μια πραγματικά σπουδαία, ένα αληθινό σημείο αναφοράς.

Προσωπικά, θεωρώ πως η αξία αυτής της συλλογής βρίσκεται όχι μόνο στα πραγματικά έξυπνα ποιήματά της, αλλά στο γεγονός πως μπορεί να αποτελέσει μια αφορμή για έναν ειλικρινή διάλογο που αφορά την κυπριακή ποίηση. Είναι, κατά κάποιον τρόπο, λες και η κυπριακή ποίηση κοιτάει τον εαυτό της στον καθρέφτη, βλέποντας τα αρνητικά και τα θετικά της, και καθώς ο Λοϊζίδης μας παρουσιάζει ένα ενδεικτικό είδωλο για το ποιοι ήμασταν και ποιοι είμαστε σήμερα, η νέα γενιά ποιητών οφείλει να εγείρει πάνω σε αυτή τη συλλογή τα φλέγοντα ερωτήματα: Ποιοι θέλουμε να γίνουμε; Τι είδους ποίηση θέλουμε να γράψουμε;

Ακολουθήστε μας

Οι προσφορές των εφημερίδων για το Σαββατοκύριακο 24 – 25 Φεβρουαρίου 2024

Οι προσφορές των εφημερίδων για το Σαββατοκύριακο 24 – 25 Φεβρουαρίου 2024

Real News Καθημερινή Πρώτο Θέμα Το Βήμα της Κυριακής Δώστε μας το email σας και κάθε Παρασκευήθα έχετε στα εισερχόμενά σας τις προσφορές των εφημερίδων (Δεν στέλνουμε ανεπιθύμητη αλληλογραφία ενώ μπορείτε να διαγραφείτε με ένα κλικ και δεν θα...

Πώς να γίνεις κατάσκοπος, του Ντανιέλ Νεσκένς

Πώς να γίνεις κατάσκοπος, του Ντανιέλ Νεσκένς

Τι είναι κατάσκοπος; Ποια είναι τα προσόντα και ποιοι οι δώδεκα χρυσοί κανόνες του καλού κατασκόπου; Τι τεχνικές κατασκοπείας να ακολουθήσω και τι λάθη γίνονται συνήθως; Τι περιέχει η βαλίτσα του κατασκόπου; Ποιοι είναι οι θρυλικότεροι κατάσκοποι; Αυτά και άλλα...

Ο άνεμος ξέρει τ’ όνομά μου, της Ιζαμπέλ Αλιέντε

Ο άνεμος ξέρει τ’ όνομά μου, της Ιζαμπέλ Αλιέντε

- γράφει η Κατερίνα Σιδέρη - Ο Ζάμουιλ είναι ένα παιδί 6 χρονών. Πατέρας του είναι ο γιατρός Ρούντολφ που προσφέρει δωρεάν τις υπηρεσίες του σχεδόν στους μισούς ασθενείς του και μητέρα του η Ράχελ, δασκάλα μουσικής. Είναι Εβραίοι και ζουν στην Αυστρία. Ο Ζάμουιλ...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Επιμέλεια άρθρου

Διαβάστε κι αυτά

ΒιβλιοκριτικέςΠαιδική λογοτεχνία
Πώς να γίνεις κατάσκοπος, του Ντανιέλ Νεσκένς
Πώς να γίνεις κατάσκοπος, του Ντανιέλ Νεσκένς

Πώς να γίνεις κατάσκοπος, του Ντανιέλ Νεσκένς

Τι είναι κατάσκοπος; Ποια είναι τα προσόντα και ποιοι οι δώδεκα χρυσοί κανόνες του καλού κατασκόπου; Τι τεχνικές κατασκοπείας να ακολουθήσω και τι λάθη γίνονται συνήθως; Τι περιέχει η βαλίτσα του κατασκόπου; Ποιοι είναι οι θρυλικότεροι κατάσκοποι; Αυτά και άλλα...

Βιβλιοκριτικές
Ο άνεμος ξέρει τ’ όνομά μου, της Ιζαμπέλ Αλιέντε
Ο άνεμος ξέρει τ’ όνομά μου, της Ιζαμπέλ Αλιέντε

Ο άνεμος ξέρει τ’ όνομά μου, της Ιζαμπέλ Αλιέντε

- γράφει η Κατερίνα Σιδέρη - Ο Ζάμουιλ είναι ένα παιδί 6 χρονών. Πατέρας του είναι ο γιατρός Ρούντολφ που προσφέρει δωρεάν τις υπηρεσίες του σχεδόν στους μισούς ασθενείς του και μητέρα του η Ράχελ, δασκάλα μουσικής. Είναι Εβραίοι και ζουν στην Αυστρία. Ο Ζάμουιλ...

Βιβλιοκριτικές
Σταύρος Μίχας: ‘Ραβδοσκόπος του κενού’
Σταύρος Μίχας: ‘Ραβδοσκόπος του κενού’

Σταύρος Μίχας: ‘Ραβδοσκόπος του κενού’

Σταύρος Μίχας Ραβδοσκόπος του κενού _ γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης - Οι εκδόσεις ‘Μανδραγόρας’ εξέδωσαν εντός του 2023 την όγδοη κατά σειρά ποιητική συλλογή του Σταύρου Μίχα, που εν προκειμένω φέρει τον εξόχως ποιητικό τίτλο ‘Ραβδοσκόπος του κενού’. Σε αυτό το...

Βιβλιοκριτικές
«…και χορεύω τις νύχτες», της Γαβριέλλας Νεοχωρίτου
«…και χορεύω τις νύχτες», της Γαβριέλλας Νεοχωρίτου

«…και χορεύω τις νύχτες», της Γαβριέλλας Νεοχωρίτου

 Γαβριέλλα Νεοχωρίτου Εκδόσεις ΦΙΛΙΠΠΟΤΗ - γράφει η Βάλια Καραμάνου - Τι είναι ο κόσμος μας; «Ένα όνειρο μέσα σε όνειρο» ισχυριζόταν ο Πόε, ένα «καταφύγιο που φθονούμε» έγραφε ο Καρυωτάκης. Ένας τέτοιος κόσμος ξεδιπλώνεται στην ποιητική συλλογή της Γαβριέλλας...

Βιβλιοκριτικές
Από ήλιο σε ήλιο: Αποσπερίτης, της Μαίρης Κόντζογλου
Από ήλιο σε ήλιο: Αποσπερίτης, της Μαίρης Κόντζογλου

Από ήλιο σε ήλιο: Αποσπερίτης, της Μαίρης Κόντζογλου

Σέριφος, ένα μικρό νησί με κατοίκους που αγωνίζονται να επιβιώσουν με ελάχιστες καλλιέργειες και με σκληρή καθημερινότητα. Η γη του όμως είναι πλούσια σε μετάλλευμα και γι’ αυτό μπαίνει στο στόχαστρο επιτήδειων που θέλουν να πλουτίσουν άκοπα και γρήγορα. Έτσι, το...

Βιβλιοκριτικές
Οι μοίρες της αστροφεγγιάς, της Μαρίας Γαβριελάτου
Οι μοίρες της αστροφεγγιάς, της Μαρίας Γαβριελάτου

Οι μοίρες της αστροφεγγιάς, της Μαρίας Γαβριελάτου

- γράφει η Κατερίνα Σιδέρη - Η Δάφνη, μοναχοκόρη, έζησε τα πρώτα χρόνια της ζωής της πλάι στους γονείς της και πολύ γρήγορα έμεινε ορφανή. Με μοναδική συγγενή της την αδερφή του πατέρα της, βρέθηκε ανήλικη στο σπίτι της ελεεινής Βασιλικής, μιας γυναίκας που το...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου