Η μνήμη όλη άνθισε μέσα
σε μιας φωτογραφίας τη διαφύλαξη.
Σήκω κάτσε σήκω κάτσε
ξεθώριασε απ' την επίμονη τριβή
η παιδική μου η καρέκλα.
Το αμετάβλητο προσμένει
την αναμόχλευσή του με σύμπραξη
των φλας του φωτογράφου.

Η διαδρομή της παιδικής μου αδιαλλαξίας
κρεμάστηκε στο ψάθινο κορμί της
και ανακόλουθα κορδώνονται
τ΄ ανήλικα δυσδιάκριτα εγώ μου.
Έναν ήλιο ποθούσα
με την περιέργειά του να καίει
και μαζί του ταξίδευαν
με τις πιο ευφάνταστες χορογραφίες
τα αδιαπραγμάτευτα όνειρα.
Έναν άνεμο βοτσαλένιο μύριζα
και σύσσωμες φύονταν
οι ερωταποκρίσεις της γνώσης
ωσάν ατέλειωτος σιδηρόδρομος
στης ζωής το αξεδίψαστο αίνιγμα.
Μια θάλασσα "γιατί" έσταζα
στον κόσμο των γρίφων
που με δεμένα τα μάτια
τυφλόμυγα έπαιζαν
με της ζωής το απρόφταστο.
Στο ξύλινο, το παίγνιο της καρέκλας το σκαρί
καθήμενο τ' ανεφάρμοστο
 θείο φάνταζε
μετρώντας μαζί μ' ένα παιδί τα άστρα
και τις μαβιές νεφελογιρλάντες
που σαν κουράζονταν  έγερναν
και κούρνιαζαν στον άσπιλο ορίζοντα.

Δεν ήταν η φυλακή του δεδομένου
η αίσθηση ατόφιας της ελευθερίας στάθηκε
η απόμαχη η παιδική μου η καρέκλα.

 

_

γράφει η Καλλιόπη Δημητροπούλου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!