Μας κούρασαν οι μέρες της σιωπής,

οι αντοχές μας λιγόστεψαν…

Σαν ξέμπαρκοι ναύτες ατενίζουμε

τις θάλασσες του αύριο.

Μ’ έναν καφέ κ’ ένα τσιγάρο

εναλλάσσουμε την πίκρα μας

στον καφενέ της ζωής.

Οι εποχές αλλάζουν αθόρυβα

με φόντο τα παγκάκια της πλατείας

που γεμίζουν κι αδειάζουν με κόσμο

και τη στάση του λεωφορείου απέναντι.

 

Κ’ εσύ μοιρολογείς τα νιάτα σου

που τρίφτηκαν σαν τα παλιά σου jeans

Σε θρανία σχολείων, σε καρέκλες γραφείων,

στους μαντρότοιχους της γειτονιάς σου

και στα χαλίκια μιας ερημικής παραλίας,

που σε ξημέρωσε κάποια ―ρομαντική― ερωτική σου ιστορία.

Τώρα, στου μπαλκονιού σου τον εξώστη

παρακολουθείς μία παρέλαση σκιών,

παλιών αξέχαστων στιγμών,

που τη ζωή σου είχαν μαγέψει…

Κ’ οι μυρωδιές των λουλουδιών

με άρωμα νοσταλγικό τις έχουν σημαδέψει.

 

Σε λίγο δεν θ’ αφουγκράζεσαι τίποτα…

Μήτε οι μυρωδιές των λουλουδιών σου λένε κάτι!

Σε αποχρώσεις του γκρίζου

η πόλη κοιμάται στα πόδια σου.

«Κι αύριο ίδια μέρα θα ’ναι…»

 

Οι αντοχές σηκώνονται να φύγουν…

«Το παρατραβήξαμε και σήμερα!»

Μ’ ένα κτύπημα συμπόνιας στην πλάτη μ’ αποχαιρετούν

κ’ έπειτα την πόρτα κλείνουν πίσω τους:

«Τα ξαναλέμε αύριο…»

 

από την ποιητική συλλογή “Μετρητής βημάτων”