τοβιβλίο.net

Select Page

“…η συγγραφή προκύπτει αυτοβούλως, δεν ζητά άδεια, δεν χρειάζεται αιτιολόγηση” – Μιχάλης Κατράκης

“…η συγγραφή προκύπτει αυτοβούλως, δεν ζητά άδεια, δεν χρειάζεται αιτιολόγηση” – Μιχάλης Κατράκης

Θάλασσα ιδεών σε ταξίδι αέναο....

(Φωτογραφία: © Στράτος Γιαννόπουλος)

Φιλοξενούμενος στη δράση «Ελάτε να μιλήσουμε για τη λογοτεχνία» είναι ο συγγραφέας Μιχάλης Κατράκης, τον οποίο και ευχαριστώ πολύ για την εξομολογητική του συνέντευξη!

 

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Ο Μιχάλης Κατράκης γεννήθηκε το 1980. Σε ηλικία έξι ετών εντυπωσίασε γονείς και δασκάλους αναδομώντας πλήρως την νεοελληνική ορθογραφία και δημιουργώντας πληθώρα νέων λέξεων από ήδη υπάρχουσες, όπως η λέξη «σπήτι» και το ρήμα «πέζο».  Η διεθνής λογοτεχνική κοινότητα τον χαρακτήρισε ως τον «μεγαλύτερο εν ζωή λογοπλάση». Δεν αρκέστηκε όμως σε αυτό. Σε ηλικία οχτώ χρονών κατάφερε να συντάξει έκθεση με θέμα «πως πέρασα το καλοκαίρι» και να περιγράψει σαράντα πέντε ημέρες παραθερισμού σε εννιά μόλις σειρές, εκ των οποίων η τελευταία ήταν η εξής: «Τρίτη ήταν που το θάψαμε». Το κείμενο έδωσε νέα ώθηση στο ρεύμα του αφαιρετικού υπερρεαλισμού και συνεχίζει να εμπνέει ακόμα και σήμερα χιλιάδες συγγραφείς παγκοσμίως.

Παρά τη φήμη του, μεγάλωσε σχεδόν νορμάλ, πέρασε από τα σύνορα της νεότητας σχεδόν ολοκληρωτικά, βιοπορίστηκε σε διάφορους τομείς σχεδόν με επιτυχία και ερωτεύθηκε παράφορα (χωρίς σχεδόν). Ζει από επιλογή στον κόσμο τον δικό του αλλά δέχεται συχνά επισκέπτες. Πού και πού γράφει για ό,τι βρει ενδιαφέρον. Το πρώτο του μυθιστόρημα με τίτλο «Ό-Ντέι: Το Φετίχ της Καρδιάς»  κυκλοφόρησε το 2007 από τις εκδόσεις ΟΞΥ. Το “«Resort” από τις εκδόσεις Ελκυστής είναι το δεύτερο.

Τρόποι επικοινωνίας:

E-mail: michalis.katrakis@gmail.com

FB page: “Μιχάλης Κατράκης”

Blog: 1000mgapousias.com

Ερωτηματολόγιο για Συγγραφείς

  1. Ανέφερε ένα απόσπασμα 1-4 σειρών από βιβλίο ή λεγόμενα του αγαπημένου σου ομότεχνου λογοτέχνη:

«Ο καθένας μας πρέπει να αφήνει κάτι πίσω του όταν πεθαίνει, έλεγε ο παππούς μου. Ένα παιδί ή ένα βιβλίο ή έναν πίνακα ή ένα σπίτι ή έναν χτισμένο τοίχο ή ένα ζευγάρι παπούτσια χειροποίητα. Ή έναν κήπο καλλιεργημένο. Κάτι που να το έπιασες με το χέρι σου, με όποιον τρόπο, έτσι ώστε η ψυχή σου να έχει κάπου να πάει όταν πεθάνεις και όταν οι άνθρωποι κοιτάζουν εκείνο το δέντρο ή το λουλούδι που φύτεψες, να είσαι εκεί. Δεν έχει σημασία το τι κάνεις, έλεγε, παρά μόνο να αλλάζεις κάτι από αυτό που ήταν πριν το αγγίξεις σε κάτι που να σου μοιάζει αφότου το αφήσεις από τα χέρια σου. Η διαφορά ανάμεσα στον άνθρωπο που απλώς κουρεύει το γκαζόν και στον πραγματικό κηπουρό είναι στο άγγιγμα, έλεγε. Ο πρώτος θα μπορούσε και να μην ήταν εκεί καθόλου. Ο κηπουρός θα είναι εκεί για πάντα».

-Γκρέηντζερ

από το “ΦΑΡΕΝΑΪΤ 451” του Ray Bradbury- εκδόσεις ΑΓΡΑ

  1. Για ποια λογοτεχνική εμπειρία αγωνίζεσαι την οποία και προσδοκάς να ζήσεις στο μέλλον;

Δεν είναι εύκολο να προσδιοριστεί, απαιτεί χρόνια προσωπικών ζυμώσεων και εν τέλει, αμφιβάλλω αν γίνεται πάντα ξεκάθαρο τι ακριβώς προσπαθούμε να πετύχουμε με όλες αυτές τις λέξεις που βάζουμε ξανά και ξανά σε σειρά. Υποθέτω πως τώρα στοχεύω στον αιφνιδιασμό του εαυτού μου, να προκύψει μια σειρά λέξεων τόσο ξένη ως προς αυτό που είμαι που να με υπερβαίνει σε κάθε επίπεδο, γνωστικό ή αισθητικό.

  1. Σε ποια ηλικία εκφράστηκες για πρώτη φορά, γράφοντας το πρώτο σου πεζό ή ποιητικό κείμενο;

“Για κάποιες παιδικές ασθένειες δεν υπάρχει εμβόλιο”

Όταν πήγαινα στην Τετάρτη Δημοτικού, τον προηγούμενο αιώνα, η δασκάλα μας η κυρία Μαρίνα που ήταν ένας άνθρωπος γλυκύτατος, συχνά διοργάνωνε μικρούς διαγωνισμούς στην τάξη με έπαθλα τα παιδικά βιβλία της κόρης της η οποία πλέον σπούδαζε ιατρική και δεν της έλειπαν τα αναγνώσματα. Σε έναν διαγωνισμό μαθηματικών είχα κερδίσει έναν σκληρόδετο τόμο με παπιοπεριπέτειες και σε έναν άλλο εικονογραφημένους τους Τρεις Σωματοφύλακες. Φυσικά, τα διάλεγα εικονογραφημένα γιατί μέχρι την ηλικία των εννέα χρόνων είχα πειστεί υπό τα σχόλια του οικογενειακού περιγύρου πως ήμουν ολοκληρωτικά αδιάφορος για τα βιβλία και ό,τι περιέχουν, σε αντίθεση με την αδελφή μου που σύμφωνα με τον ίδιο περίγυρο, ήταν σωστός βιβλιοφάγος. Έτσι, έπρεπε να περάσουν πολλά χρόνια για να διαβάσω Πηνελόπη Δέλτα, Άλκη Ζέη και Ζαχαρία Παπαντωνίου, αφού κάθε ύποπτη παράκληση μου προς αυτή την κατεύθυνση, αντιμετωπιζόταν άμεσα με ένα “σιγά μην το διαβάσεις ΕΣΥ αυτό!”

Θυμάμαι χαρακτηριστικά την πρώτη φορά που εξέφρασα την επιθυμία να μου αγοράσουν ένα βιβλίο δικό μου, όχι δανικό από τα δεκάδες της αδελφής μου. Με είχε πάρει η μητέρα μου από το σχολείο και πήγαμε στο βιβλιοπωλείο “Χελμός”, λίγο πιο πάνω από την Ευαγγελίστρια στην Νίκαια, για να αγοράσουμε γραφική ύλη. Κοιτούσα τα ράφια όση ώρα η μητέρα μου φρόντιζε τις ανάγκες μου σε τέμπερες με τον βιβλιοπώλη. Το βλέμμα μου έπεσε πάνω στην σκληρή ράχη ενός βιβλίου διαφορετικού. Ήταν γαλάζια με κίτρινα γράμματα. “20.000 λεύγες κάτω από την θάλασσα”.

Αυτό ήταν. Αυτό ήθελα. Το είπα δειλά, εισέπραξα λογική δυσπιστία. Το είπα λίγο πιο έντονα. Αυτή την φορά εισέπραξα εκνευρισμό. Μου την βίδωσε και άρχισα να επιμένω.

“Ε, παρ’ του το βρε Αγγελική! Βιβλίο είναι, γιατί δεν τον αφήνεις;”

“Αχ”, απάντησε εκείνη αγανακτισμένη “δεν θα το διαβάσει καλέ! Αυτός ούτε Ποπάι δεν διαβάζει!” Με τα πολλά μου το πήρε, όμως, δεν σταμάτησε να λέει πως δεν θα το διάβαζα τελικά και τσάμπα τα λεφτά. Δεν το διάβασα από πείσμα, τουλάχιστον όχι μπροστά της. Κι όταν με ρωτούσε πως τα πήγαινα και αν μου άρεσε της έλεγα πως έχει ωραίο εξώφυλλο, ακόμα κι όταν αρρώσταινα στα κρυφά από επιθυμία να κρατήσω το πηδάλιο του Ναυτίλου.

Όπως και να ‘χει, η σχέση μου με την λογοτεχνία ήταν ανύπαρκτη για όλους. Έγραφα άλλωστε τραγικές εκθέσεις και ήμουν απαράδεκτος στην ορθογραφία. Μια μέρα λοιπόν, η κυρία Μαρίνα μας ανακοίνωσε πως θα κάναμε, λέει, διαγωνισμό ποίησης. Κάθε παιδάκι θα έπρεπε να γράψει ένα ποίημα με ότι θέμα επιθυμούσε το ίδιο και θα τα διαβάζαμε στην τάξη. Θα ψηφίζαμε το καλύτερο και ο μικρός συγγραφέας θα κέρδιζε το αγαπημένο βιβλίο της κόρης της. Εγώ έγραψα ενα ποίημα έμμετρο με ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία. Το ονόμασα “Άνοιξη”. Από το περιεχόμενο του δεν θυμάμαι παρά δυο στίχους, τους οποίους παραθέτω για ιστορικούς λόγους:

“Τριαντάφυλλα ολόγυρα μυρίζει

Να, η Άνοιξη περνά και λουλουδίζει”

Εντάξει, δεν είναι και Καβάφης, αλλά προς υπεράσπιση της τέχνης μου, δεν ήμουν παρά εννιά χρονών.

Τα διαβάσαμε τα ποιήματα μας στην τάξη. Ούτε εγώ δεν με ψήφισα. Προτίμησα το ποίημα της Αγγελικής Καρύδη, “Τα Βατραχάκια”, που είχαν πολύ δυνατό στίχο και έκαναν και “βρεκεκέξ κουάξ κουάξ” και έβγαζαν και γέλιο. Εγώ και ολόκληρη η τάξη.

Η κυρία Μαρίνα, όταν ολοκληρώθηκε η ανάγνωση όλων των ποιημάτων μας είπε τα γλυκά της μπράβο και έδωσε στην Αγγελική το βιβλίο τυλιγμένο σε γυαλιστερό χαρτί με λουλουδάκια.

“Αφού ψηφίσατε όλοι και βγάλαμε τον νικητή μας”, είπε καθώς η Αγγελικούλα ξετύλιγε γεμάτη χαρά το βραβείο της “θα σας πω κι εγώ ποιο ήταν τ’ αγαπημένο μου. Το πιο αστείο ήταν της Αγγελικής, σίγουρα. Αλλά το ομορφότερο ήταν του Μιχάλη”. Την ώρα που άκουσα το όνομα μου, η Αγγελική σήκωσε ψηλά το βιβλίο που είχε αποκαλυφθεί. Ήταν το “20.000 λεύγες κάτω από την θάλασσα”. Δεν στεναχωρήθηκα που δεν κέρδισα το έπαθλο. Το είχα άλλωστε. Άσε που, σύμφωνα με τον περίγυρο, ήμουν τελείως ανίκανος να διαβάσω το οτιδήποτε. Φανταστείτε τώρα, να το κέρδιζα και να έπρεπε να το διαβάσω όχι μία, αλλά δυο φορές!

Εκείνη η προτροπή από την κυρία Μαρίνα όμως, ήταν μία μολυσματική ενθάρρυνση. Προφανώς δεν θεραπεύτηκε ποτέ. Ίσως αν το είχε πάρει χαμπάρι ο περίγυρος να μου είχαν κάνει κάποιο εμβόλιο στην ώρα του και τώρα να ήμουν μια χαρά και να ασχολούμουν κι εγώ, σαν όλα τα καλά παιδάκια, με το φύλλο αγώνος. Αλλά δεν το πήρε.

  1. Γιατί γράφεις;

Από όλες τις ερωτήσεις, αυτή είναι, ίσως, η δυσκολότερη. Δεν υπάρχει εξήγηση. Όσοι προσπαθούν να απαντήσουν σε αυτό το ερώτημα και καταφέρνουν να συντάξουν μια πρόταση που να βγάζει κάποιο νόημα, κατ’ αρχάς είναι εξαίρετοι συγγραφείς αφού τα καταφέρνουν και έπειτα, είναι ολοκληρωτικά χαμένοι μέσα στην δίνη των λέξεων που βγαίνουν ορμητικά από μέσα τους ή φοβερά επιτυχημένοι ψεύτες, σε σημείο που να εξαπατούν ακόμα και τον ίδιο τους τον εαυτό. Η συγγραφή προκύπτει αυτοβούλως, δεν ζητά άδεια, δεν χρειάζεται αιτιολόγηση, δεν απαιτεί εξηγήσεις με τον ίδιο τρόπο που δεν απαιτεί εξηγήσεις και το αντανακλαστικό των νεύρων σε ένα οδυνηρό ή ηδονιστικό ερέθισμα. Λειτουργεί περίπου όπως η αναπνοή. Αναγκαία, απόλυτα, εν είδει μηχανισμού συντήρησης στην ζωή. Ξεκινά μόνη της και παύει όταν το επιθυμεί. Χωρίς εξηγήσεις.

  1. Σε ποιόν εκδοτικό οίκο θα ήθελες να εκδίδεται το βιβλίο σου και γιατί;

Ο ΕΛΚΥΣΤΗΣ είναι επιλογή. Είναι καινούργιος, είναι “χειροποίητος”, μικρός, αυθεντικός, περιθωριακός, ερασιτεχνικός (με την κυριολεκτική έννοια του “εραστή των τεχνών”) και μου προσφέρει ασφάλεια, όχι ως προς την διανομή ή την προβολή των βιβλίων μου, αυτό δεν με απασχολεί τόσο, αλλά ως προς το ήθος και την αγάπη για τις εκδόσεις. Είναι ένας από τους τέσσερις εκδότες που επέλεξα να στείλω τα κείμενα μου προς αξιολόγηση.

  1. Τι είναι για εσένα οι αναγνώστες; Πελάτες, κριτές ή συμβουλάτορες;

Τίποτα από αυτά. Ο αναγνώστης, ο κάθε αναγνώστης είναι για το κείμενο που κρατάει στα χέρια του ένας δέκτης και μάλιστα πολύ ισχυρός. Εάν το σήμα δεν φτάνει αρκετά βαθειά μέσα του, τότε φταίει το δίχως άλλο ο πομπός. Κι αυτό, αν και σχετικό μιας και παίζει τρομερό ρόλο ο συγχρονισμός των δύο μερών, όσο σκληρό κι αν ακούγεται, είναι μια μορφή αλήθειας.

  1. Ποια λογοτεχνική ερώτηση μισείς να σου κάνουν και γιατί;

Από πού αντλώ “έμπνευση”/ τι με “εμπνέει” κι αυτό γιατί αισθάνομαι ένα μούδιασμα που αγγίζει τα όρια της αποστροφής στο άκουσμα και μόνο της λέξης “έμπνευση” ή “εμπνευσμένος”. Δεν υπάρχει ούτε σαν έννοια για εμένα η έμπνευση. Δεν είναι παρά ένα ευφυολόγημα δημιουργημένο από χειραγωγούς των μαζών σε θρησκευτικό επίπεδο, υιοθετημένο εκ των υστέρων από κριτικούς κάθε είδους για να αξιολογήσουν κάπως την αξία ή να εξηγήσουν το αισθητικό κάλλος ενός έργου, του οποίου δεν υπήρξαν οι δημιουργοί. Το μόνο που υπάρχει και το οποίο προσπαθεί να περιγράψει η λέξη “έμπνευση” είναι μία συνεχής παρατήρηση του κόσμου, οδυνηρή εσωτερίκευση και πολλή, σκληρή δουλειά.

  1. Με άριστα το 10, πού κατατάσσεις την συγγραφική σου ικανότητα και γιατί;

Δεν θα τολμούσα να κατατάξω τον εαυτό μου σε μια τέτοια κλίμακα γιατί εάν το 10 πρέπει να πάει στον Αισχύλο, τον Σέξπιρ και τον Όμηρο, όλοι οι υπόλοιποι δεν μπορούμε παρά να παραμείνουμε στον άσσο. Μπορώ όμως να πω πως τώρα νοιώθω ότι βρίσκομαι συγγραφικά στα χρόνια του Δημοτικού και πως το Resort, το οποίο αν και κυκλοφόρησε μόλις τώρα το έγραψα πριν περίπου δώδεκα χρόνια, είναι τα χρόνια του Νηπιαγωγείου.

  1. Πιστεύεις πως οι περισσότεροι ομότεχνοί σου γράφουν από εσωτερική ανάγκη ή επιδιώκουν αποκλειστικά το χρήμα και την δόξα;

Εάν επιδιώκουν το χρήμα και την δόξα, δεν έχουμε τίποτα “ομό-” μεταξύ μας. Η ανάγκη με ορίζει και μπορώ να ταυτιστώ με όσους είναι έρμαιά της. Σίγουρα προκύπτουν και κείμενα που μπορούν να θεωρηθούν “ευπώλητα” και δημιουργήθηκαν με σκοπό το εμπόριο. Κάποια είναι αρκετά εντάξει.

  1. Έχεις μόνο συμπάθειες ή και αντιπάθειες στους λογοτεχνικούς κύκλους; Ποια η αιτία αυτών;

Δεν μπορώ να πω ότι οι “λογοτεχνικοί κύκλοι” μου έχουν αποκαλυφθεί ακόμα. Στους προσωπικούς μου κύκλους έχω ανθρώπους που σιγοκαίγονται από τις ίδιες φλόγες, αυτές των λέξεων, αλλά είναι εδώ από επιλογή, όχι από ανάγκη.

…και η ώρα σου να ανταποδώσεις την…. ιερή εξέταση που πέρασες από αυτή την ανακριτική συνέντευξη! Κάνε μια δική σου, λογοτεχνική ερώτηση-ταμπού για κάτι που θα ήθελες να μάθεις για τον δημιουργό αυτού του ερωτηματολογίου!

Εάν ξυπνούσες και διαπίστωνες πως δεν καταφέρνεις να εντοπίσεις τίποτα γύρω σου αρκετά ελπιδοφόρο ώστε να αντλήσεις όχι “θετική” αλλά ούτε καν την αναγκαία ενέργεια που διατρέχει τις φλέβες σου ώστε να μπορείς να ανταπεξέλθεις σε μία μέρα κοινή και θλιβερή, θεωρείς πως θα έγραφες καλύτερα, πιο ουσιαστικά ή όχι;

Θεόφιλος Γιαννόπουλος: Θέλω αρχικά να σε ευχαριστήσω αγαπητέ μου συγγραφέα για τις προσωπικές σου εξομολογήσεις και να σου ευχηθώ από καρδιάς πάντα επιτυχίες στην λογοτεχνική σου διαδρομή!

Σχετικά με το ερώτημά σου, εάν ξυπνούσα σε έναν τέτοιο κόσμο θα προσπαθούσα είτε να βρω ψήγματα χαράς είτε να τα δημιουργήσω ώστε να καταφέρω να ζήσω. Γιατί πιστεύω πως για να ζήσουμε και να αφιερωθούμε στην συγγραφή έχουμε πάντα ως αφορμή θετικά συναισθήματα ή εξαγνιστικούς σκοπούς ,-με κοινή συνισταμένη την ελπίδα-, ξετυλίγονται έτσι αυθόρμητα τα όνειρά μας στο χαρτί….

Αν είσαι συγγραφέας ή αναγνώστης , τότε σε καλούμε σε μια λογοτεχνική συνέντευξη-ταμπού στην στήλη ”Θάλασσα ιδεών”!

Για να σας αποσταλεί  το ερωτηματολόγιο  επικοινωνείτε μαζί μου στο προφίλ www.facebook.com/giannopoulos.theofilos ή στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο theofilosbook@yahoo.gr με τίτλο  θέματος: «Μιλάμε για τη λογοτεχνία» συμπληρώνοντας την λέξη «Συγγραφέας» ή «Αναγνώστης», ανάλογα με την ιδιότητά σας.

Ελάτε να βάλουμε όλοι μας από ένα λιθαράκι ώστε ο λογοτεχνικός κόσμος να γίνει ακόμη ομορφότερος!

Με όλη τη θετική μου ενέργεια

Θεόφιλος Γιαννόπουλος

Σημαντική σημείωση: Οι απαντήσεις στις συνεντεύξεις των συγγραφέων και των αναγνωστών δίνονται με το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου και αντιπροσωπεύουν αποκλειστικά τις προσωπικές σκέψεις του εκάστοτε συμμετέχοντα. Ο υπεύθυνος της στήλης και η ιστοσελίδα tovivlio.net δε φέρουν καμία νομική ευθύνη.

 

Επιμέλεια κειμένου

Θεόφιλος Γιαννόπουλος

Ο Θεόφιλος Γιαννόπουλος γεννήθηκε και ζει στο Καλοχώρι Θεσσαλονίκης. Δραστηριοποιείται ως συγγραφέας, ποιητής, αξιολογητής και λογοτεχνικός επιμελητής μυθιστορημάτων, ομιλητής σε παρουσιάσεις βιβλίων, καθώς και ως αρθρογράφος σε πολιτιστικές ιστοσελίδες. Έχει διακριθεί σε πανελλήνιους, διεθνείς και παγκόσμιους λογοτεχνικούς διαγωνισμούς κι έργα του συμμετέχουν σε ανθολογίες διηγημάτων και ποίησης. "Το Αγκάθινο Στέμμα" από τις εκδόσεις ΕΞΗ είναι το πρώτο του μυθιστόρημα. Για περισσότερα στοιχεία σχετικά με την πλοκή, καθώς και για να διαβάσετε δωρεάν το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου, μπορείτε να επισκεφτείτε την παρακάτω ιστοσελίδα: http://ekdoseiseksi.gr/shop/ελληνική-λογοτεχνία/το-αγκαθινο-στεμμα/ Τρόπος επικοινωνίας: www.facebook.com/giannopoulos.theofilos

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Κερδίστε το!

Οδηγός ιστοσελίδας

Αθήνα Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος