
…γράφει ο Θεόφιλος Γιαννόπουλος
Την αγαπώ την Μοναξιά. Έχω ορκιστεί άπειρες φορές στο όνομά της πως δε θα την αποχωριστώ ποτέ. Άλλωστε, τα πρώτα μου χρόνια τα μεγάλωσα στην αγκαλιά της. Τότε, που μες στο σκοτάδι της εξομολογούμουν ψιθυριστά τις σκέψεις μου, κρύβοντάς τες απ’ τους υπόλοιπους Ανθρώπους.
Μα κι εκείνη έστεκε πάντα συνεπής στη θλίψη μου. Μου στάθηκε πιστή σύντροφος σκουπίζοντάς μου το πρώτο δάκρυ που κατρακύλησε στο στόμα, επουλώνοντας τόσες και τόσες φορές το πένθος που μ’ αγκάλιαζε. Δε χρειαζόμουν άλλη απόδειξη για ν’ αποφασίσω ότι μονάχα μαζί της μπορώ ν’ ανασαίνω ελεύθερος. Ζωγραφίζοντας ανέμελος στα χαρτιά με χρώματα, συναισθήματα και λέξεις όσα ποθούσα, θαρρώντας πως ποτέ δε θα τα ζήσω.
-Και πάντοτε, για έναν ήλιο που φιλοξενούσα στο στόμα, μεγάλωνα κι από ένα φεγγάρι στα θλιμμένα μου μάτια. Υπομένοντας τον μόνο τρόπο που πίστευα πως είναι η αγάπη-.
Για αρκετό καιρό ζούσα με τις κουρτίνες κλειστές και την ανάσα φυλακισμένη στο στόμα. Τα μάτια σκοτεινά και τα δάχτυλα χαμένα, προσελκύοντας στην πένα μου όνειρα φοβισμένα.
-Εκείνα, που φυγάδες μοιάζουν, κι όταν τελικά σου συστήνονται, σε κλέβουν για αιώνες μαζί τους-.
Κι εγώ επέμενα να σκαλίζω με τα νύχια τη καρδιά, -θέλοντας άραγε να ξεθάψω τί, απ’ την ανοιχτή πληγή μου;-
Και ο καιρός κύλησε διατηρώντας το βλέμμα ατάραχα σκυφτό,-τόσο σκυφτό που ρίζωσε στο χώμα-. Κι όταν τύχαινε να παίρνω ανέλπιστα κάποια ανασαιμιά, ανέμενα καρτερικά πότε θα εμφανιστεί στον ζυγό το επόμενο δάκρυ για να ισορροπήσει. Κι από τούτα είχα μαζέψει αρκετά στις παλάμες. Γι΄ αυτό φοβόμουν άλλωστε ν’ αγκαλιάσω τους Ανθρώπους. Μην άθελά μου τους βαρύνω με το σκοτάδι μου. Μα τώρα το ξόρκισα κι αυτό…
Γιατί όπως συμβαίνει συνήθως με τα όνειρα, κάποια στιγμή τολμούν και βγαίνουν αληθινά. Κάποιος ρίχνει μια πετρούλα στη λίμνη σου, ταράζοντας για πάντα τη σιωπή σου.
-Και τι να κάνω που η ψυχή της μου έτεινε έτσι ξαφνικά το χέρι; Και ξέρεις, θα ήθελα τόσο να πλέξουμε τα δάχτυλα και να ονειρευόμαστε μαζί…-
Συνέβη μια μέρα φωτεινή. Τέτοια θα ‘ταν, δίχως άλλο. Δε θυμάμαι αν μου χαμογέλασε καθώς πλησίαζε στο μέρος μου, μα αν συνέβη, τότε πραγματικά πρέπει να πόνεσα για να λυτρωθώ. Βλέπεις, δεν είχα μάθει ως τότε ν΄ αναπνέω ξέχωρα απ’ την Μοναξιά.
-Και τι να πω, που η σιωπή της θυμίζει τόσο το θρόισμα της γαλήνιας θάλασσας; Εκείνης που σε ταξιδεύει, δίχως να σε κάνει να νιώθεις ναυαγός στον απέραντό της κόσμο, μα ότι δικό της να σου δείχνει πως σ’ ανήκει-.
Κι είναι απ’ τις πρωτόγνωρες στιγμές που ξέρω τι θέλω, τι είμαι και που έχω ανάγκη να ‘μαι. Ίσως επειδή έχω αφεθεί στα χνάρια της δίχως ενοχές και αμφιβολίες. Κι όσο βαδίζω στο πλάι της, ανακαλύπτω πως ακόμη κι αυτό κρύβει κάποιες φορές πόνο. Είναι που θέλω να εμπιστευτώ αμέτρητα όνειρα στα μάτια της, μα η απουσία της με στοιχειώνει, κάνοντάς με ν’ αναρωτιέμαι αν είναι τελικά μια Μάγισσα της φαντασίας μου ή ένα σύννεφο που το παρέσυρε ο αγέρας.
Έπειτα κοιτώ στον καθρέπτη τα μάτια μου. Αυτά, που κάποτε έστεκαν μετέωρα σαν δυο θαμπά αστέρια που τρεμόσβηναν στον ουρανό, μα τώρα λάμπουν, έτοιμα να θυσιαστούν στην κάθε ευχή της. Και γνωρίζω ,πως δίχως άλλο, μονάχα αυτή θα ήταν υπαίτια για κάτι τέτοιο.
Κάτι μέσα μου αλλάζει, το νιώθω. Το ακούω στο καρδιοχτύπι μου, στις πρωινές μου σκέψεις και στην γαλήνη πριν σφαλίσω τα βλέφαρα και κοιμηθώ.
Τις τελευταίες μέρες συναντώ τη σκιά της στους στίχους απ’ τα τραγούδια. Την αγγίζω στα χρώματα των λουλουδιών, την αναπολώ στα όνειρά μου. Νομίζω μάλιστα πως το άρωμά της έχει ποτίσει τα δάχτυλα, την πένα, το μελάνι και τις λέξεις που γράφω.
Κι αν δεν είν’ αυτό τυράννια, τότε τι είναι;
(Σύνοψη σκέψεων για την ποιητική συλλογή «Το ημερολόγιο της αγάπης» – Θεόφιλος Γιαννόπουλος)






0 Σχόλια