Select Page

Θάλασσα

Θάλασσα

 

Ποτέ δεν έπαιρνε τον κεντρικό κατηφορικό δρόμο. Κατέβαινε πάντα από τα στενοσόκακα. Ήταν μεγαλύτερη η απόσταση, μα σε κάθε δεύτερη στροφή την έβλεπε όλο και πιο κοντά του. Έτσι να έκανε το χέρι του την άγγιζε. Τι κι αν απ’ όλα τα ανοίγματα του σπιτιού του εκεί ψηλά την αγνάντευε μέρα - νύχτα, χειμώνα – καλοκαίρι… Δεν άντεχε μακριά της πάνω από δεκαπέντε είκοσι μέρες.

Κι η κυρά Φλώρα, όμως, δεν παραπονιόταν. Ήξερε καλά πως ο άντρας της δεν μπορούσε να ζήσει μακριά απ’ αυτήν. Έτρεμε την ώρα που θα έβγαινε στη σύνταξη. Μόλις έβγαλε το ταψί από το φούρνο και όλο το σπίτι μύρισε στενοχώρια. Τα γεμιστά με κιμά ήταν το αγαπημένο του φαγητό και του το μαγείρευε πάντα για το «καλό ταξίδι». Τον καμάρωσε με τη φρεσκοσιδερωμένη λευκή στολή του. Λεβέντης, παρά τα χρόνια του, λες κι η αλμύρα της τον ξανάνιωνε. Δεν μπορούσε να τον φανταστεί συνταξιούχο.

Τι είχε να πει με όλους αυτούς τους γέρους στον καφενέ της πλατείας. Το πρωί πίνανε τα καφεδάκια τους, τα βράδια κατέβαζαν τα τσίπουρα με κανένα μεζεδάκι. Μια μέρα περνώντας τους άκουσε να καβγαδίζουν. Κοντοστάθηκε να δει τι τρέχει. Ο Θύμιος παινευόταν για το κομπολόι του. Το είχε φτιάξει μόνος του, περνώντας κουκούτσια σε ένα σκοινάκι, όπως είχε κάνει, λέει, ένας μοναχός στην Ινδία για να μετράει τις προσευχές του. Ο Λευτέρης καυχιόταν για το δικό του κομπολόι που το είχε φέρει ο γιος του ο προκομμένος με χάντρες από την Περσία. Το καλύτερο επέμενε ότι είχε ο κυρ-Απόστολος, δώρο της μονάκριβης κόρης του από το μήνα του μέλιτος στην Αίγυπτο.

Ο καπετάν Λιμπέρης δεν είχε ενθύμια από κανένα τόπο που επισκέφθηκε. Δεν αγόραζε αναμνηστικά, δεν έβγαζε φωτογραφίες. «Αυτά είναι για τους τουρίστες», συνήθιζε να λέει. «Μόνο μέσα σου μπορείς να κρατήσεις ζωντανά τα χαμογελαστά βλέμματα των παιδιών στη Σουραμπάγια, το μεθυσμένο τραγούδι μιας αντροπαρέας ξημερώματα στη Βαρκελώνη, την ηδονή της πληρωμένης συνεύρεσης με μια μουλάτα στην Αβάνα, τα αρώματα του υπαίθριου παζαριού στη Βηρυτό, τη γεύση από το κρασί στη Μασσαλία. Εγώ ζω τα χρώματα, τους ήχους, τα αρώματα, τα αισθήματα, τις γεύσεις… δεν τα απαθανατίζω. Αυτή η λέξη έχει κάτι από θάνατο μέσα της, λες και τα σκοτώνει όλα στο διάβα της.»

Μία φωτογραφία είχε βγάλει οικειοθελώς – ή περίπου – κι αυτή την ημέρα του γάμου του. Μόλις την πήρε από τον φωτογράφο, την καταχώνιασε πίσω από την εικόνα της Παναγίας μαζί με τα στέφανα κι όρκισε τη γυναίκα του, όσο είναι ζωντανός να μην την κοιτάξει ούτε η ίδια, ούτε τα παιδιά, αν του έστελνε ο Θεός. Και του έστειλε τρία. Τρία παιδιά που δεν είχαν ημερομηνία γέννησης σαν όλα τα άλλα! Ο Δρόσος, ο πρωτότοκος, το καμάρι του, που γεννήθηκε δύο ημέρες αφού είχε έρθει πρώτη φορά από την Αρίκα. Η Ελευθερία, η πριγκιπέσα του, το ευτυχές αποτέλεσμα του πάθους της τελευταίας νύχτας πριν φύγει για τη Νέα Υόρκη, ήρθε στον κόσμο την ώρα που το πλοίο έδενε στον Πειραιά. Και τελευταίος, ο Αγγελής, ο μικρός άγγελός του, που τον αντίκρισε πρώτη φορά, όχι μωρό πια, ολόκληρο αντράκι, τότε που χάλασε το πλοίο στη Σιγκαπούρη κι έκανε κοντά δυόμισι χρόνια να γυρίσει πίσω.

Η κυρά Φλώρα πολλές φορές μπήκε στον πειρασμό να κοιτάξει εκείνη τη φωτογραφία. Ίσα για μια στιγμή, ίσα για να ακουμπήσουν πάνω της τα ζεστά θαλασσιά του μάτια, να ακούσει το τρανταχτό του γέλιο, να νιώσει το χέρι του γύρω από τη μέση της, … Όταν φοβόταν ότι θα πατήσει τον όρκο της, άνοιγε τις πόρτες, τα παράθυρα και κοίταζε ολόγυρα. Και ήξερε ότι ήταν κάπου εκεί, σε κάποια ήπειρο, σε κάποια χώρα, σε κάποιο λιμάνι, όλα διάσπαρτα μέσα στην απέραντη γαλάζια αγκαλιά της.

Τόσο μακριά, τόσο κοντά.

 

Νοβοροσίσκ.

Δύσκολο ταξίδι.

Τελευταίος σταθμός πριν τη σύνταξη.

Ηδονή χαραγμένη στο πρόσωπό του.

Σαν την πρώτη φορά.

Αγωνία στα δικά της μάτια.

Σαν την πρώτη φορά.

Έφυγε καλοκαίρι, θα γύρναγε χειμώνα.

Κατέβηκε το δρόμο νέος, θα τον ανέβαινε γέρος.

Κατηφόρισε για το λιμάνι.

 

Τους είχε τάξει ότι θα είναι πίσω μετά τα νικολοβάρβαρα, που πάντα -πώς τύχαινε- τα γιόρταζε στο πλοίο. Ότι θα γυρίσουν μαζί το χρόνο. Θα καθίσουν δίπλα στο τζάκι να τους διηγηθεί τόσες ακόμα ιστορίες.

Χωρίς τέλος.

 

Η θάλασσα αφηνιασμένη.

Ο αέρας μανιασμένος.

Οι πόρτες, τα παράθυρα ανοιχτά.

Το τραπέζι στρωμένο.

Η κυρά Φλώρα, ο Δρόσος, η Ελευθερία, ο Αγγελής.

Η πιατέλα με τα γεμιστά στη μέση.

Κι ο καπετάν Λιμπέρης … «γαμπρός» στην κορυφή του τραπεζιού.

Τα ζεστά θαλασσιά μάτια, το τρανταχτό γέλιο, το χέρι γύρω από τη μέση της νύφης,…

 

ΤΟΣΟ ΚΟΝΤΑ, ΤΟΣΟ ΜΑΚΡΙΑ.

 

_

γράφει η Ρεβέκα Οικονόμου

 

Η Ρεβέκα Οικονόμου γεννήθηκε και μεγάλωσε (τους χειμώνες) στην Αθήνα. Σπούδασε νομική, αλλά δεν πολυασχολήθηκε!

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

1 σχόλιο

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Ημερολόγιο 2018

Κερδίστε το!

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!