Select Page

Θέλω να γράψω ένα βιβλίο!

Θέλω να γράψω ένα βιβλίο!

 

 

‘Το κρύο είχε παγώσει τα πάντα, ακόμα και τη σκέψη μου που πάσχιζε να βρει την έμπνευση για να γράψει. Έξω όλα ήταν ακίνητα, παραδομένα άνευ όρων στο βοριά. Ακίνητα ήταν κι εντός μου, όλα παραδομένα στην αδυναμία μου να πιάσω το μολύβι και να αραδιάσω τις ιστορίες στο χαρτί…’

Όχι, το βιβλίο δεν πρέπει να ξεκινάει έτσι, πρέπει να γράφει για παραλίες κι όμορφα κορίτσια…

‘Ο ήλιος χάραζε την πορεία του νωχελικά στον μπλε ουρανό του Ελύτη κι έκρυβε πίσω του το Θεό για να μη με ακούει. Μήπως ζητούσα και τίποτα παράλογο; Να δείξει λίγη κατανόηση και να με κάνει έστω για λίγο κι εμένα έναν κανονικό άνθρωπο, όπως όλοι οι άνθρωποι! Να μπορέσω να δω πώς είναι το μπλε και το κόκκινο, πώς είναι το πρόσωπό μου, πώς είναι το δωμάτιό μου και τι σημαίνει φως. Να τρέξω ανάμεσα στην ομορφιά και να την αγκαλιάσω με όλο μου το είναι…’

Μπα, είναι πολύ δραματικό έτσι, ένας τυφλός να μιλάει για το μπλε χρώμα του ουρανού; Ούτε να το φανταστεί δεν μπορεί…, μάλλον θα πρέπει να το αλλάξω. Κάτι άλλο πρέπει να βρω. Από την άλλη όμως, έτσι γίνεται δραματικό και πιάνει τον αναγνώστη από την αρχή και τον βάζει μέσα στην ιστορία. Τελικά θα το κρατήσω. Έτσι θα ξεκινήσει το βιβλίο μου.

‘Εκ γενετής τυφλός έμαθα ν’ αφουγκράζομαι ακόμα και τις σκέψεις μου μέσα στο βαθύ σκοτάδι. Έμαθα να ακούω το χτύπο της καρδιάς μου και τις ανάσες των ανθρώπων γύρω μου που μιλούσαν στην ψυχή μου με τον τρόπο τους κι ας μην έλεγαν λέξεις. Έμαθα να πιάνω την ομορφιά με τα ακροδάχτυλα των χεριών μου κι όχι να την κοιτάζω κατάματα όπως οι άλλοι άνθρωποι, τούτο όμως ποτέ δε με εμπόδισε να ονειρευτώ…’

Πρέπει να δώσω το στίγμα της ιστορίας από την αρχή, άλλωστε κάθε καλό βιβλίο ξεκινάει όσο πιο κοντά στο τέλος του γίνεται. Αυτό θα κάνω…

‘Μέχρι σήμερα ζούσα στο σκοτάδι, σ’ αυτή τη μαύρη ουσία που απλώθηκε από τα μάτια μέχρι την ψυχή μου και το μοναδικό πράγμα που μου πρόσφερε ήταν άχρονες στιγμές μοναξιάς που δε γνώρισαν ποτέ ούτε ανατολή ούτε δύση. Σήμερα όμως κάτι άλλαξε. Η φωνή της έριξε φως μέσα στο έρεβος και τύφλωσε με τη γλυκιά δύναμή της όχι τα μάτια μου αλλά την απελπισία μου για το μέλλον. Την άκουσα όταν μπήκε για πρώτη φορά στο στούντιο κι έκανε το δοκιμαστικό για να εκφωνεί τις ειδήσεις. Εκείνος ο απόμακρος φτερωτός θεός που κρατάει το βέλος με τη σταγόνα που σου αλλάζει τη ζωή σε μια στιγμή μονάχα έκατσε δίπλα μου και μου χαμογέλασε, μπορεί να μην τον είδα, ένιωσα όμως την ουσία του να κατεβαίνει λεπτό το λεπτό από τον ουρανίσκο μέχρι το στομάχι μου! «Φάρμακο είναι τούτο που με πότισες, φάρμακο για να γιατρέψεις την απελπισία μου ή φαρμάκι για να με ξεκάνεις;» τον ρώτησα ψιθυριστά αλλά απάντηση δεν πήρα, άκουσα μονάχα ένα παιδικό χαμόγελο να ξεμακραίνει. Την άκουγα που μιλούσε για την επικαιρότητα κι η φωνή της απλώθηκε μέσα μου σαν το δροσερό ανοιξιάτικο αεράκι. Προσπαθούσα να τη φανταστώ πίσω από το τζάμι που χώριζε τα δυο δωμάτια και το μυαλό μου πέταξε μακριά, κάπου στα σύννεφα των ποιητών που ποτέ μου δεν έχω αντικρίσει. Δεν ξέρω πως φαίνεται όταν κάποιος ανατριχιάζει, αλλά αν μπορούσα να δω τον εαυτό μου στον καθρέφτη σίγουρα το θέαμα που θα έβλεπα θα ήταν αλλόκοτο…’

Ωραία! Η ιστορία προχωράει μια χαρά, αλλά ήρθε η ώρα να ρίξω την αμφιβολία στον αναγνώστη.

‘Μόλις τελείωσε το δοκιμαστικό άκουσα την πόρτα από το δωμάτιο με την ηχομόνωση να ανοίγει. Σηκώθηκα για να τη χαιρετήσω αλλά σαν το μικρό παιδί κρύφτηκα πίσω από τα μαύρα μου γυαλιά. «Έλενα, έλα να σου γνωρίσω τον καλύτερο ηχολήπτη που υπάρχει» είπε ο Αντώνης κι εγώ, παγωμένος κι ακίνητος μόλις και μετά βίας σήκωσα το χέρι μου. «Γεια σου, είμαι η Έλενα» είπε κι όταν το χέρι της ακούμπησε το δικό μου, εκείνο το παιδικό χαμόγελο του φτερωτού θεού άρχισε να γίνεται πιο δυνατό! Σάστισα και δεν ήξερα πώς να αντιδράσω, τι να πω… «Χάρηκα…» είπα με τρεμάμενη φωνή, «…Παναγιώτης…». «Λοιπόν, Παναγιώτη, από εδώ και πέρα θα τα λέμε συχνά» είπε και γέλασε. «Εγώ πίσω από το μικρόφωνο κι εσύ πίσω από όλα αυτά τα κουμπιά που ένας θεός ξέρει τι κάνουν!». Ύστερα άφησε το χέρι μου και βγήκε από το στούντιο χωρίς να πει τίποτα. Τότε κατάλαβα πως ό,τι είχε χτίσει το μυαλό μου λίγες στιγμές πριν δεν ήταν τίποτα άλλο παρά μια ανυπόστατη φαντασίωση. Πάντα θα μας χώριζε εκείνο το αδιαπέραστο τζάμι που με μιας έγινε μισητό, εκείνη πίσω από το μικρόφωνο κι εγώ πίσω από τους ήχους. Η ζωή μου όλη ήταν ήχοι άλλωστε, εκεί ήμουν προορισμένος να ζήσω. Έκατσα στην καρέκλα κι έπεσα με το κεφάλι πάνω στα χέρια μου. Η απελπισία βγήκε από μέσα μου και ξεχύθηκε πάνω στα κουμπιά που ρυθμίζουν τους ήχους… Καταδικασμένος να ζω στους ήχους, σκέφτηκα κι ένα δάκρυ έφυγε αυτοθέλητα από τα μάτια μου. «Είσαι καλά ρε φίλε;» με ρώτησε ο Αντώνης…’

Από εδώ και μπρος ο ήρωάς μου μπορεί να κάνει ό,τι θέλει. Να παλέψει, να τα παρατήσει, να απογοητευτεί ή να ελπίζει. Αυτό είναι! Ετούτο το πληκτρολόγιο είναι το κλειδί για τη ζωή που δεν μπορώ να ζήσω. Και θα το γράψω το βιβλίο, θα το φτάσω μέχρι το τέλος του. Άλλωστε δεν έμειναν ακόμα πολλές σελίδες, τι είναι τριακόσιες, τετρακόσιες σελίδες μπροστά στην πρώτη που μόλις έγραψα; Τίποτα, απλώς το φινάλε της ιστορίας…

 

«Γιάννη, έλα για φαγητό»

«Έρχομαι, μη φωνάζεις ρε μάνα…»

… έρχομαι όπως πάντα σπρώχνοντας το αναπηρικό καροτσάκι, μόνο που τούτη τη φορά είναι διαφορετικά πια… έτσι δεν είναι Παναγιώτη;

 

_

γράφει ο Κώστας Θερμογιάννης

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Κερδίστε τα!

Ημερολόγιο 2018

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!