Θαλασσινοί θρήνοι

8.07.2021

γράφει η Βάλια Καραμάνου

Η μοναξιά, το αναπόφευκτο του θανάτου και η πανίσχυρη Μοίρα είναι θέματα που απαντώνται συχνά στην λογοτεχνία και μάλιστα συχνά σε ειδυλλιακά φυσικά τοπία. Ίσως γιατί ο αφανισμός είναι κομμάτι της υπόστασής μας και κατ’ επέκταση της φύσης ολόκληρης. Οι ήρωες τότε αποκτούν τραγικές διαστάσεις, που συχνά εντείνονται από το γεγονός πως εκείνοι είναι ανυποψίαστοι για το επερχόμενο κακό ή το πληροφορούνται στο τέλος χάνοντας κάθε ελπίδα. Η θάλασσα έχει θάψει δάκρυα, σώματα και κάθε όνειρο ζωής και συντροφικότητας. Αναφέρω δυο χαρακτηριστικά παραδείγματα:

  • «Οι γλάροι» του Ηλία Βενέζη: Στο διήγημα αυτό, πεδίο δράσης αποτελεί ένα μικρό νησάκι βορινά της Λέσβου με πρωταγωνιστή τον μπαρμπα- Δημήτρη, που ολόκληρη η ζωή του είναι στιγματισμένη από τον κατατρεγμό και την απώλεια. Ακόμα και ο τόπος, το απομονωμένο νησί, υποδηλώνει την μοναξιά και την ερήμωση, παρότι πρόκειται για ένα όμορφο θαλασσινό τοπίο:

«Μα από τούτη τη γυμνή λουρίδα της γης μπορείς να δεις, το καλοκαίρι, τον ήλιο να πέφτει μέσα στο ατέλειωτο πέλαγο. Τότε τα χρώματα βάφουν τα νερά κι ολοένα αλλάζουν, κάθε στιγμή, σαν να λιώνουν μες στ’ αλαφρά κύματα. Όταν τα βράδια είναι πολύ καθαρά, μπορείς να ξεχωρίσεις τα βουνά του Άθω να βγαίνουν μέσα απ’ το πέλαγο και σιγά πάλι να σβήνουν μαζί με τη νύχτα που έρχεται. Αυτή την ώρα ο μπαρμπα-Δημήτρης, ο μοναχικός κάτοικος του έρημου νησιού, θα κάμει την τελευταία κίνηση που τον ενώνει με τους ανθρώπους και με τη ζωή: θ’ ανάψει το φως στο φάρο. Το φως θ’ αρχίσει ν’ ανάβει, να σβήνει, πάλι, πάλι, στο ίδιο διάστημα αυστηρά, αναπόφευχτα, όπως οι σκοτεινές δυνάμεις της ζωής, η μοίρα του ανθρώπου, ο θάνατος…Ο γερο-φαροφύλακας τράβηξε τη βάρκα στον άμμο. Τη σιγούραρε καλά, μην τυχόν τη νύχτα γυρίσει ο καιρός και φουσκώσουν τα νερά. Την κοίταξε για τελευταία φορά, πριν πάρει το δρόμο για το φάρο.

— Λοιπόν, πάει κι αυτό το ταξίδι…, λέει σιγά.»

Η ώρα της αφήγησης κορυφώνεται πάντα το δειλινό, καθώς υπάρχει ένας ιερός συμβολισμός: τα δυο ουράνια σώματα, φεγγάρι και ήλιος, συνυπάρχουν για λίγο σε μια αρμονική συμβίωση και οριοθετούν την δύση, το βύθισμα στο σκοτάδι. Η επαναληπτικότητα είναι επίσης ένα στοιχείο που υποδηλώνει την υποταγή του ανθρώπου στην Μοίρα και στον αναπόφευκτο θάνατο, που από την αρχή δηλώνεται ρητά στο κείμενο, παρότι ακόμα δεν έχει ξετυλιχτεί η ιστορία. Ο φαροφύλακας λοιπόν είναι ένα τραγικό πρόσωπο, καθώς -εκτός από την μοναξιά του- αγνοεί την τύχη των παιδιών του:

«Σταύρωνε τα χέρια του μπροστά στο παλιό εικόνισμα, χαμήλωνε το κεφάλι και προσευχόταν για τα δυο αγόρια του, που χάθηκαν στην καταστροφή της Ανατολής, για τους άλλους ανθρώπους, τελευταία για τον εαυτό του.

— Αν ζούνε, προστάτευέ τα, παρακαλούσε για τα παιδιά του. Φύλαγέ τα από θυμό κι από κακή ώρα. Φύλαγέ τα απ’ το μαχαίρι…

Μουρμούριζε τους χαιρετισμούς, ό,τι άλλο ήξερε από προσευχή, και τα γερασμένα πόδια του τρέμαν.

— Κι εμένα, καιρός πια είναι να ξεκουραστώ…, έλεγε και βούρκωναν τα μάτια του.»

Μόνη του παρηγοριά ένα ζευγάρι γλάρων, που υποκαθιστούν την θέση των παιδιών του:

«Λοιπόν…, εσένα να σε λέμε Βασιλάκη, είπε στο ένα πουλί. Κι εσένα να σε λέμε Αργύρη…»

Έτσι, από τότε άρχισε να τα φωνάζει με τα ονόματα των παιδιών του. Κι οι γλάροι σιγά σιγά τα συνηθίσανε.

Σαν μεγάλωσαν κι ήρθε η άνοιξη, ένα πρωί σκέφτηκε πως είναι αμαρτία να έχει σκλαβωμένα τα πουλιά. Αποφάσισε να τα λευτερώσει. Άνοιξε το μεγάλο καλαμένιο κλουβί κι έπιασε πρώτα το ένα πουλί. Το κράτησε μες στα δυο του χέρια, το χάιδεψε. Αισθανόταν την καρδιά του να είναι πολύ αλαφρή.

«Άιντε, λοιπόν, Βασίλη!» είπε στο πουλί και άνοιξε τα χέρια του, να το αφήσει να φύγει.

Το πουλί πέταξε, έφυγε.

Έβγαλε και το άλλο, το χάιδεψε σαν το πρώτο, το άφησε κι αυτό. Όλα ήταν ήμερα κείνη τη μέρα και η νύχτα που ήρθε ήταν ήμερη. Μονάχα που αισθανόταν να είναι ακόμα πιο έρημος.

Το ίδιο βράδυ είχε αποτραβηχτεί νωρίς, όταν άκουσε στο μικρό παράθυρο της καλύβας αλαφριά χτυπήματα. Πλησίασε και κοίταξε. Δεν το πίστευε. Πετούσε απ’ τη χαρά του, σαν να ήταν τα παιδιά του που γύριζαν.

Άνοιξε την πόρτα να μπουν μέσα οι γλάροι.

Από τότε αυτό γινόταν: τα πουλιά φεύγαν το πρωί, ταξιδεύανε ως τις αντικρινές στεριές της Ανατολής, ως πέρα στο Σίγρι, και τα βράδια γύριζαν. Έκαναν κοπάδι μαζί με άλλους γλάρους και πολλές φορές πετούσαν πάνω απ’ το ρημονήσι. Αν ήταν χαμηλά, ο γέρος μπορούσε να τους ξεχωρίσει απ’ τα σταχτιά σημάδια που είχαν κάτω απ’ τις φτερούγες. Σαν έβγαινε με τη βάρκα κι αυτοί τριγύριζαν εκεί σιμά, χαμήλωναν και τσίριζαν από πάνω του. Τους είχαν μάθει κι σι άλλοι ψαράδες στα μέρη εκείνα. Και σαν τους βλέπανε, φωνάζαν γελώντας:

— Ε, Βασίλη!… Ε, Αργύρη!…»

 

Η ρουτίνα του μπάρμπα Δημητρού κάποτε διακόπτεται από δύο αναπάντεχα γεγονότα: την εξαφάνιση των γλάρων, που τον γεμίζει ανησυχία, και από την άφιξη ενός νεαρού ζευγαριού, που φτάνει στο νησί κολυμπώντας. Ο έρωτας, τα νιάτα ξεχειλίζουν στον τόπο και ο φαροφύλακας απλόχερα προσφέρει την φιλοξενία του νιώθοντας ευγνώμων για την ανέλπιστη νότα χαράς που του έδωσαν οι νέοι. Αλίμονο, αυτά ακριβώς τα νέα παιδιά θα γίνουν οι μαντατοφόροι του θανάτου:

«— Θα πρέπει να τους συχωρέσεις, παππούλη, λέει πάλι το αγόρι σε λίγο. Αν ήξεραν, δε θα το έκαναν ποτέ.

Ο γέρος δεν καταλαβαίνει. Στέκει με απορία.

— Για ποιους λες, παιδί μου;

—Γι’ αυτούς που σκοτώσαν τους γλάρους σου λέω, μπαρμπα-Δημήτρη. Είναι φίλοι μας.

Καταλαβαίνει τα γόνατά του να τρέμουν, η καρδιά του χτυπά.

— Τους σκοτώσαν είπες;

— Α, δεν το ήξερες ακόμα;…»

 

Το ζευγάρι τελικά φεύγει, οι γλάροι δεν θα γυρίσουν ποτέ και ο γέρο φαροφύλακας πιο ανήμπορος και απελπισμένος από ποτέ παραδίδεται οριστικά στην τραγική μοίρα του, που επισφραγίζουν το αέναα επαναλαμβανόμενο φως του φάρου και η επερχόμενη νύχτα:

«Έφυγαν. Παρακολουθεί πολλή ώρα το μικρό αυλάκι που κάνουν τα κορμιά τους στη θάλασσα. Ώσπου όλα σβήνουν απ’ τα μάτια του. Και το πέλαγο είναι πάντα έρημο Και ατελείωτο.

Νυχτώνει. Έχει καθίσει στο πεζούλι, σι ώρες περνούν. Όλα περνούν απ’ τα θολωμένα μάτια του: τα μικρά του τα χρόνια, τα παιδιά που μεγάλωσε και χάθηκαν, οι άνθρωποι που τον πικράνανε. Όλα περνούν κι όλα σβήνουν. Και τα δυο παιδιά κι ένα κοπάδι γλάροι που πετούν ψηλά. Δυο γλάροι έχουν σταχτιές φτερούγες. Κι αυτοί περνούν και χάνουνται. Δεν είναι πια να γυρίσει τίποτα. Έχει χαμηλώσει το κεφάλι και τα δάκρυα στάζουν στην ξερή γη. Από πάνω του το φως του φάρου ανάβει, πάλι, πάλι, στο ίδιο διάστημα, αυστηρά και αναπόφευχτα, όπως οι σκοτεινές δυνάμεις της ζωής, η μοίρα του ανθρώπου, ο θάνατος».

 

  • «Το μοιρολόγι της Φώκιας» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη: άλλη μια θαλασσινή αφήγηση λαμβάνει χώρα στην ειδυλλιακή Σκιάθο την ώρα του ηλιοβασιλέματος. Κεντρική ηρωίδα και δω είναι η γριά Λούκαινα, μαυροφορεμένη από τις απώλειες της οικογένειάς της και με μόνη ελπίδα την κόρη και την μικρή εγγονή της η Ακριβούλα. Η γυναίκα ανυποψίαστη προσεγγίζει έναν απότομο βράχο προκειμένου να φτάσει στην ακτή και να πλύνει τα ρούχα της. Παρά την άγρια ομορφιά του τοπίου, το νεκροταφείο εκεί δίπλα αποτελεί έναν μόνο από τους πολλούς πένθιμους οιωνούς:

 

«Κάτω από τον κρημνόν, οπού βρέχουν τα κύματα, όπου κατέρχεται το μονοπάτι, το αρχίζον από τον ανεμόμυλον του Μαμογιάννη, οπού αντικρίζει τα Μνημούρια, και δυτικώς, δίπλα εις την χαμηλήν προεξοχήν του γιαλού, την οποίαν τα μαγκόπαιδα του χωρίου, οπού δεν παύουν από πρωίας μέχρις εσπέρας, όλον το θέρος, να κολυμβούν εκεί τριγύρω, ονομάζουν το Κοχύλι —φαίνεται να έχη τοιούτον σχήμα— κατέβαινε το βράδυ βράδυ η γρια-Λούκαινα, μία χαροκαμένη πτωχή γραία, κρατούσα υπό την μασχάλην μίαν αβασταγήν,* δια να πλύνη τα μάλλινα σινδόνιά της εις το κύμα το αλμυρόν, είτα να τα ξεγλυκάνη εις την μικράν βρύσιν, το Γλυφονέρι, οπού δακρύζει από τον βράχον του σχιστολίθου, και χύνεται ηρέμα εις τα κύματα. Κατέβαινε σιγά τον κατήφορον, το μονοπάτι, και με ψίθυρον φωνήν έμελπεν* εν πένθιμον βαθύ μοιρολόγι, φέρουσα άμα την παλάμην εις το μέτωπόν της, δια να σκεπάση τα όμματα από το θάμβος του ηλίου, οπού εβασίλευεν εις το βουνόν αντικρύ, κι αι ακτίνες του εθώπευον κατέναντί της τον μικρόν περίβολον και τα μνήματα των νεκρών, πάλλευκα, ασβεστωμένα, λάμποντα εις τας τελευταίας του ακτίνας.

Ενθυμείτο τα πέντε παιδιά της, τα οποία είχε θάψει εις το αλώνι εκείνο του χάρου, εις τον κήπον εκείνον της φθοράς, το εν μετά το άλλο, προ χρόνων πολλών, όταν ήτο νέα ακόμη. Δύο κοράσια και τρία αγόρια, όλα εις μικράν ηλικίαν της είχε θερίσει ο χάρος ο αχόρταστος.

Τελευταίον επήρε και τον άνδρα της, και της είχον μείνει μόνον δύο υιοί, ξενιτευμένοι τώρα· ο εις είχεν υπάγει, της είπον, εις την Αυστραλίαν, και δεν είχε στείλει γράμμα από τριών ετών· αυτή δεν ήξευρε τι είχεν απογίνει· ο άλλος ο μικρότερος εταξίδευε με τα καράβια εντός της Μεσογείου, και κάποτε την ενθυμείτο ακόμη. Της είχε μείνει και μία κόρη, υπανδρευμένη τώρα, με μισήν δωδεκάδα παιδιά.

Πλησίον αυτής, η γρια-Λούκαινα εθήτευε τώρα, εις το γήρας της, και δι’ αυτήν επήγαινε τον κατήφορον, το μονοπάτι, δια να πλύνη τα χράμια* και άλλα διάφορα σκουτιά* εις το κύμα το αλμυρόν, και να τα ξεγλυκάνη στο Γλυφονέρι.

Η γραία έκυψεν εις την άκρην χθαμαλού, θαλασσοφαγωμένου βράχου, και ήρχισε να πλύνη τα ρούχα. Δεξιά της κατήρχετο ομαλώτερος, πλαγιαστός, ο κρημνός του γηλόφου, εφ’ ου* ήτο το Κοιμητήριον, και εις τα κλίτη* του οποίου εκυλίοντο αενάως προς την θάλασσαν την πανδέγμονα* τεμάχια σαπρών ξύλων από ξεχώματα, ήτοι ανακομιδάς ανθρωπίνων σκελετών, λείψανα από χρυσές γόβες ή χρυσοκέντητα υποκάμισα νεαρών γυναικών, συνταφέντα ποτέ μαζί των, βόστρυχοι από κόμας ξανθάς, και άλλα του θανάτου λάφυρα.»

 

Πέρα από την φυσική ομορφιά, η ερήμωση κατατρύχει εκείνον τον τόπο. Ωστόσο, ο ήχος από την φλογέρα ενός βοσκού θα διακόψει ευχάριστα την άκρα ησυχία. Θα έλεγε κανείς πως επρόκειτο για μια ευχάριστη νότα, αν αυτό δεν αποτελούσε θανάσιμη παγίδα για την μικρή Ακριβούλα που κατέβαινε τον βράχο με την λαχτάρα ν’ ακούσει από κοντά το τραγούδι του βοσκού:

«Μία μικρά κόρη, ήτο η μεγαλυτέρα εγγονή της γραίας, η Ακριβούλα, εννέα ετών, ίσως την είχε στείλει η μάνα της, ή μάλλον είχε ξεκλεφθή από την άγρυπνον επιτήρησίν της, και μαθούσα ότι η μάμμη* ευρίσκετο εις το Κοχύλι, πλύνουσα εις τον αιγιαλόν, ήλθε να την εύρη, δια να παίξη ολίγον εις τα κύματα. Αλλά δεν ήξευρεν όμως πόθεν ήρχιζε το μονοπάτι, από του Μαμογιάννη τον μύλον, αντικρύ στα Μνημούρια, και άμα ήκουσε την φλογέραν, επήγε προς τα εκεί και ανεκάλυψε τον κρυμμένον αυλητήν και αφού εχόρτασε ν’ ακούη το όργανόν του και να καμαρώνη τον μικρόν βοσκόν, είδεν εκεί που, εις την αμφιλύκην* του νυκτώματος, εν μικρόν μονοπάτι, πολύ απότομον, πολύ κατηφορικόν, κι ενόμισεν ότι αυτό ήτο το μονοπάτι, και ότι εκείθεν είχε κατέλθει η γραία η μάμμη της· κι επήρε το κατηφορικόν απότομον μονοπάτι δια να φθάση εις τον αιγιαλόν να την ανταμώση. Και είχε νυκτώσει ήδη.»

 

Μέσα στο δειλινό όπου όλα φαντάζουν ειρηνικά και ανείπωτης ομορφιάς ελλοχεύει ο θάνατος. Κι ενώ μια γαλέρα γλιστρά στα ήρεμα νερά του κόλπου, μια φώκια απολαμβάνει το κολύμπι της ανενόχλητη και ο βοσκός ξεδιπλώνει τις όμορφες μελωδίες του, το μικρό κορίτσι γκρεμίζεται από τον απότομο βράχο και χάνει πρόωρα την ζωή του. Η πτώση της καθίσταται πλέον τραγική, μια και κανείς δεν την αντιλαμβάνεται, εκτός από την φώκια:

«Καθώς είχε νυκτώσει ήδη, η γραία Λούκαινα είχε κάμει την αβασταγήν της, και ήρχισε ν’ ανέρχεται το μονοπάτι, επιστρέφουσα κατ’ οίκον. Εις την μέσην του δρομίσκου ήκουσε τον πλαταγισμόν, εστράφη κι εκοίταξεν εις το σκότος, προς το μέρος όπου ήτο ο αυλητής.

— Κείνος ο Σουραυλής θα είναι, είπε, διότι τον εγνώριζε. Δεν του φτάνει να ξυπνά τους πεθαμένους με τη φλογέρα του, μόνο ρίχνει και βράχια στο γιαλό για να χαζεύη… Σημαδιακός κι αταίριαστος είναι.

Κι εξηκολούθησε τον δρόμον της.

Κι η γολέτα εξηκολούθει ακόμη να βολταντζάρη εις τον λιμένα. Κι ο μικρός βοσκός εξηκολούθει να φυσά τον αυλόν του εις την σιγήν της νυκτός.

Κι η φώκη, καθώς είχεν έλθει έξω εις τα ρηχά, ηύρε το μικρόν πνιγμένον σώμα της πτωχής Ακριβούλας, και ήρχισε να το περιτριγυρίζη και να το μοιρολογά, πριν αρχίση τον εσπερινόν δείπνον της.

Το μοιρολόγι της φώκης, το οποίον μετέφρασεν εις ανθρώπινα λόγια εις γέρων ψαράς, εντριβής* εις την άφωνον γλώσσαν των φωκών, έλεγε περίπου τα εξής:

Αυτή ήτον η Ακριβούλα

η εγγόνα της γρια-Λούκαινας.

Φύκια ‘ναι τα στεφάνια της,

κοχύλια τα προικιά της…

κι η γριά ακόμη μοιρολογά

τα γεννοβόλια της τα παλιά.

Σαν να ‘χαν ποτέ τελειωμό

τα πάθια κι οι καημοί του κόσμου.»

 

Και στα δύο διηγήματα, το υγρό στοιχείο είναι ο αποδέκτης της ανθρώπινης αδυναμίας να αντισταθεί στον αναπόφευκτο αφανισμό της. Η επαναληπτική κίνηση της ζωής που ανυποψίαστη συνεχίζει κουβαλώντας ένα ακόμα πένθιμο φορτίο στιγματίζει την πορεία του μπαρμπα Δημητρού και της γριάς Λούκαινας, όπως κάθε ανθρώπου είχε την ατυχία να χάσει αγαπημένα του πρόσωπα. Όλοι οι πόνοι, οι επιθυμίες και οι λαχτάρες των ηρώων ξεδιπλώνονται στα κύματα ονειρεμένων τόπων, που ωστόσο μέσα τους κρύβουν το σημάδι του θανάτου και της αφόρητης μοναξιάς. Τα κύματα όμως δεν παύουν να έρχονται, ο φάρος ν’ ανάβει και η ζωή να συνεχίζει το αναπόφευκτο ταξίδι προς την δύση της μέσα από νέους ανθρώπους και ελπίδες. Όνειρα, αγάπη, μοναξιά και αφανισμός. Όλα μπορούν να χωρέσουν στην υγρή αγκαλιά και να γίνουν ένας θαλασσινός θρήνος, μια ολοκληρωτική παράδοση στον άνισο αγώνα κατά του θανάτου.

Ακολουθήστε μας

Αφιέρωμα στην Ζυράννα Ζατέλη

Αφιέρωμα στην Ζυράννα Ζατέλη

Αφιέρωμα στην Ζυράννα Ζατέλη (αναμένοντας το μυθιστόρημά της «Ορατή σαν Αόρατη» από τις εκδόσεις Καστανιώτη) (αναμένοντας το μυθιστόρημά της «Ορατή σαν Αόρατη» από τις εκδόσεις Καστανιώτη)- - γράφει η Βάλια Καραμάνου - Η Ζυράννα Ζατέλη (το «αληθινό της ψευδώνυμο»,...

Η Ποίηση στον κινηματογράφο

Η Ποίηση στον κινηματογράφο

- - γράφει η Βάλια Καραμάνου - Όταν η Ποίηση «εισβάλλει» στον χώρο της έβδομης Τέχνης προκύπτουν μικρά αριστουργήματα που συμπληρώνουν την μουσική, τις ερμηνείες και τα σκηνικά υπογραμμίζοντας κάθε καρέ της ιστορίας που λαμβάνει σάρκα και οστά. Παραθέτω μερικές μόνο...

Αν μείνουν τα πράγματα, όπως έχουν

Αν μείνουν τα πράγματα, όπως έχουν

  γράφει η Άντια Αδαμίδου - Αν μείνουν τα πράγματα, όπως έχουν   Αν μείνουν τα πράγματα, όπως έχουν, είστε ηττημένοι. Ο φίλος σας είναι η αλλαγή. Η συμμαχία σας είναι το δίλλημα. Από το τίποτα, εσείς πρέπει να κάνετε το κάτι. Ωστόσο και το παντοδύναμο οφείλει να...

Ακούγοντας λογοτεχνία

Ακούγοντας λογοτεχνία

Σήμερα, όταν αναφερόμαστε στον όρο «λογοτεχνία» εννοούμε τα έντυπα βιβλία και ίσως να συμπεριλαμβάνουμε σε αυτά και τις ιστοσελίδες λογοτεχνικού περιεχομένου στο διαδίκτυο, τα ιστολόγια (blogs) συγγραφέων και τις πύλες εκδοτών ή πανεπιστημιακών ιδρυμάτων. Έτσι, τα...

Πότε γράφτηκαν τα ομηρικά έπη; Οι φιλόλογοι απαντούν

Πότε γράφτηκαν τα ομηρικά έπη; Οι φιλόλογοι απαντούν

Σύμφωνα με το ενδιαφέρον άρθρο του Βαγγέλη Κανσίζογλου στο lavart.gr, "η απόλυτη χρονολόγηση συγκρότησης των ομηρικών επών είναι αδύνατη, εικάζεται ότι αυτά, στη μνημειώδη μορφή που γνωρίζουμε σήμερα, συντέθηκαν ήδη κατά τον 8o προχριστιανικό αιώνα, δηλαδή ακριβώς την...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Ακολουθήστε μας στο Google News

Διαβάστε κι αυτά

Πότε γράφτηκαν τα ομηρικά έπη; Οι φιλόλογοι απαντούν

Πότε γράφτηκαν τα ομηρικά έπη; Οι φιλόλογοι απαντούν

Σύμφωνα με το ενδιαφέρον άρθρο του Βαγγέλη Κανσίζογλου στο lavart.gr, "η απόλυτη χρονολόγηση συγκρότησης των ομηρικών επών είναι αδύνατη, εικάζεται ότι αυτά, στη μνημειώδη μορφή που γνωρίζουμε σήμερα, συντέθηκαν ήδη κατά τον 8o προχριστιανικό αιώνα, δηλαδή ακριβώς την...

Ερωτικό

Ερωτικό

  γράφει η Άντια Αδαμίδου - Ερωτικό oι πόλεις συντρίβονται λίγο πριν εκτοξευθούμε στο φως μη με κοιτάζεις έτσι μόνο δώσε μου ένα μενεξέ του απρίλη -μα είναι χειμώνας- μια σταγόνα της αυγής -μα εδώ είναι έρημος- κοίταξε από το παράθυρό σου βλέπεις ό,τι βλέπεις δεν...

Παρ’ ολίγον μέλλον!

Παρ’ ολίγον μέλλον!

Είναι εξόχως αυθαίρετη η σκέψη πως η επιλογή και η ‘διαλογή’ μπορεί να λειτουργήσει θετικά μέσα στην εκπαιδευτική διαδικασία.

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου