τοβιβλίο.net

Θανάσης Διαμαντόπουλος: «Ο δικαστής»

19.10.2019

σχόλια

 

«…από τη δίκη των έξι το 1922 μέχρι σήμερα,

πιο σωστά μέχρι την επαύριον του απριλιανού καθεστώτος,

η χώρα μακροπρόθεσμα δεν κέρδισε

με το να δικάζονται για εσχάτη προδοσία άνθρωποι που,

καθ’ οιονδήποτε τρόπο, βρέθηκαν στην εξουσία

και την άσκησαν επί ικανό διάστημα…»

 

Θανάσης Διαμαντόπουλος:

«Ο δικαστής»

Εκδόσεις: «ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ»

γράφει ο Άγγελος Πετρουλάκης

Τον Θανάση Διαμαντόπουλο (*) τον γνώρισα μέσα από το διαδίκτυο. Μου προκαλούσαν εντύπωση οι γενναίες – και συχνά αιρετικές για πολλούς – απόψεις του, σχετικά με την πολιτική, τη δικαιοσύνη, την κοινωνία. Απέσπασε ακόμα και τον θαυμασμό μου, όταν τον είδα να πρωτοστατεί στις διαμαρτυρίες για την καταδίκη τής γνωστής «καθαρίστριας του Βόλου».

Ως λογοτέχνη τον γνώρισα από το μυθιστόρημά του «Εστεμμένο πάθος». Είναι μυθιστόρημα που προσφέρει πλούσια ευχαρίστηση στον αναγνώστη, ιδιαίτερα σ’ εκείνον που στοιχειωδώς γνωρίζει κάτι από την ιστορία τής Ευρώπης. Και σ’ εκείνους που έχουν την ιδιοτροπία να θέλουν τον συγγραφέα καλόν γνώστη τής Ελληνικής.

Χάρηκα όταν πληροφορήθηκα πως επίκεται η κυκλοφορία ενός νέου μυθιστορήματός του, και χάρηκα διπλά όταν το πήρα στα χέρια μου, πριν λίγες ημέρες, σε μια περίοδο που ‘‘σκάλιζα’’ ξανά κάποια δοκίμια και άρθρα τού Ουμπέρτο Έκο, ταυτόχρονα με τέσσερα ακόμα σημαντικά έργα, δυο μεγάλων στοχαστών, του Τσβετάν Τοντόροφ («Απέναντι στο ακραίο», Νησίδες και «Μνήμη του κακού, πειρασμός του καλού», Εστία) και του Κιθ Λόου («Ο φόβος και η ελευθερία» και «Όλεθρος», Ψυχογιός). Αυτοί οι ‘‘φίλοι’’ μπορούσαν να περιμένουν, έστω κι αν η ζωή, ως γλυκύτατη, αλλά άπιστη ερωμένη, δεν ξέρεις πότε θα σου πει ‘‘αντίο’’. Ο Θανάσης Διαμαντόπουλος έπρεπε να προηγηθεί…

Δεν είμαι κριτικός της λογοτεχνίας. Αναγνώστης απλός είμαι. Και σαν αναγνώστης προσεγγίζω το κάθε μυθιστόρημα, γράφοντας στη συνέχεια για εκείνα που με άγγιξαν. Και στο «Ο δικαστής» με άγγιξαν πολλά. Κάποια με ταρακούνησαν…

Δεν κουράζομαι να γράφω – ενίοτε και να λέω – πως η λογοτεχνία (το μυθιστόρημα) είναι ο πλέον πρόσφορος τρόπος για να διδαχτεί κάποιος ιστορία ή να προβληματιστεί πάνω σε καίρια ζητήματα, που απασχολούν τον κοινωνικό (και πολιτικό) εαυτό μας. Αρκεί ο συγγραφέας να είναι τίμιος. Και ο Θανάσης Διαμαντόπουλος είναι τίμιος. Τόσο που θεωρώ σίγουρο πως κάποιοι από τον χώρο τής Δικαιοσύνης θα θιχτούν. Για τον απλό λόγο: Αποκαλύπτει την ιδιοτέλειά τους και την κατάχρηση της εξουσίας…

Επίσης θα αντιδράσουν και κάποιοι υπερφίαλοι ‘‘δημοκράτες’’, που κρύβουν αλήθειες για να μην αποκαλυφθεί η γύμνια τους.

Ο Θανάσης Διαμαντόπουλος με το «Ο δικαστής» ζυμώνει την πραγματικότητα με τον μύθο, αλλά είναι φανερό πως ο μύθος λειτουργεί εντελώς προσχηματικά, σαν όχημα πάνω στο οποίο μεταφέρονται πραγματικά γεγονότα από τον χώρο τής ιστορίας (ρανίδες τού Εθνικού Διχασμού, το «ΟΧΙ» του Μεταξά, Κατοχή, Εμφύλιος…), της πολιτικής (υπόθεση Μέρτεν, δικτατορία συνταγματαρχών…), της Δικαιοσύνης…

Πολλά απ’ αυτά είναι στοιχεία βιωματικά (όπως ο όλεθρος στο Μάτι, που ο ίδιος έζησε), άλλα αποτελούν ακλόνητες αλήθειες. Τίποτα πλαστό. Κανένα μύθευμα.

 

Τεχνικά το μυθιστόρημα στηρίζεται σε τρεις αφηγήσεις. Η πρώτη είναι μια σύντομη αφήγηση ενός νέου (Γρηγόρης Σαντορινιός), που εκφράζει τη λατρεία του για την αγαπημένη του. Η δεύτερη, της αγαπημένης του (Μίνα – Αλκμήνη Σούτσου), μιας νεαρής φιλολόγου, που αναλαμβάνει να καταγράψει τη ζωή ενός υπέργηρου αρεοπαγίτη, η οποία πολύ απλά, αλλά ιδιαίτερα ουσιαστικά δίνει την ουσία τού έρωτά τους: «Ήταν ο Γρηγόρης μου, ήμουν η Μίνα του, και το άθροισμα των δύο έκανε αυτό που μονολεκτικά θα μπορούσε να ονομαστεί αγάπη». Η άλλη είναι του ίδιου του αρεοπαγίτη, ο οποίος επιθυμεί να καταγραφεί η ζωή του, για λόγο που ο συγγραφέας θα τον αποκαλύψει στο τέλος, διατηρώντας έτσι το στοιχείο τής έκπληξης και της ανατροπής.

Θα σταθώ, όμως, στη ματιά τού συγγραφέα στα ζητήματα εκείνα που η λογοτεχνία αναδεικνύεται αποκαλυπτική τής αλήθειας, περισσότερο. Είναι οι σελίδες που ο συγγραφέας μιλάει μέσα από την αφήγηση του δικαστή (Αγησίλαου Αγιοπετρίτη), ενός ανθρώπου που η φύση τού στέρησε πολλά από εμφάνιση και που είχε επίγνωση των σωματικών μειονεκτημάτων του. Ο Αγιοπετρίτης δεν υπήρξε τόσο έντιμος, όπως ο άγιος, ούτε τόσο σταθερός, όπως η πέτρα. Αγωνίστηκε όμως και για τα δυο, και πορεύτηκε έντιμα και γενναία. Για το ότι κάποια στιγμή δεν υπήρξε άγιος, ζήτησε να εξιλεωθεί. Είναι αυτό που θα κάνει την ανατροπή στις τελευταίες σελίδες τού βιβλίου και θα προσφέρει στον αναγνώστη τη λύτρωση ότι το καλό έχει τη δύναμη να κυριαρχεί επί του κακού.

Όμως, αυτός ο γέροντας, είναι και κάτι ακόμα. Το καταθέτει ο συγγραφέας μέσω του Γρηγόρη: «…έζησε σε εποχές δραματικές και τρομερά ενδιαφέρουσες, με απίστευτη συμπύκνωση του χρόνου. Βίωσαν οι άνθρωποι της γενιάς εκείνης γεγονότα που τους επέτρεψαν να συσσωρεύσουν γνώσεις και εμπειρίες, τις οποίες ουδέποτε θα αποκτήσουμε εμείς μέσω του διαδικτύου…»

Μέσα από την πρώιμη αφήγηση του νεαρού Γρηγόρη, ο συγγραφέας, θα αρχίσει να καταθέτει τις ιστορικές του αλήθειες. Κάνει αναφορά στη δολοφονία τού υφυπουργού Εργασίας, την 1/5/1948, Χρήστου Λαδά, από τον κομμουνιστή Ευστράτιο Μουτσογιάννη, για την οποία η κυβέρνηση Σοφούλη προκάλεσε αντίποινα, που είχαν ως αποτέλεσμα την επίσπευση των εκτελέσεων 24 ατόμων (ήδη καταδικασμένων σε θάνατο), στην Αθήνα και άλλων 130 στην επαρχία.

Η αναφορά στη θανατική ποινή, θα δώσει στον συγγραφέα την ευκαιρία να τοποθετηθεί αρνητικά, απέναντί της, επισημαίνοντας πως ο δικαστής «του», παρά την αυστηρότητά του και στην προσήλωσή του ακόμα και στο γράμμα τού νόμου, ήταν αντίθετος με την εσχάτη των ποινών. Ας παρακολουθήσουμε τη σκέψη του:

«…οι κοινωνίες δεν επιθυμούν τις θανατικές καταδίκες και τις εκτελέσεις για σωφρονισμό των άλλων, δηλαδή για λόγους γενικής πρόληψης. Ούτε για αποθάρρυνση του συγκεκριμένου εγκληματία όσο ετοιμάζει την πράξη του. Υπηρετούν απλώς το πρωτόγονο ένστικτο της εκδίκησης και ανταπόδοσης, που ο πολιτισμός δεν έχει ακόμη καταφέρει να εκριζώσει από την ψυχή του σύγχρονου ανθρώπου…»

Σε σχέση με την τιμιότητα που επιβάλλει η ορθή μετάδοση της ιστορίας, ο συγγραφέας είναι επίσης ξεκάθαρος. Άλλωστε, και στα πολιτικά του δοκίμια, αυτή η τιμιότητά του, εντυπωσιάζει. Διαβάζουμε, λοιπόν, την άποψη του δικαστή:

«Άλλο να θες να δώσεις την οπτική σου γωνία πάνω στα γεγονότα που έζησες και άλλο να θες να εγκλωβίσεις και να αιχμαλωτίσεις την Ιστορία στη δική σου οπτική γωνία. Όποιος επιχειρεί κάτι τέτοιο, όποιος θέλει να ξαναγράψει την Ιστορία αποκλειστικά με όρους και στόχους αυτοδικαίωσης, αυτός δεν γίνεται ο ιστορικός πληροφοριοδότης του μέλλοντος. Γίνεται ο ιστορικός γελωτοποιός της κοινωνίας που αφήνει πίσω του…»

Προχωρώντας σε κάποιες άλλες γενικές παρατηρήσεις θα σταθώ σε έναν ακόμα σοφό λόγο τού Θανάση Διαμαντόπουλου. Έχει σχέση με την φθορά που συνεπάγεται η προχωρημένη ηλικία και που είναι, και προσωπική διαπίστωση:

«Η ζωή των γέρων δεν σφραγίζεται τόσο από την έλλειψη απολαύσεων όσο από την έλλειψη ελπίδων». Πόση αλήθεια ομολογούν αυτές οι λίγες λέξεις…

Σ’ αυτό το σημείο θα κάνω μια ακόμα επισήμανση: Ο Θανάσης Διαμαντόπουλος ξέρει Ελληνικά, γνωρίζει τη λειτουργία τής γλώσσας. Γνωρίζει ποιος είναι ο ρόλος τού ρήματος και ποιο το βάρος τού επιθέτου. Λέει ο δικαστής στη νεαρά φιλόλογο που καταγράφει τις αναμνήσεις του:

«Δίνω τεράστια σημασία στη γλώσσα. Ο λόγος που χρησιμοποιούμε, η γλώσσα στην οποία εκφραζόμαστε, γίνεται ο εαυτός μας, διαμορφώνει τον χαρακτήρα και την προσωπικότητά μας. Σε τελική ανάλυση, οι λέξεις γίνονται έξεις. Και πρέπει να είναι οι σωστές λέξεις, για να δημιουργούν τις πρέπουσες έξεις. Αλλά, θα έλεγα, και τις σωστές μεθέξεις…»

Οι πρώτες νύξεις για ζητήματα ιστορίας ξεκινούν – μια και ο αφηγητής έχει γεννηθεί στις αρχές του 1924 – από το 1935, από συζητήσεις τού πατέρα του. Οι υπαινιγμοί είναι σαφείς. Για το κίνημα του 1935 και την εκτέλεση του υπερήλικα στρατηγού Αναστάσιου Παπούλα, ο οποίος είχε ‘‘πληρώσει’’ ετεροχρονισμένα τη στάση του στη Δίκη τών Έξι το 1922: «… Αυτό το πλήρωσε με τη ζωή του σχεδόν μιάμιση δεκαετία αργότερα, γιατί η πολιτική αποστασία σε συνθήκες διχασμού είναι ένα έγκλημα το οποίο ουδέποτε παραγράφεται και ουδέποτε εξαλείφεται από την παραταξιακή μνήμη…»

Ξεδιπλώνοντας τις πρώτες του αναμνήσεις, οι οποίες ουσιαστικά ξεκινούν από την ημέρα που ο Μεταξάς αντέδρασε με ΟΧΙ στην ιταλική πρόκληση, ο Διαμαντόπουλος θα δώσει τον δικό του ορισμό τού καλού πατριώτη:

«Πατριώτης, κατά τη δική μου φιλοσοφία ζωής, είναι ο εφοριακός που δεν τα πιάνει, ο δημόσιος υπάλληλος που εργάζεται χωρίς να κωλυσιεργεί και να λουφάρει, ο δικαστής που δεν μεροληπτεί, ο μπακάλης που δεν κλέβει στο ζύγι, ο καθηγητής πανεπιστημίου που δεν αποκλίνει από τους κανόνες της αξιοκρατίας και της ευθυδικίας…»

Θα καταθέσει επίσης θαρραλέα και τη δική του άποψη (ευτυχώς δεν είναι ο μόνος) για το ποιος είπε το «ΟΧΙ» εκείνη την κρίσιμη νύχτα:

«…δεν υπάρχει μεγαλύτερη βλακεία από την εξωραϊστική προσέγγιση ότι το ΟΧΙ το είπε ο λαός και όχι ο Μεταξάς. Ο λαός, δηλαδή ο μέσος άνθρωπος, κοιμόταν εκείνο το βράδυ. Όταν, άλλωστε, ξύπνησε από τις σειρήνες είχε δύο επιλογές: Ή να πάρει τα όπλα και να πολεμήσει τους εισβολείς… […] Ή να σταθεί ο ίδιος απέναντι στα όπλα του εκτελεστικού αποσπάσματος λόγω φυγοστρατίας…»

Το ίδιο θαρραλέα μιλά ο δικαστής και για τις αποσιωπήσεις τής ιστορίας, φέρνοντας για παράδειγμα την ανακούφιση που ένιωσαν πολλοί με τη υπογραφή από τον Τσολάκογλου της πράξης ανακωχής:

«…οι πάντες παρασιωπούν , τις χιλιάδες μπαταριές και τους αναρίθμητους πυροβολισμούς ενθουσιασμού στον αέρα με τους οποίους οι φαντάροι γιόρτασαν τη χαρμόσυνη είδηση της υπογραφής της πράξης ανακωχής από τον Τσολάκογλου…»

Κάνοντας, δε ένα άλμα, στο σήμερα (και ένα ακόμα στο πιο μακρινό χθες) θα συμπληρώσει:

«…αυτή η διάθεση για αντίσταση και θυσία και προσφορά – είναι από αυτά που δεν λέγονται δημόσια ούτε γράφονται… – κράτησαν πολύ, μα πάρα πολύ λίγο. Είναι, λίγο πολύ, όπως έγινε τελευταία με τα Μνημόνια και το δημοψήφισμα του 2015. Έτσι ακριβώς και τότε ένα πολύ μεγάλο τμήμα του λαού μηρύκασε το υπερήφανο Όχι της αντίστασης, το πανηγύρισε μάλιστα με νταούλια και ζουρνάδες, λίγο μετά όμως – οι περισσότεροι τουλάχιστον – χειροκροτούσε και επιβράβευε αυτόν που, ευτυχώς, έγραψε και υπέγραψε τη σώφρονα πολιτική της υποταγής. Μην ξεχνάς πως και ο Ελευθέριος Βενιζέλος μια πολιτική υποταγής στους ισχυρούς της γης προπαγάνδιζε απερίφραστα, όταν δεν ήταν στην εξουσία, και τέτοια πολιτική – ονομάζοντάς τη ‘‘διεθνοπολιτικό πραγματισμό’’ – εφάρμοζε χωρίς αναστολές κάθε φορά που κρατούσε στα χέρια του το πηδάλιο του εθνικού σκάφους…»

Είναι γεγονός πως άλλη είναι η ιστορία που πρέπει να διδάσκονται οι μαθητές και άλλη η ιστορία που πρέπει να κινητοποιεί την κριτική σκέψη τών ενήλικων. Αυτό όχι απλά το ξέρει ο Διαμαντόπουλος, αλλά δεκαετίες τώρα το καταθέτει. Η πληθώρα τών έργων που μας έχει προσφέρει, αποτελεί πολύτιμη πηγή στη σχετική βιβλιογραφία. Έντεχνα, στο μυθιστόρημά του, περνά κάποια στοιχεία και υπαινίσσεται μη αμφισβητήσιμες αλήθειες:

«…μόνο επί του δικτατορικού καθεστώτος του Παπαδόπουλου το ελληνικό κράτος καθιέρωσε τη δωρεάν διανομή των συγγραμμάτων στους φοιτητές των πανεπιστημιακών σχολών».

Όμως το ιδιαίτερα θετικό τής αφήγησης του δικαστή είναι πως ο συγγραφέας γνωρίζει τους κανόνες εκείνους που κάνουν τη γραφή ελκυστική στον αναγνώστη, χωρίς να τον κουράζει πιθανή μονοτονία ως προς το θέμα. Τα ιστορικά γεγονότα εναλλάσσονται με τα προσωπικά βιώματα, η πολιτική κριτική με τις ερωτικές εμπειρίες, οι οποίες εμπεριέχουν το στοιχείο τού συγκλονιστικού, μια και ο δικαστής είναι άτομο δύσμορφο, αποκλεισμένο από τη χαρά τού έρωτα. Η πρώτη του εμπειρία είναι προϊόν οίκτου και εκτίμησης μιας γυναίκας με το όνομα Ζωή, που μεταφορικά τού προσφέρει και τη γλυκιά γεύση τής ζωής. Μεγαλύτερή του κατά πολύ, χήρα με παιδί, αντιμετωπίζει την πείνα τής Κατοχής προσφέροντας ερωτική συντροφιά σε έναν μαυραγορίτη τής γειτονιάς. Όμως ο νεαρός, τότε, Άγις, που προετοιμάζεται για τις εισαγωγικές εξετάσεις στο πανεπιστήμιο, είναι αυτός που τη συνοδεύει τα βράδια στο σπίτι της, εισπνέοντας έναν φευγαλέο γυναικείο ερωτισμό. Και η Ζωή τον ανταμείβει…

«…Δεν ανήκω στους ανθρώπους στους οποίους η ζωή χάρισε πολλές στιγμές μεγάλης ευτυχίας. Την πιο έντονη, την πιο μεγάλη ίσως, την πιο αλησμόνητη οπωσδήποτε, μου τη χάρισε η Ζωή. Δεν είχα πολλές ανάλογες ευκαιρίες απογείωσης στη συνέχεια…

[…]

»Κυρίως ένιωσα τον θεό Πρίαπο να εισβάλλει δυναμικά, εμφαντικά, με ορμή ακατάσχετη εντός μου…

[…]

»…στη ζωή μου δεν γνώρισα άλλη γυναίκα αυτοβούλως και ανιδιοτελώς προσφερθείσα… Βλέπεις ο οίκτος τον οποίο ποτέ δεν έπαψα να εμπνέω λόγω του παρουσιαστικού μου, δεν είναι το συναίσθημα που δημιουργεί στις γυναίκες την πιο έντονη ερωτική διάθεση…»

Τη δεύτερη ερωτική εμπειρία που μένει ως πληγή για την υπόλοιπη ζωή του, δεν θα την αποκαλύψω. Πρέπει να αφήνουμε στους αναγνώστες τη χαρά τής ανακάλυψης κάποιων ουσιαστικών στοιχείων τών βιβλίων. Είναι, άλλωστε, αυτή που βρίσκεται και στο βάθος τής δραματικότητας, μέσα στην οποία συναντιούνται οι ζωές τού δικαστή, της Μίνας και του Γρηγόρη.

Κάπου ανάμεσα στην ιστορία και στον έρωτα ξεδιπλώνονται οι σκληρότερες σελίδες τής αφήγησης. Ο Διαμαντόπουλος μπαίνει με ιδιαίτερη ευθυκρισία στα Δεκεμβριανά, αλλά και στον Εμφύλιο.

Απέναντι στα Δεκεμβριανά, ο αφηγητής, θα σταθεί σκληρά αντικειμενικός:

«Τα γεγονότα, η αιματοχυσία, η αγριότητα, η αποχαλίνωση των πιο βάρβαρων ανθρώπινων ενστίκτων, όλα ήταν εκεί. Νομίζαμε ότι ζούσαμε την κόλαση του Δάντη. Τότε δεν είχαμε συνείδηση πόσο μικρό τίμημα ήταν όλο αυτό το αίμα σε σχέση με το νέο κατοχικό καθεστώς, αυτό με τους κομμουνιστές στον ρόλο των κατοχικών δυνάμεων, που παρά τρίχα γλιτώσαμε. Και το οποίο, αν είχε επικρατήσει, αν είχε εγκαθιδρυθεί, θα είχε διατηρηθεί τουλάχιστον μέχρι το 1989. Στερώντας από τους ανθρώπους όχι μόνο το αίμα τους, αλλά και το οξυγόνο που χρειάζονται. Όπως συνέβη με όλους τους βόρειους γείτονες της χώρας μας, καθώς και τη μισή Ευρώπη άλλωστε. Με την υποδούλωση λαών ιστορικών και περήφανων, όπως οι Πολωνοί, ενώ υποδουλώθηκε και εξανδραποδίστηκε και ο ευγενικός λαός της μόνης χώρας της Μεσευρώπης της οποία η δημοκρατία λειτούργησε άψογα σε όλο τον Μεσοπόλεμο, της Τσεχοσλοβακίας… Αλλά η γενιά σου πού να καταλάβει τι ήταν η Τσεχοσλοβακία μέχρι το 1947 και τι υπέφερε αυτή η χώρα στη συνέχεια. Μάλλον δεν έχεις καν ακούσει το όνομα του Μάζαρικ, του Ντούπτσεκ, ίσως ούτε και του Κούντερα… Για να είμαι ειλικρινής, αμφιβάλω αν η γενιά σου είναι σε θέση ακόμα και να καταλάβει τι ήταν κομμουνισμός…»

Ο δικαστής, όμως, έχει βιώσει για τα καλά την κόκκινη τρομοκρατία, τόσο στην Κατοχή, όσο και μετά. Και μιλά απερίφραστα γι’ αυτήν, θυμίζοντας στους νεότερους πως η Δημοκρατία δεν χτίζεται πάνω στο αίμα. Μία από τις πιο σκληρές αναμνήσεις του είναι η κηδεία τής κακοποιημένης και κατακρεουργημένης μεγάλης ηθοποιού τής εποχής, της Ελένης Παπαδάκη, στις 28/1/1945, η οποία είχε δολοφονηθεί από μέλος της ΟΠΛΑ στις 21/12/1944, αλλά το πτώμα της είχε βρεθεί ένα περίπου μήνα μετά, στις 26/1/1945 στα διυλιστήρια της ΟΥΛΕΝ.

«…η χαρισματική τραγωδός, η οποία τη μοναδική φορά που την είχα παρακολουθήσει να παίζει στο θέατρο με είχε κυριολεκτικώς καθηλώσει και ξετρελάνει, είχε δολοφονηθεί! Από ένα ανθρωποειδές, ένα ανθρωπόμορφο κομμουνιστικό τέρας, που προφανώς μισούσε την ομορφιά, που μισούσε την τέχνη και νόμιζε πως η Ιστορία τον είχε εξουσιοδοτήσει να απονέμει ιστορική δικαιοσύνη…

[…]

»… Στο τέλος οι κουκουέδες, κατά τη συνήθη πρακτική τους, έφτασαν να καταγγείλουν τον φονιά ως… πράκτορα της Ιντέλιτζενς Σέρβις!»

 

Δεν γίνεται σκληρός ο Διαμαντόπουλος, για ό,τι και να μιλά. Μένει αληθινός. Η αλήθεια είναι αυτή που εμφανίζεται σκληρή γιατί απομυθοποιεί και, ξεφλουδίζοντας το ψέμα, παρουσιάζει τη ρεαλιστική πλευρά τής ζωής.

«Όποιος έχει τη δύναμη έχει το δίκιο με το μέρος του…

[…]

»Και βεβαίως δύναμη είναι η δυνατότητα των δικαστών να ‘‘ερμηνεύουν’’ τους νόμους όπως βολεύει και τους ίδιους – αυτό το βλέπουμε πολύ τα τελευταία χρόνια, που έπεσαν τα προσωπεία και καταργήθηκε η συστολή – ή όπως εξυπηρετεί άτομα, ομάδες ή κοινωνικές κατηγορίες κατά κανόνα του κρατικοδίαιτου κατεστημένου, πάντως ‘‘προσφιλείς’’ στο δικαστικό σώμα…»

Κάθε φορά που αναφέρεται στη Δικαιοσύνη ο λόγος του γίνεται νυστέρι και σπάζει αποστήματα που ζέχνουν:

«Ποτέ δεν πίστεψα, παιδί μου, στη Δικαιοσύνη ως θεσμό ικανό να υπηρετήσει την ουσία και την ιδέα της δικαιοσύνης…»

[…]

«Δικαστής σημαίνει ένα επάγγελμα που μπορεί να είναι εξαιρετικά πληκτικό…

[…]

»Επιπροσθέτως είναι ένα επάγγελμα με έμμεσες αμοιβές τέτοιες που ουδέν άλλο διαθέτει. Σου εξασφαλίζει κοινωνικό κύρος και σεβασμό του περίγυρού σου. Τέτοιο κύρος που οι ασκούντες άλλα επαγγέλματα με σημαντικότερη κοινωνική προσφορά, όπως, για παράδειγμα, οι γιατροί, δεν μπορούν ούτε καν να ονειρευτούν. Αυτό εξακολουθεί ακόμη να ισχύει, έστω κι αν πλέον κάποιοι απαράδεκτοι συνάδελφοί μου πολύ το εξευτελίζουν στις μέρες μας. Είτε με αυτοεπιδίκαση αναδρομικών, που με πολύ φαντασία ανακαλύπτουν πως δικαιούται κατά το Σύνταγμα ο κλάδος, είτε με τα καραγκιοζιλίκια που κάνει κυρίως αυτή η λέπρα που πρόσφατα ηγήθηκε της Δικαιοσύνης».

Πιο κοφτερό νυστέρι, όμως, γίνεται όταν αναφέρεται στους δικαστές, την κρίση τους και τις σκοπιμότητες, που, ενίοτε, εξυπηρετούν:

«…κατά καιρούς σκεπτόμουν πως η δικαιοσύνη είναι κάτι πολύ μεγάλο για να την αποδίδουν δικαστές…

[…]

»…τα άλλα συνδικάτα κρατικοδίαιτων διεκδικούν για τα μέλη τους αναδρομικά από το δημόσιο. Το συνδικάτο των τηβεννοφόρων, αντίθετα, αποφασίζει και τα παίρνει μόνο του, χρησιμοποιώντας μια αρεστή στο ίδιο ανάγνωση των νόμων σαν εργαλείο λεηλασίας και λαφυραγώγησης του δημόσιου ταμείου, δηλαδή της υπόλοιπης κοινωνίας».

Στον χώρο τής πολιτικής, η ματιά τού Διαμαντόπουλου χαρακτηρίζεται από έναν σοφό σκεπτικισμό. Επιλέγει αμφιλεγόμενες σελίδες, που διατάραξαν την πολιτική ομαλότητα και καταθέτει την άποψή του χωρίς κομματικά πάθη και πέρα από σκοπιμότητες.

Αναφερόμενος στην υπόθεση του περιβόητου «χασάπη» Μέρτεν, η οποία απείλησε να τινάξει στον αέρα όλο το αναπτυξιακό σχέδιο τής τότε κυβέρνησης Κ. Καραμανλή, ‘‘βλέπει’’ από όλες τις πλευρές τα διλήμματα και τις τελικές αποφάσεις:

«Δύο εξηγήσεις νομίζω ότι υπάρχουν, δύο ερμηνείες μπορούν να προβληθούν. Η μια είναι, θα έλεγα, ευμενής για τους τότε κυβερνώντες, η άλλη το αντίθετο. Άκου: Στις αρχές του 1958 η γερμανική κυβέρνηση επρόκειτο να μας χορηγήσει ένα μεγάλο δάνειο, ένα ποσό τεράστιο για τα δεδομένα της εποχής και της οικονομίας μας, ικανό να δώσει σημαντικότατη ώθηση στη χώρα…

[…]

»Δεν ήταν, όμως, μόνο το θέμα του χαμηλότοκου δανείου. Επιπροσθέτως, Καραμανλής και Αβέρωφ, ενδιαφερόμενοι να εξασφαλίσουν τη φιλική χρηματοδότηση από τη γερμανική κυβέρνηση σημαντικών δημόσιων έργων υποδομής στη χώρα μας, επισκέφθηκαν το φθινόπωρο του 1958 τη Βόννη… και υπέγραψαν με τον Αντενάουερ συμφωνία οικονομικής βοήθειας…

[…]

»…την εν λόγω συμφωνία τη συνόδευε μυστική ρήτρα, σύμφωνα με την οποία ο Καραμανλής είχε δώσει μια σαφή διαβεβαίωση στον Αντενάουερ: ότι και την έκτιση της ποινής του Μέρτεν θα απέτρεπε και το ακαταδίωκτο όλων των άλλων Γερμανών που κατηγορούντο για εγκλήματα πολέμου θα διασφάλιζε».

Η κυβέρνηση τότε ψηφίζει νόμο τού κράτους που ευνοεί τους Γερμανούς εγκληματίες και ο Μέρτεν αποφυλακίζεται. Η πολιτική θύελλα είναι μεγάλη. Ο Διαμαντόπουλος (δια του δικαστή) έρχεται να καταθέσει την ψύχραιμη άποψή του:

«Φαντάζεσαι όμως πόσο θα είχε καθυστερήσει η οικονομική ανάπτυξη της χώρας, πόσοι άνθρωποι θα είχαν υποφέρει, εάν η τότε κυβέρνηση δεν διέθετε το πολιτικό κεφάλαιο, το θάρρος ή, αν θέλεις, τα ιδιοτελή κίνητρα να ανατρέψει τη δικαιότατη αυτή απόφαση της Δικαιοσύνης; Ίσως και αρκετά ελληνόπουλα να είχαν πεθάνει!»

Και ο δικαστής, για λογαριασμό τού συγγραφέα, αναρωτιέται:

«Μπορεί ένας δικαστής να απονέμει δίκαιο, να εφαρμόζει τον νόμο, αλλά και να απομένει ουσιαστικά δικαιοσύνη, αγνοώντας ολοσχερώς τις ευρύτερες κοινωνικές συνέπειες της απόφασής του;»

Όμοια διλήμματα θα αντιμετωπίσει και ο ίδιος, ή επινοεί τη συμμετοχή του σ’ αυτά, τοποθετώντας τον εαυτό του ανάμεσα στους δικαστές – αρεοπαγίτες που ψήφισαν αθωωτικά για τον Ανδρέα Παπανδρέου, στην ιστορική δίκη, το καλοκαίρι του 1990, παρότι ήταν «περίπου πεπεισμένος για την ενοχή του». Ας παρακολουθήσουμε τους συλλογισμούς του, έστω ως απόσπασμα μαθήματος – πολύτιμου – πολιτικής ιστορίας:

«Τότε ήμουν πεισμένος – είχα θελήσει, αν θες, να πεισθώ, γιατί περισσότερο σε λογικό συλλογισμό βάσιζα την πεποίθησή μου και λιγότερο σε απτά στοιχεία – ότι υπήρχαν επαρκή νομικά και πραγματολογικά ερείσματα για την καταδίκη του Ανδρέα για ένα αδίκημα…

[…]

»Αρνούμουν να πιστέψω και να δεχθώ ότι σχεδόν όλοι ταυτόχρονα οι διοικητές των δημόσιων οργανισμών έπαθαν μαζική παράκρουση και έσπευσαν αυτοβούλως να βάλουν ταυτόχρονα τα λεφτά των οργανισμών τους στην τράπεζα του Κοσκωτά. Και έτσι είχα πεισθεί ότι υπήρχε ηθική αυτουργία στην απιστία τους. Από τη διαβούλευση, μάλιστα, είχε καταστεί σαφές ότι, ως προς το συγκεκριμένο αδίκημα, οι αριθμητικοί συσχετισμοί ήταν οριακοί. Και μην ξεχνάς πως επρόκειτο για μια δίκη ούτως ή άλλως βαριά πολιτικοποιημένη. Έφτανε λοιπόν η προσθήκη μιας μόνο ψήφου ακόμα στις καταδικαστικές, της δικής μου, για να επιβληθεί στον πρώην – και ξανά μετέπειτα – πρωθυπουργό ποινή ατιμωτική…

[…]

»Το ότι κάτι τέτοιο θα οδηγούσε σε αιματοχυσία στον δρόμο, ίσως ακόμα και σε εμφυλιοπολεμικού χαρακτήρα γεγονότα, μπορούσε να τα αγνοήσει – παρά τη δικανική του πεποίθηση – ένας δικαστής; Εγώ πάντως δεν το αγνόησα…

[…]

»…σκέφτηκα: Η κοινωνική ειρήνη ενός πολύπαθου λαού αξίζει μια δικαστική αδικία! Ψήφισα λοιπόν αθωωτικά και σιώπησα αιδημόνως…»

Θεωρώ ιδιαίτερα σημαντικό το μυθιστόρημα του Θανάση Διαμαντόπουλου, σε κάποια του σημεία, δε, μνημειώδες. Όπως και απόλυτα ερωτικό, κάτι για το οποίο απλά υπαινιγμούς διατύπωσα, αφήνοντας τον αναγνώστη να κάνει τις δικές του διαπιστώσεις.

Ακολουθήστε μας!

Οι προσφορές των εφημερίδων

Κερδίστε το!

Οδηγός ιστοσελίδας

Αρχείο

Επιμέλεια άρθρου Κώστας Θερμογιάννης

Επιμέλεια άρθρου

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου