Θανάσης Χατζόπουλος: ‘Υπό κατασκευήν σημαίες’

_

γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης

«Μόνο στο όνομα του τόπου Ακούμε καθαρά το όνομα μας Μόνο στου καιρού το όνομα Φωνής πνοή και λόγου όρθρος Μόνο στο όνομα του λόγου Ακούμε καθαρά το όνομα μας Το πύρωμα του στο αίμα μας Μόνο στο όνομα του λόγου ζούμε

Θανάσης Χατζόπουλος, ‘11

Το 2021, από τις εκδόσεις Πόλις, κυκλοφόρησε η ποιητική συλλογή του Θανάση Χατζόπουλου που εν προκειμένω φέρει τον τίτλο ‘Υπό κατασκευήν σημαίες.’[1] O ίδιος ο τίτλος της ποιητικής συλλογής, δεν εμπεριέχει κάτι το άμεσα ηρωικό ή επικό.

Αντιθέτως, σπεύδει να υποδηλώσει, υπογείως και με αλληγορική διάθεση πως, όπως οι σημαίες, έτσι και η ιστορία, βρίσκεται ‘υπό κατασκευή,’ ήτοι υπό εξέλιξη, εγγράφοντας εντός της το έντονο πρόσημο της αβεβαιότητας και της ρευστότητας.

Μορφολογικά, η ποιητική συλλογή του Θανάση Χατζόπουλου, αποτελείται από τρεις επιμέρους ενότητες: ‘Χάραμα στον Κεράτιο,’ ‘Κοινό Θνητοί,’ ‘Απόδειπνο στη Νεμποϊσα.’

Οι τρεις ενότητες συνθέτουν την ποιητική συλλογή, λειτουργώντας ως ένας ιδιαίτερος ‘καμβάς’ πάνω στον οποίο ο ποιητής καταθέτει ιδέες, πυκνά νοήματα και επίσης, στοχασμούς πάνω στην ιστορία και δη στην εξέλιξη της ελληνικής ιστορίας.

Υπό αυτό το πρίσμα, θα σημειώσουμε πως εντός της συλλογής ‘Υπό κατασκευήν σημαίες,’ καταθέτει μία σειρά στοχασμών, κάτι που επιχειρεί όμως δίχως να χάσει από τον ορίζοντα του την επιθυμία σύλληψης της ιστορίας ‘εν τω γίγνεσθαι,’ στο εγκάρσιο σημείο όπου, τα πρόσωπα που εμφανίζονται στη συλλογή (ιδίως στο ‘Απόδειπνο στη Νεμποϊσα’), εκτίθενται στις διαρκείς μεταβολές της, επενδύοντας συμβολικούς ‘πόρους’[2] προς την κατεύθυνση του να μπορέσουν να κατανοήσουν βαθύτερα το ό,τι ο θάνατος συνιστά κομμάτι της ‘βιογραφίας ζωής’ τους.

Η στοχαστική διάθεση εκκινεί από τις απαρχές κιόλας της συλλογής, εκεί όπου ο ποιητικός λόγος αναδεικνύει στην επιφάνεια, αφενός μεν έναν σύντομο ορισμό της πατρίδας, και, αφετέρου δε, το ό,τι η αλληλεπίδραση (που δεν καθίσταται στατική και μηχανική), του τόπου και της «παλαιάς γλώσσας», παραγάγουν ως αποτέλεσμα μία βαθύτερης έως βιωματικής αίσθηση ‘συν-ανήκειν.’[3]

Εδώ η γλώσσα είναι κάτι παραπάνω από την εύτακτη τοποθέτηση λέξεων, ακριβώς διότι, προσδιορίζεται βιωματικά και ιστορικά, (ή και δι-ιστορικά), όντας παράλληλα ένα από τα στοιχεία που συνθέτουν την έννοια της ‘ελληνικότητας,’ η οποία εξελίσσεται στο χρόνο και περικλείεται σε μία γλώσσα ‘κοινή’: «Όχι, διόλου απόγονοι Μας υιοθέτησε μόνο ο τόπος στον καιρό Και τα σπαράγματα της παλαιάς γλώσσας Πατρίδα είναι ο τόπος της κοινότητας Ο τόπος της διαφοράς Οι αλαλαγμοί των νικητών Και ένα θρόισμα σπαρτών απ’ τις ψυχές που ανεβαίνουν».[4]

Μπορούμε να διακρίνουμε στον ορισμό περί ‘πατρίδας’ δύο επίπεδα: Το πρώτο αφορά την άμεση και ευθεία αναγνώριση του ό,τι η πατρίδα ‘είναι ο τόπος της κοινότητας’, κάτι που παραπέμπει στη διαμόρφωση και εξέλιξη ανά την ελλαδική επικράτεια, ιστορικά (ας μη διστάσουμε να συμπεριλάβουμε στην ανάλυση μας και τις διασπορικές ελληνικές, τοπικές κοινότητες), κοινοτήτων, στην ύπαρξη μίας συγκεκριμένης κουλτούρας καθώς και στους δεσμούς που αναπτύσσονται μεταξύ των μελών τους, με τις κοινότητες αυτές, εν ευρεία εννοία πλέον, να σπεύδουν να συμβάλλουν στην συγκρότηση της ‘πατρίδας’ (και όχι ως ‘ύστατο καταφύγιο’), με όρους μάλιστα θετικού αθροίσματος, για να δανεισθούμε έναν όρο από το πεδίο των Διεθνών Σχέσεων.

Το δεύτερο επίπεδο, έχει σχέση με τον προσδιορισμό της πατρίδας ως του ‘τόπου της διαφοράς,’ ήτοι ως τόπου ο οποίος ενέχει διαφορετικά ‘βιογραφικά,’ διαφορετικές κατευθύνσεις, διαφορετικές κουλτούρες (ακόμη και γλώσσες), οι οποίες όμως δεν αποκλίνουν με στεγανά από την κοινοτική αντίληψη περί πατρίδας,’ με τρόπο ώστε συνολικά πλέον, η πατρίδα να φέρει εντός της, σχεσιακά και διαλεκτικά, τόσο την κοινότητα όσο και την διαφορά.

Και είναι ακριβώς μέσω αυτής της συνύπαρξης, της ώσμωσης των αντιθέτων που μπορούν να αλληλοτροφοδοτούνται, η οποία διαδραματίζει ιδιαίτερο ρόλο στο να αποκτήσει η ‘πατρίδα’ ισχυρό αντίκτυπο.

Από την ενότητα ‘Χάραμα στον Κεράτιο,’[5] ο Θανάσης Χατζόπουλος, εκκινεί την σκιαγράφηση της ελληνικής ιστορίας, αποφεύγοντας την συνθηματολογία και τον εύκολο όσο και πομπώδη εντυπωσιασμό, τις πολλές πληροφορίες (πλην εξαιρέσεων, η ανωνυμία συνδράμει στην εξέλιξη της όλης ποιητικής αφήγησης), ενεργοποιώντας εμπρόθετα, ποιητικώ τω τρόπω, ό,τι απαιτείται ώστε η ιστορία να καταστεί απτή, λειτουργική (τα νοήματα της) και πρωτίστως επιδραστική.

Στο πρώτο ποίημα της ενότητας, που τιτλοφορείται ‘Ανατολική Όχθη,’ οι διακυβεύσεις μπορεί να είναι η συνύφανση των στρατηγικών της ‘επιβίωσης’ και της ‘συμβίωσης,’ η επιτέλεση της ένοπλης σύγκρουσης της οποίας οι προεκτάσεις ενίοτε υπερβαίνουν την συμμετοχή και τις προθέσεις των στρατιωτών.

Και αυτό είναι ένα από τα ειρωνικά παίγνια της ιστορίας, το οποίο προσεγγίζει βαθύτερα ο ποιητής: Το γεγονός δηλαδή πως μία ένοπλη σύγκρουση (ο πόλεμος), δύναται να παραγάγει ιστορία ή αλλιώς, να αποτελέσει ‘γεννήτορα’ ιστορίας, οι επιπτώσεις της οποίας, κρυμμένες σε αλαλαγμούς, θρήνους, θριάμβους και σημαίες (ας θυμηθούμε τον τίτλο της ποιητικής συλλογής), δεν γίνονται άμεσα αντιληπτές.

«Μεσάνυχτα από λέξεις κι ούτε ένα φως Ψηλά στον κουρνιαχτό που η μέρα φέρνει Να σβήσει στο νερό Μόνο ο Πορθητής γοργά από το Κέρας Κεντούσε με φεγγάρια τον σταυρό Δεν έμενε ούτε βλέφαρο ανοιχτό Μαζί μ’ εκείνα που για πάντα σφάλισαν Κι όμως εκείνος μέρες, γενιές τώρα, Αγρυπνούσε μοναχός, ίδιος σκιά Του εαυτού τους σέρνοντας τον τελευταίο χορό Σε αυτή την όχθη πριν λευκανθεί το φως Ώσπου μες στην οχλαγωγία στίφη απρόσκλητα, λεγεώνες Οι νεκροί και οι εχθροί, που δίχως να ‘χει ονειρευτεί, Είχε προστακτικά μες στην ειδή της αύριον αρνηθεί».[6]

Ο ποιητής γράφει ‘σπερματικά’ αντλώντας ερεθίσματα από το είδος εκείνο της ιστορίας το οποίο μπορεί να παραγάγει μνήμη, αποκλίνοντας από την γνωστή, περί ιστορίας και ιστορικών προσωπικοτήτων Μαρξική ρήση, έτσι όπως διατυπώνεται στη ’18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη’: «Ο Χέγκελ λέει κάπου ότι όλα τα γεγονότα και οι προσωπικότητες της ιστορίας εμφανίζονται ξανά με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Ξέχασε να προσθέσει: την πρώτη φορά ως τραγωδία, τη δεύτερη ως φάρσα».[7]

Στις ‘Υπό κατασκευήν σημαίες,’ ο Θανάσης Χατζόπουλος, δεν εκλαμβάνει το ιστορικό γίγνεσθαι ούτε ως ‘τραγωδία’ ούτε ως ‘φάρσα,’ χωρίς επίσης, να παρελαύνουν μέσα στις σελίδες του ιστορικές προσωπικότητες όπως ο Λουδοβίκος Βοναπάρτης οι οποίες ακροβατούν μεταξύ υπερβατικής προσδοκίας (δημιουργία και σταθεροποίηση της δεύτερης Γαλλικής Αυτοκρατορίας), και κατάρρευσης αυτής της προσδοκίας που διαβάζεται και ως ‘τραγωδία’ (Γαλλική ήττα στον Γαλλο-πρωσικό πόλεμο του 1870-1871).

Με αυτόν τον τρόπο, νοηματοδοτεί την ιστορία ως ‘έχει,’ έχοντας και μία πραγματιστική οπτική, ανασύρει τους τρόπους με τους οποίους επιδρά στη διαμόρφωση των κοινοτήτων, το πως συμπλέκεται με τις διάσπαρτες μικρο-αφηγήσεις (έχουμε αρκετές τέτοιες μέσα στο ‘Απόδειπνο στη Νεμπόϊσα), εξισορροπώντας μεταξύ πρόσληψης και μνήμης, και, αφήνοντας τεχνηέντως στον αναγνώστη τη δυνατότητα της επιλογής: Με ποιον ή με ποιους μπορεί να συνδεθεί; Με ποιο ‘έξυπνη’ στρατηγική μπορεί να αντλήσει συμπεράσματα από την ιστορία;

Και το ενδιαφέρον, είναι πως η έκβαση της ιστορίας μένει ανοιχτή, με το ποιητικό ‘υστερόγραφο’ να θέτει στο επίκεντρο τις λέξεις και την λειτουργία των λέξεων, ως βασικό ‘αντίδοτο’ απέναντι σε εκδοχές ιστορικής αμνησίας, τους διάφορους συλλογικούς αγώνες κάτω από τις ‘υπό κατασκευήν σημαίες,’ τις προσδοκίες και τις διαψεύσεις (οι ‘λέξεις στάχτη’), ως ίδιον ‘ελληνικότητας’: «Σκιά η σκλαβιά, κι ο λογισμός μου λάμψη Μάζεψα λέξεις πεταμένες καταγής: αγώνας, ελευθερία, έλληνας Τις έβαλα σε τάξη∙ οργάνωσα τη σκέψη μου Με τις λέξεις κουρέλια ήθελα κινήσω ξεσηκωμό Με πρόλαβε το τέλος∙ Η επανάσταση, λέξεις φωτιά και λέξεις στάχτη».[8]

Στις ‘Υπό κατασκευή σημαίες,’ τις οποίες σηκώνουν διάφοροι στο όνομα του ‘έθνους,’ των αγώνων του και των διαφόρων ταυτοτήτων του, η γλώσσα του ποιητή δεν τείνει προς μία ‘θυμική φόρτιση’ για να στραφούμε στον Ιταλό πολιτικό επιστήμονα Giovanni Sartori, όσο προς την κατεύθυνση της παραίνεσης που σημαίνει το να καταστούμε περισσότερο στοχαστικοί και συγκεκριμένοι όταν μελετάμε την ελληνική ιστορία ως τμήμα της ευρύτερης ευρωπαϊκής με την οποία αλληλεπιδρά.

Όσο οι σημαίες είναι υπό κατασκευή, άλλο τόσο μπορεί να είναι οι διάφορες ταυτότητες, μεταξύ αυτών και η εθνική, καθώς και η ιστορία, η οποία παραμένει, με έντονο τρόπο, under construction. Εν εξελίξει. Διαρκώς αφηγούμενη, ακόμη και την στιγμή που επιτελείται. Εν σχέσει με το αναίτιο.

_____

[1] Βλέπε σχετικά, Χατζόπουλος Θανάσης, ‘Υπό κατασκευήν σημαίες,’ Εκδόσεις Πόλις, Αθήνα, 2021. Στις ‘Υπό κατασκευήν σημαίες,’ η ποίηση χρησιμοποιείται ως καθαυτό «αξία», για να παραπέμψουμε στην ανάλυση των Karen Simecek & Kate Rumbold, η οποία και συνδράμει στο να ‘φωτιστούν’ καλύτερα διάφορες πτυχές της ελληνικής ιστορίας. Παλαιότερης αλλά και νεότερης. Σε μία συνέντευξη του στην Χαριτίνη Μαλισσόβα, ο ποιητής παρέχει κάποιες χρήσιμες και κατατοπιστικές πληροφορίες σχετικά με τις ιστορικές περιόδους με τις οποίες καταπιάνεται. «Μια άτυπη τριλογία αποτελούν οι τρεις ενότητες του βιβλίου, όπου επανέρχομαι στην Ελληνική Ιστορία και δη στα προεπαναστατικά χρόνια. Χάραμα στον Κεράτιο, Κοινοί θνητοί και Απόδειπνο στη Νεμπόϊσα,’ οι τίτλοι των τριών ενοτήτων, χαρτογραφούν φασματικά το τέλος του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, αφανών ηρώων και πεσόντων επί Τουρκοκρατίας και του Ρήγα Βελεστινλή, αντίστοιχα». Κατά τον ίδιο, η συλλογή ‘Υπό κατασκευήν σημαίες’ συνιστά μία ιδιότυπη όσο και «άτυπη» ποιητική «τριλογία». Ορμώμενοι από αυτή την ποιητική αναφορά, θα μπορούσαμε να κάνουμε λόγο για το ό,τι η συλλογή μπορεί να προσεγγισθεί θεωρητικά-αναλυτικά, και ως ένα ιδιαίτερο ποιητικό χρονικό ανοιχτό σε πολλαπλές αναγνώσεις, μέσω του οποίου προβάλλουν ευδιάκριτα παράλληλες ιστορίες. Βλέπε σχετικά, ‘Θανάσης Χατζόπουλος: Ο τόπος και η ιστορία που μας περιέχουν είναι η περίμετρος και ο πυρήνας μας,’ Συνέντευξη στη δημοσιογράφο Χαριτίνη Μαλισσόβα, ‘e-thessalia.gr,’ 09/05/2021, e-thessalia.gr/thanasis-chatzopoylos-o-topos-kai-i-istoria-poy-mas-periechoyn-einai-i-perimetros-kai-o-pyrinas-mas/ Βλέπε και, Simecek, Karen, & Rumbold, Kate, ‘The Uses of Poetry,’ Studies in Culture and Education, Volume 23, Issue 4, 2016, Διαθέσιμο στο: www.tandfonline.com/doi/full/10.1080/1358684X.2016.1230300

[2] Στη ‘Διαθήκη χαραγμένη σε πέτρα,’ συμβολικοί ‘πόροι’ επενδύονται εκ νέου στη γλώσσα, επένδυση που εξελίσσεται σε τρία επιμέρους και αλληλοσυνδεόμενα επίπεδα: Στο πρώτο επίπεδο, η γλώσσα συνιστά πεδίο μέσα στο οποίο ενέχονται η διάθεση απολογισμού και η γνώση περί προσωπικής ζωής («πώς έζησα το ξέρω»), και περί της βεβαιότητας του θανάτου, από τον οποίο «δεν έχει γλιτωμό». Το ποιητικό πράττειν μάλιστα, δεν αποστρέφεται τον θάνατο, και στις τρεις ενότητες που συν-αποτελούν τις ‘Υπό κατασκευήν σημαίες.’ Το πρώτο επίπεδο επένδυσης στη γλώσσα θα το ορίσουμε ως ένα γνωσιακό επίπεδο. Στο δεύτερο επίπεδο τώρα, η ζωή και η βίωση της, προϋποτίθενται ανοιχτά στη χρήση της γλώσσας ως εργαλείου επικοινωνίας και ανάπτυξης σχέσεων, στη διαρκή τριβή μαζί της, στην αξιοποίηση της για την καταγραφή της ιστορίας: Χωρίς «λαλιά λαλίτσα» (παιγνιώδης χρήση της γλώσσας), πολύ απλά δεν υπάρχει ζωή. Το δεύτερο επίπεδο θα μπορούσε να ονομασθεί υπαρξιακό. Στο δε τρίτο τώρα, η γλώσσα που μετουσιώνεται σε ποιητικό λόγο, σε άμεσο και χρηστικό ποιητικό λόγο, αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την αντιμετώπιση εκείνου του ‘καθεστώτος’ λήθης το οποίο και συσχετίζεται με τον θάνατο. Άρα, μέσω της γλώσσας αποκτά περιεχόμενο η μνήμη, μέσω της γλώσσας βρίσκει χώρο έκφρασης η ποιητική δημιουργία, σε ένα σημείο όπου η γλώσσα ανάγεται στο ύψος της πολύτιμης ‘συντροφικότητας’ έως το φυσικό τέλος: «Μαζί της θα πεθάνω Σ’ ετούτο το γραφτό». Το τρίτο επίπεδο θα το αποκαλέσουμε μνημονικό. «Θηρία παραστέκουν Το ξόδι από τη γη Και μου προετοιμάζουν Της αύριον τη σιωπή Πώς έζησα το ξέρω Και ξέρω πως θα μπω Στου Άδη το βασίλειο Δεν έχει γλιτωμό Χωρίς λαλιά λαλίτσα Να ζήσω δεν μπορώ Μαζί της θα πεθάνω Σ’ ετούτο το γραφτό». Βλέπε σχετικά, Χατζόπουλος Θανάσης, ‘Διαθήκη Χαραγμένη σε πέτρα…ό.π., σελ. 84. Το ό,τι η γλώσσα, ο εν ευρεία εννοία λόγος, συνιστά σημαίνουσα προϋπόθεση ζωής και αυτο-προσδιορισμού, το βλέπουμε στο ποίημα ’11.’ Και, Χατζόπουλος Θανάσης, ’11,’ ‘Απόδειπνο στη Νεμπόϊσα…ό.π., σελ. 11.

[3] Αξίζει θεωρητικής-αναλυτικής επισήμανσης, το ό,τι ο Θανάσης Χατζόπουλος, χρησιμοποιεί ένα ιδιαίτερο εύρημα, το οποίο δεν έχουμε παρατηρήσει στην εν Ελλάδι ποιητική παραγωγή των τελευταίων ετών, για να διευρύνουμε και τα όρια της ανάλυσης μας. Ή τουλάχιστον δεν απαντάται στον ίδιο βαθμό και με τον ολιστικό χαρακτήρα που της προσδίδει ο ποιητής. Και τι εννοούμε λέγοντας κάτι τέτοιο; Εννοούμε πως στην ποιητική συλλογή ‘Υπό κατασκευήν σημαίες,’ και στις ενότητες που την συν-απαρτίζουν, και ιδίως στους ‘Κοινούς θνητούς’ και στο ‘Απόδειπνο στη Νεμπόϊσα,’ ο ποιητής προσιδιάζει προς την κατεύθυνση της επινόησης μίας μετα-θανάτιας μνήμης (post-death memory) που όμως έχει ένα ιστορικό υπόβαθρο, εκεί όπου τον πρώτο λόγο διαμέσου της γλώσσας, τον έχουν οι φονευθέντες. Το εύρημα χρησιμοποιείται ώστε να αναδειχθούν στην επιφάνεια οι συνθήκες της μαζικής εκτέλεσης, που πάλι θα υπογραμμίσουμε πως εμμέσως παραπέμπουν στη δεκαετία του 1940 (oι συνθήκες όμως μπορούν να παραπέμπουν και σε ιστορικά και βίαια επεισόδια εκτός Ελλάδος), η ωμότητα των θυτών, δίχως όμως η ποιητική γραφή να υιοθετεί θυματοποιητικά μοτίβα, η επίγνωση πως αυτή η μορφή της μνήμης η οποία ουσιωδώς αναγνωρίζει τις στρεβλώσεις που προκαλούν μία περίοδο κρίσης (πόλεμος) και η ασκούμενη βία που ασκείται δημιουργώντας σωρούς από νεκρούς, προστιθέμενη δίπλα στην ιστορική, μπορεί να συντελέσει στην αποτελεσματικότερη διαχείριση και αντιμετώπιση των τραυμάτων. Οι νεκροί ‘ομιλούν’ για ό,τι υπέστησαν, για την απο-κοπή τους από τη ζωή και από ό,τι τους προσέδιδε λόγους και όχι λόγο, ύπαρξης, για την εκτέλεση τους μέσα σε έναν ναό, εκτέλεση που ήσαν δια-γενεακή (άτομα διαφορετικών γενεών εκτελέσθηκαν), και μαζική: «Κυνηγημένοι, εκτός των άλλων, από τον βοριά και τα στοιχεία της φύσης βρήκαμε έσχατο καταφύγιο στον πρόναο. Ζαρώσαμε σε μια γωνιά βαθύτερη κι απ’ το σκοτάδι. Εκεί μας βρήκανε οι κάννες, το σημάδι τους. Υπό τη σκεπή ενός Θεού να βρούμε θάνατο. Γυναίκες πέντε, τρεις γέροντες, κοπέλες τέσσερις και τα παιδιά επτά, συν δύο βρέφη συναντηθήκαμε με τους δικούς μας στα ίδια μέρη, στην ίδια τη γωνιά, στον νάρθηκα του άλλου κόσμου, τον ελεύθερο». Λαμβάνοντας υπόψιν την σημαντική μελέτη του C.A.J. Coady περί της σχέση μεταξύ της ηθικής και της πολιτικής βίας, θα τονίσουμε πως στην περίπτωση μας, το επίπεδο συσχέτισης μεταξύ της ηθικής και της μέσα σε έναν πρόναο ασκούμενης βίας (ας την ονομάσουμε πολιτική), είναι χαμηλό έως πολύ χαμηλό, διότι οι θύτες δεν επέδειξαν τον ελάχιστο σεβασμό στο χώρο και στους σύγχρονους ικέτες, για τους οποίους, την κρίσιμη στιγμή, ο χώρος της εκτέλεσης, συνιστά ‘σκαλοπάτι’ μέσω του οποίου «συναντήθηκαν με τους δικούς τους», στον «άλλο κόσμο, τον ελεύθερο». Βλέπε σχετικά, Χατζόπουλος Θανάσης, ‘Έσχατο καταφύγιο…ό.π., σελ. 50. Και, Coady, C.A.J., ‘Morality and Political Violence,’ Cambridge, Cambridge University Press, 2007.

[4] Βλέπε σχετικά, Χατζόπουλος Θανάσης, ‘Υπό κατασκευήν σημαίες…ό.π., σελ. 8. Η εκπεμπόμενη αίσθηση του θανάτου, και ακόμη, του μαζικού θανάτου, δεν συνοδεύεται από θρηνώδεις εγκλήσεις, αν και κάτι τέτοιο δεν στερεί κάτι από το ιστορικό βάθος των ποιημάτων. Αυτός ο ποιητικά εκφερόμενος πραγματισμός, νοούμενος και ως επιθυμία του ποιητή να ονομάσει τα πράγματα ως ‘έχουν’ (και την ελληνική ιστορία), ήτοι τον θάνατο ως θάνατο, μπορεί να προκαλέσει στον αναγνώστη αυτό που στο δοκίμιο ποιητικής του, ο Θανάσης Χατζόπουλος προσδιορίζει ως μία εκ των βασικών λειτουργιών της ποίησης: Δηλαδή, να προκαλέσει ένα «στιγμιαίο τράνταγμα που, χωρίς να ανατρέπει, βάζει σε κίνηση και πάλι τον κόσμο από την αρχή». Στην ‘Αιματινή,’ συναντούμε την έλλειψη σεβασμού στους νεκρούς που μένουν άταφοι (η βεβήλωση και αποϊεροποίηση του νεκρού), την συστηματική απαξίωση της ανθρώπινης ζωής, το ίδιο χαμηλό επίπεδο ηθικής το οποίο φθάνει έως του σημείου της απουσίας πλέον ηθικών φραγμών και κανόνων. Παρόμοια μοτίβα, απαντώνται και στη σειρά διηγημάτων του Εδεσσαίου Μάρκου Μέσκου και ιδίως στο διήγημα του με τον τίτλο ‘Στο ποτάμι του Χαλιμά,’ εκεί όπου οι εκτελεσμένοι μένουν άταφοι, όχι απλά ως ‘τιμωρία,’ αλλά, και ως εγκάρσια ανάδειξη και επιβεβαίωση του ό,τι ήσαν αξιακά, πολιτικά και ηθικά ‘μιαροί,’ ανοίκειοι και άλλοι. Θανάσης Χατζόπουλος και Μάρκος Μέσκος συγκλίνουν πάνω στο έδαφος της ανωνυμίας, με τον ανώνυμο νεκρό να είναι ένας από τους πολλούς, αλλά να έχει τη δική του διακριτή ζωή («Ποια να ‘ναι τα ονόματα τους;», αναρωτιέται ο Μέσκος), διαφοροποιούμενοι όμως πάνω στον άξονα της χρονικά και χωρικά προσδιορισμένης ιστορίας: Ο δε Μέσκος αλληγορικά και συμβολικά, ονομάζει τον τριετή Εμφύλιο Πόλεμο (1946-1949), ενώ ο δε Θανάσης Χατζόπουλος, παραπέμπει εμμέσως πλην σαφώς, υπόγεια, αφήνοντας στη διακριτική ευχέρεια του αναγνώστη να επιλέξει. Βλέπε σχετικά, Χατζόπουλος Θανάσης, ‘Αιματινή…ό.π., σελ. 54. Και, Μέσκος Μάρκος, ‘Στο ποτάμι του Χαλιμά,’ Σειρά Διηγημάτων ‘Κινούμενη γλώσσα. Ονόματα και ιστορίες,’ Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα, 1997, σελ. 57. Και, Χατζόπουλος Θανάσης, ‘Αναγραμματισμοί στη σιωπή (δοκίμιο ποιητικής),’ Εκδόσεις Πόλις, Αθήνα, 2002, σελ. 8.

[5] Η δημιουργία, που δεν είναι απαραίτητα ποιητική, σημασιοδοτείται, στο ποίημα ‘Χορικό,’ εν λόγω και εν έργω, όντας ανοιχτή σε μεταγενέστερες προσλήψεις. «Λόγος που κρίθηκε στα χείλη μου Εργασμένος Εν κενώ Και παραδίδεται εν κρυπτώ όπως συντονίζεται Εν χορδαίς Και οργάνοις Η μουσική του να υφαίνει τον καιρό Έδωσε λόγο στη σιωπή, σ’ ό,τι μαζί της Φλέγεται και ορέγεται Σβήνοντας βία εν εαυτώ, χαμένη ήπειρο Λύνει το σχήμα Κι εν αυτώ Γίνεται λόγος, πόρος κι οδηγός Γιορτή το πένθος». Βλέπε σχετικά, Χατζόπουλος Θανάσης, ‘Χορικό (Δύση, 18:56)…ό.π., σελ. 33.

[6] Βλέπε σχετικά, Χατζόπουλος Θανάσης, ‘Ανατολική Όχθη…ό.π., σελ. 11.

[7] Βλέπε σχετικά, Μαρξ Καρλ, ‘Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη,’ Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2012.

[8] Βλέπε σχετικά, Χατζόπουλος Θανάσης, ‘Υστερόγραφο post-mortem…ό.π., σελ. 85.

Ακολουθήστε μας

Η ζωγράφος – Άνδρεα Αρβανιτίδου

Η ζωγράφος – Άνδρεα Αρβανιτίδου

- γράφει η Κατερίνα Σιδέρη - Η ζωγράφος της ιστορίας μας, ονομάζεται Άννα. Είναι ένα ιδιαίτερο, χαρισματικό και ταλαντούχο κορίτσι που μένει σε μια μονοκατοικία στα Πετράλωνα με τους γονείς της. Μεγαλώνει σε ένα περιβάλλον γεμάτο θαλπωρή και αγάπη και από νεαρή ηλικία...

Μια φορά ήταν ο καιρός, του Κωνσταντίνου Ιωακειμίδη

Μια φορά ήταν ο καιρός, του Κωνσταντίνου Ιωακειμίδη

Μια φορά κι έναν καιρό… ήταν ο καιρός! Με πολλά σπάνια ταλέντα, αεικίνητος και πάντα άστατος ώστε να μη βαριέται και να τον αγαπούν οι θαυμαστές του, κάνει καζούρα σε όλο τον κόσμο με τις διαρκείς αλλαγές: στις νότιες χώρες έχει πολλές μέρες ηλιοφάνεια, στις βόρειες...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Επιμέλεια άρθρου

Διαβάστε κι αυτά

Βιβλιοκριτικές
Η ζωγράφος – Άνδρεα Αρβανιτίδου
Η ζωγράφος – Άνδρεα Αρβανιτίδου

Η ζωγράφος – Άνδρεα Αρβανιτίδου

- γράφει η Κατερίνα Σιδέρη - Η ζωγράφος της ιστορίας μας, ονομάζεται Άννα. Είναι ένα ιδιαίτερο, χαρισματικό και ταλαντούχο κορίτσι που μένει σε μια μονοκατοικία στα Πετράλωνα με τους γονείς της. Μεγαλώνει σε ένα περιβάλλον γεμάτο θαλπωρή και αγάπη και από νεαρή...

ΒιβλιοκριτικέςΠαιδική λογοτεχνία
Μια φορά ήταν ο καιρός, του Κωνσταντίνου Ιωακειμίδη
Μια φορά ήταν ο καιρός, του Κωνσταντίνου Ιωακειμίδη

Μια φορά ήταν ο καιρός, του Κωνσταντίνου Ιωακειμίδη

Μια φορά κι έναν καιρό… ήταν ο καιρός! Με πολλά σπάνια ταλέντα, αεικίνητος και πάντα άστατος ώστε να μη βαριέται και να τον αγαπούν οι θαυμαστές του, κάνει καζούρα σε όλο τον κόσμο με τις διαρκείς αλλαγές: στις νότιες χώρες έχει πολλές μέρες ηλιοφάνεια, στις...

Βιβλιοκριτικές
Μιλάς ξένες γλώσσες, το ξέρεις; της Αλέκας Ζωγράφου
Μιλάς ξένες γλώσσες, το ξέρεις; της Αλέκας Ζωγράφου

Μιλάς ξένες γλώσσες, το ξέρεις; της Αλέκας Ζωγράφου

Το ξέρατε ότι μιλώντας ελληνικά μιλάμε και ξένες γλώσσες; Μπορείτε να φανταστείτε πόσες από αυτές τις λέξεις έχουν παρεισφρήσει στην καθημερινή μας ομιλία και δεν το έχουμε αντιληφθεί; Ελάτε λοιπόν να ανακαλύψουμε τις πιο γνωστές λέξεις-δάνεια που υπάρχουν στο...

Βιβλιοκριτικές
Στον κόσμο των ονείρων, της Κατερίνας Δουκάκη
Στον κόσμο των ονείρων, της Κατερίνας Δουκάκη

Στον κόσμο των ονείρων, της Κατερίνας Δουκάκη

- γράφει η Κατερίνα Σιδέρη - Το έτος 2018 στη Νάπολη η Μπιάνκα Αλταμούρα στα 88 της χρόνια, ζει μόνη της με μια νεαρή που τη βοηθά και τη φροντίζει. Έχει έναν γιο τον Αλεσάντρο έναν μοναχικό άνδρα από τον γάμο της με τον αδικοχαμένο Σαβέριο, πολλά χρόνια πριν. Τόσο...

Βιβλιοκριτικές
Σπύρος Ζαχαράτος: ‘Φύλακας Φυλαχτών’
Σπύρος Ζαχαράτος: ‘Φύλακας Φυλαχτών’

Σπύρος Ζαχαράτος: ‘Φύλακας Φυλαχτών’

Σπύρος Ζαχαράτος Φύλακας Φυλαχτών _ γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης - Από τις εκδόσεις Οδός Πανός, κυκλοφόρησε το 2015 η ποιητική συλλογή του Επτανήσιου ποιητή Σπύρου Ζαχαράτου, που εν προκειμένω φέρει τον τίτλο ‘Φύλακας Φυλαχτών. Στα χαρακώματα των ηττημένων’. Εύλογα...

Βιβλιοκριτικές
Τα αηδόνια της σιωπής, του Στέφανου Δάνδολου
Τα αηδόνια της σιωπής, του Στέφανου Δάνδολου

Τα αηδόνια της σιωπής, του Στέφανου Δάνδολου

Ένας άντρας και μια γυναίκα ζουν την κομψή belle-epoque της Αθήνας, ερωτεύονται ο ένας τον άλλον αλλά κανείς δεν κάνει το πρώτο βήμα, κανείς δεν εξομολογείται το αισθήματά του. Κι έρχονται τα μαύρα χρόνια της Κατοχής που τα ακολουθούν τα ματωμένα των Δεκεμβριανών,...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου