Select Page

ιδεολογικό βάρος

ιδεολογικό βάρος

Στην ποιητική δεν είναι εφικτό να συσσωρεύονται οι κανόνες διαδοχής παραστάσεων ή ιδεών. Ωστόσο είναι ενδεικτική η κλιμάκωση θέσεων στο σημασιολογικό τυπικό, παρόλο που ενίοτε εντοπίζεται η τακτική αποσιώπησης μηνυμάτων σύμφυτων με το κοινωνικό, πολιτικό και γενικά ανθρωπιστικό υπόβαθρο. Σύμβολα, αφαιρετικά πρίσματα, λεκτικοί συνδυασμοί και λοιπές τεχνικές συνιστούν την κατατιθέμενη εκάστοτε ιδεολογία.
Στο κείμενο, «Ελεγεία δεύτερη», του Γεωργή Διλμπόη με αφηγηματικό οίστρο σηματοδοτείται η συναίσθηση των πραγμάτων από μια κάστα ανθρώπων που προκρίνουν την αλληλεγγύης της αγάπης.

Όσοι αγαπάνε κάθονται στη μέση της αλήθειας,
πιστεύουν πως για χάρη τους, η ζωή θα συνεχίζεται,
μα εκεί στην άπονη ερημιά της σιωπής του ο σπόρος,
είδε ένα αστέρι να κυλά βουερά στα σωθικά του
και τρόμαξε μήπως μαζί ξεσύρει την πνοή του.

Νιώθει σαν φρέσκο πρόσφορο μ’ ευλάβεια δωρισμένο
κι ενώ προσμένει εδεμικά, σεμνά κι άγια μηνύματα,
ορμά η ντροπή κακόβουλη με σκούπες και φαράσια,
αντίθεη και σεμνότυφη κι ανίδεη από χάδια.

Όσο πληθαίνει η στέρηση, πικρίζουνε και τα ένστικτα.

Το αίμα σου τα’ ανοιξιάτικο πώς έγινε όλο πύο;
Με τι κακό παζάρεμα; Με τι φτηνό ανταλάχτηκε;
Αρχάγγελοι της σιωπής και Χερουβείμ μιλήστε μας,
γιατί κι οι νόμοι της φθοράς κρατιούνται αναλλοίωτοι,
με λόγια σήψης και πικρές λαλιές για καταποντισμούς.
Τελειώνει ανούσια το καλό. Πεθαίνει το κακό πιο δύσκολα.

Αυτοί λοιπόν ως κάτοχοι της αλήθειας αποπνέουν την αισιόδοξη εντύπωση μες στον εξακολουθητικό ανήφορο των πράξεων. Με ευλάβεια ξεδιπλώνεται η αλληγορική εικόνα του σπόρου που εμψυχώνεται αντιπροσωπεύοντας την ηθική αγωνία της ολοκλήρωσης του βίου («μα εκεί στην άπονη ερημιά της σιωπής του ο σπόρος,/είδε ένα αστέρι να κυλά βουερά στα σωθικά του»). Το λεξιλόγιο ενισχύει τη δυναμική των ανθρώπινων φυσικών αντιδράσεων («μήπως μαζί ξεσύρει την πνοή του») με κυρίαρχα τα ουσιαστικά («σιωπή», «σωθικά», «πνοή») και διανθίζεται με μια ζωτική φυσική ατμόσφαιρα («αστέρι», «σπόρος», «κυλά», «ερημιά»). Η φυσιογνωμία της κίνησης, πέραν του αφαιρετικού σχήματος, συνήθους στην ποιητική, τονίζεται με την παρήχηση του «σ» εντός των προαναφερθέντων συνόλων. Η εγκράτεια εξάλλου διαποτίζεται από μια εδραιωμένη φθορά, ώστε σχηματοποιούνται και τα χαρακτηριστικά της.
Με την παρομοίωση το ιδεολογικό πλέγμα αντιστοιχεί στο θρησκευτικό δόγμα («σαν φρέσκο πρόσφορο μ’ ευλάβεια δωρισμένο»). Το «πρόσφορο» ως κατάθεση ευλάβειας συνεπικουρεί τη συγχώρεση («εδεμικά, σεμνά κι άγια μηνύματα») και στην αλυσίδα ηθικών όρων συνάδει με τη μετάνοια, που διαμοιράζεται στην αιδώ, την ταπεινότητα, την εγκράτεια. Πίσω από μια σειρά επιθέτων («κακόβουλη», «αντίθεη και σεμνότυφη κι ανίδεη») σκιαγραφείται το πορτρέτο αυτού που επιλέγει να ανυψωθεί πνευματικά με το αντίκρισμα των ορίων της απαντοχής («ενώ προσμένει»). Μέσω του αντιθετικού πόλου το ποιητικό υποκείμενο επανέρχεται στο μοτίβο της αναίρεσης του αγώνα˙ το αίμα γίνεται πύο και η μετάλλαξη αυτού του είδους επιφυλάσσει κατ’ αναλογία την αλλοίωση της συνείδησης («πικρίζουνε και τα ένστικτα») μέσω μιας εν γένει αμείωτης φθοράς.
Η παραδοχή της εισχώρησης της αόρατης απειλής στη διαδικασία νοητικής μορφοποίησης συνυφαίνεται με αναπάντητα ερωτήματα σχετικά με την ποιότητα του κακού («με τι κακό παζάρεμα;»). Με την προσωποποίηση («αρχάγγελοι της σιωπής και Χερουβείμ μιλήστε μας») μεγιστοποιείται η αντίδραση της ψυχής προς κάθε έναυσμα κατάρρευσης πάντα στο θρησκευτικό κλίμα που θα οριοθετήσει τους «νόμους της φθοράς». Εν τέλει καταλήγει στην οικοδόμηση της φύσει σαθρής πραγματικότητας λόγω της αντιμετάθεσης των ευγενών στόχων («με λόγια σήψης και πικρές λαλιές») με ένα αποφθεγματικό συμπέρασμα που αντιπροσωπεύει τη φιλοσοφική, αποστασιοποιημένη από την ενεργοποίηση, οπτική στην κύρια πρόταση κρίσεως («τελειώνει ανούσια το καλό»). Η πικρία πάντως της πνευματικής ηθικής πτώσης δεν αποσιωπάται λόγω του συγκριτικού επιρρήματος που δεν επεξηγείται («πεθαίνει το κακό πιο δύσκολα») και ανάγεται στην αριστοτελική κρίση από τα Ηθικά Νικομάχεια («τὸ μὲν ἁμαρτάνειν πολλαχῶς ἔστιν»).
Το αντίπαλο δέος για ό,τι κινείται στο εχθρικό κλίμα προς το ιδεατό «εμείς» πιστοποιείται με την αφήγηση στο τρίτο ενικό πρόσωπο και το αφανές υποκείμενο «αυτοί» στο ποίημα, «Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας», του Τάσου Λειβαδίτη.

Φοβούνται τον ουρανό που κοιτάζουμε
φοβούνται το πεζούλι που ακουμπάμε
φοβούνται…
Κι όταν μας σκοτώνουν
νεκρούς μας φοβούνται πιο πολύ.

Το παιχνίδισμα της αέναης δράσης αυτών που ατρόμητοι παλεύουν με τις ασχημάτιστες αντιξοότητες, μονήρεις αλλά επίμονοι ακόμα και πέρα από το θάνατο. Αντιδράσεις των εχθρών σχηματοποιούνται με τη επανάληψη του ρήματος ψυχικού πάθους («φοβούνται»).Το συναίσθημα που διαμορφώνει η έννοια της μετά θάνατον απειλητικής επιβίωσης («όταν μας σκοτώνουν/νεκροί») συνίσταται στη φυσική εξόντωση του σθένους που μεταμορφώνεται σε ηρωισμό ανεξίτηλο για κάθε ανιδιοτελή αγώνα.
Το ιδεολογικό πρίσμα του χρέους της αυτοθυσίας στη «Συμφωνία Νο1» διατυπώνεται αποφθεγματικά μέσα από φράσεις κλισέ («να πεθάνετε»). Σύμφωνα με το Γκότοβο, οι μικρές παραλλαγές, τα ποικίλματα, αφορούν μια τεχνική παρμένη από τη μουσική, δηλαδή μουσικές φράσεις, μοτίβα αποδίδονται σε διαφορετικούς τόνους.

και πηγαίνετε να πεθάνετε, εσείς που πρέπει
να πεθάνετε.

Μάλιστα το δεύτερο πληθυντικό πρόσωπο ενισχύει το ιδεώδες ως δεοντολογία («εσείς που πρέπει/να πεθάνετε»). Η πορεία προς το θάνατο προβάλλεται ως ενέργεια που υπηρετεί έναν ανώτερο σκοπό αναδεικνύοντας το ανάστημα του ανθρώπου που κάνει το καθήκον του- υψηλός ο προορισμός αυτού που αναγνωρίζει ως δέουσα τη συνεισφορά του στο κοινό καλό.
Στο παρακάτω απόσπασμα («αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος») του Λειβαδίτη εξάλλου η σημασία της ήττας αποκτά συγκεκριμένο θεωρητικό υπόβαθρο.

οι νικημένοι οι στρατιώτες, οι νικημένοι στρατιώτες
έχουν τη σιωπή της απεραντοσύνης.

Έχει αξία η ήττα, όταν επιτυγχάνεται συνάμα με τη στρατευμένη τάση που σκοπεύει στην εξυπηρέτηση των συλλογικών οραμάτων. Η τακτική επαναφορά κυκλικά προαναγγέλλει μια φράση που επανακαθορίζεται σημασιολογικά στη συνέχεια. Η «σιωπή» γίνεται σύμβολο της επίμοχθης προσπάθειας χωρίς αντίκρισμα σε άχρονη, ακαθόριστη έκταση˙ συνεπώς πάλι στη σφαίρα της αθανασίας εντοπίζονται οι «νικημένοι», έχοντας εξοφλήσει με άλλα λόγια την θητεία τους στην επίγεια πάλη. Στην ποίηση του Λειβαδίτη διαπιστώνεται η αναδίπλωση του ίδιου λεκτικού συνόλου που διαρρηγνύει την ισόπεδη αφήγηση, ενώ στα πλαίσια του δραματικού τονίζει τον ατέρμονο καημό.
Στο ποίημα «η γενιά μας» του Κώστα Μπούζα τα αγάλματα αντιπροσωπεύουν τα ιδανικά.

Και τα αγάλματα
που χέρια άλλων είχανε για μας υψώσει,
γιατί παιδιά δεν ξέραμε να φτιάξουμε δικά μας,
ταγμένοι ήμασταν αιώνια αιώνια να τιμάμε,
τώρα κουφάρια χάσκουνε, ανέκφραστα, ψυχρά.

Έχει γεράσει πια η πόλη κι άπλωσε πυκνή ομίχλη,
πάνω σε ό,τι κάποτε νομίζαμε δικό μας
και τώρα περπατώντας μόνοι μες στη νύχτα,
το δρόμο ψάχνουμε να βρούμε της αυγής.

Τι κι αν τα σπίτια μας τα πατρικά έχουν ρημάξει,
τι κι αν τ’ αγκάθια έχουνε πνίξει τα λουλούδια,
τι κι αν το φύσημα του αγέρα μας γεμίζει μοναξιά,
μόνοι αγάλματα δικά μας θα υψώσουμε,
σε βάθρα πιο γερά.

Αρχικά θεωρούνται προοπτικές δυσπρόσιτες για τους αδύναμους, τα παιδιά που είχαν γαλουχηθεί με την υπέρμετρη εκτίμηση προς την αθανασία που εκπροσωπούσαν («παιδιά δεν ξέραμε να φτιάξουμε δικά μας») και έπειτα στο παρόν απομεινάρια εξαιτίας της σήψης χωρίς δυνατότητα διασάφησης της επιρροής της. Η έλλειψη ερεισμάτων που γεφυρώνουν το χάσμα με την παράδοση και τις ρίζες τεκμηριώνεται μέσω των ερωτημάτων («τι κι αν τα σπίτια μας… γεμίζει μοναξιά»). Με την επαναφορά στα αγάλματα πλέον αποσαφηνίζεται η σημασία τους, μιας και απεικονίζουν ένα παρελθόν ένδοξο στην ιστορική πορεία˙ αρχικά εμφανίζονται ως παρακαταθήκη και έπειτα ως χρέος στις μελλοντικές γενιές («ταγμένοι ήμασταν αιώνια αιώνια να τιμάμε/ μόνοι αγάλματα δικά μας θα υψώσουμε»). Παρατηρείται η σηματοδότηση των φυσικών αντικειμένων («τ’ αγκάθια έχουνε πνίξει τα λουλούδια», «το φύσημα του αγέρα») ή της τεχνητής διαρρύθμισης («τα σπίτια μας τα πατρικά», «η πόλη», «πυκνή ομίχλη») που κυρίως συνυφαίνονται με την καταστρατήγηση των ευγενών αγώνων.
Βέβαια η έννοια του χρόνου («μες στη νύχτα», «το δρόμο ψάχνουμε να βρούμε της αυγής») στην αφήγηση αποτελεί έναυσμα μετάβασης σε άλλο στάδιο της αυτογνωσίας. Η περηφάνια της ένταξης στο κοινό ιστορικό φάσμα προάγεται μέσω αξιών, όπως η φιλοπατρία, η συλλογικότητα που γίνεται συνδετικός κρίκος με τον προορισμό του μεμονωμένου ατόμου που οικοδομεί σταθερό πολιτισμό («σε βάθρα πιο γερά»). Η έμφαση στις εθνικές ιδέες τελικά αναφύεται μέσα από την πορεία της αυτεπίγνωσης («το δρόμο ψάχνουμε να βρούμε της αυγής»), εφόσον προηγουμένως αποκαταστάθηκε η απογοήτευση από τις διαψεύσεις («σε ό,τι κάποτε νομίζαμε δικό μας»).
Στο ποίημα «Το σκότος μάλλον» του Νίκου Ζούγλη το συλλογικό αδιέξοδο διατυπώνεται σε πρώτο πληθυντικό πρόσωπο εξαρχής.

Γιατί ἀγαπήσαμε τό σκοτάδι
ἦρθαν γίγαντες σιδεράδες
καί ὓψωσαν κάγκελα ὡς τόν οὐρανό.
Τρελλοί ἀρχιερεῖς ἒσφαζαν χελιδόνια
πάνω σ’ αἱματόβρεχτους βωμούς.
Τυφλοί δικαστές ζύγιαζαν τά δίκηα μας
σε κάλπικες ζυγαριές.
Καί πλήθυνεν ἡ γής πυρπολημένες πολιτείες,
οἰμωγές βιαζομένων παρθένων,
λεπρούς καί ζητιάνους.
Καί εἲδαμε μυριάδες νά κατεβαίνουν στόν Ἃδη
τῶν μαρτύρων τά πλήθη.
Κι ἒγινε νύχτα. Ἡ πρώτη…

Ο λόγος διαπνέεται από θρησκευτικό οίστρο και συνάμα εντοπίζονται πολιτικές προεκτάσεις, με αφόρμηση τη σημείωση από τον Ἰωάνν. γ΄, 19 . Η εξοικείωση λοιπόν με το σκοτάδι για μια μερίδα ανθρώπων εξισώνεται με την ευχέρεια επιβίωσης («γιατί ἀγαπήσαμε τό σκοτάδι/κι ἒγινε νύχτα») πίσω από τα «κάγκελα» που υψώνουν όσοι περιορίζουν με την εξουσία τους τις συνειδήσεις («γίγαντες σιδεράδες») σε μεταφυσικό χώρο που δεν οριοθετείται ακριβώς. Η εσκεμμένη ασάφεια προεκτείνει το ιδεολογικό σχήμα σε συνειρμούς διαχρονικούς («τῶν μαρτύρων τά πλήθη»). Παρόμοια (ενδεικτική η χρήση του συμπλεκτικού «καί», όπως στα ιερά κείμενα) στο ξετύλιγμα της αποτρόπαιης παράστασης («τρελλοί ἀρχιερεῖς ἒσφαζαν χελιδόνια/πάνω σ’ αἱματόβρεχτους βωμούς»), την καταρράκωση της αθωότητας παραπέμπει στο ειδωλολατρικό τυπικό.
Η εννοιολογική προσέγγιση της δικαιοσύνης συνδέεται με την κατ’ επίφαση εξυπηρέτηση του δικαίου από ανεπαρκείς φορείς της δικαστικής ισχύος («τυφλοί δικαστές», «σε κάλπικες ζυγαριές»). Η γενίκευση όσον αφορά το συμβολικό σκοταδισμό, συνεπώς την κατάρρευσης, ανάγεται στο οικουμενικό σύμπαν˙ οι «πυρπολημένες πολιτείες» εμψυχώνονται συνάμα με έναν πληθυσμό αδύναμο («βιαζομένων παρθένων,/λεπρούς καί ζητιάνους») που υπόκειται σε βασανισμούς, στατικές κρίσεις («ζύγιαζαν τά δίκηα μας»). Εν τέλει η κατάβαση στον Άδη συνάδει μόνο με τα πάθη των μαρτύρων, συνεπώς η ιδιότυπη θυσία σε κλίμα μυστηριακό πραγματώνεται στη διάρκεια της νύχτας (κατ’ αναλογία με το έρεβος) της πρώτης, όπως σημειώνεται σε προφητικό τόνο («ἡ πρώτη»).
Στο απόσπασμα από το «Δωδεκάλογο του γύφτου» του Κωστή Παλαμά αναδεικνύεται η ελπίδα της ανάστασης μετά την πτώση της ξακουστής πολιτείας.

Όσο να σε λυπηθεί
της αγάπης ο Θεός,
και να ξημερώσει μιαν αυγή,
και να σε καλέσει ο λυτρωμός,
ω Ψυχή παραδαρμένη από το κρίμα!
Και θ’ ακούσεις τη φωνή του λυτρωτή,
θα γδυθείς της αμαρτίας το ντύμα,
και ξανά κυβερνημένη κι αλαφρή,
θα σαλέψεις σαν τη χλόη, σαν το πουλί,
σαν τον κόρφο το γυναικείο, σαν το κύμα,
και μην έχοντας πιο κάτου άλλο σκαλί
να κατρακυλήσεις πιο βαθιά
στου Κακού τη σκάλα, -
για τ’ ανέβασμα ξανά που σε καλεί
θα αιστανθείς να σου φυτρώσουν, ω χαρά!
τα φτερά,
τα φτερά τα πρωτινά σου τα μεγάλα!

Έτσι ο προφήτης προλέγει ότι ο Θεός κάποτε θα γλιτώσει την πολύπαθη χώρα από τις ταλαιπωρίες, θα προσκαλέσει το πνεύμα της και θα τη λυτρώσει. Θα φυτρώσουν τα φτερά της ψυχής της πολιτείας, που βρισκόταν στον απόλυτο όλεθρο και ξεπεσμό, ώστε να επανέλθει στο πρωτυτερινό της μεγαλείο. Η προφητεία της ανασύστασης των δυνάμεων της πολιτείας αφορά την ανασυγκρότηση των αξιών εξαιτίας της θείας πρόνοιας. Στην ουσία αποτυπώνεται το αισιόδοξο μήνυμα του Παλαμά σε μια εποχή που αυτό επιζητούνταν.
Συγκεκριμένα το ποίημα, γραμμένο μετά την ταπείνωση του 1897 και τον πόλεμο με τους Τούρκους, διαφαίνεται ως επιστέγασμα αφενός της δυσαρέσκειας από την εθνική περιπέτεια και αφετέρου της ελπιδοφόρας σκέψης για αναγέννηση. Η ελπίδα της ανάστασης ανιχνεύεται στις μελλοντικές εκφράσεις με τις οποίες ο αφηγητής απευθύνεται στη χώρα που κυμαίνεται ανάμεσα στο κακό και το καλό και μεταμορφώνεται μαγικά («να ξημερώσει μιαν αυγή»,«να σε καλέσει», «θ' ακούσεις τη φωνή του λυτρωτή», «θα αιστανθείς να σου φυτρώσουν…τα φτερά»).
Προσωποποιημένη η ψυχή της πολιτείας με την επιφωνηματική αποστροφή, δηλωτική των σφαλμάτων που επέτειναν την ολέθρια συγκυρία («ω Ψυχή παραδαρμένη από το κρίμα») διανθίζεται ως όραμα από δύο βασικές παραστάσεις. Στην πρώτη περίπτωση το ρήμα «θα σαλέψεις» οικοδομεί ένα συμπαγές σχήμα από τέσσερις παρομοιώσεις («σαν τη χλόη, σαν το πουλί,/σαν τον κόρφο το γυναικείο, σαν το κύμα») στο κινησιακό μοτίβο. Η εικόνα της ανάστασης της ψυχής με τα πλατιά φτερά («για τ' ανέβασμα ξανά που σε καλεί») λειτουργεί ως εναντίωση στην προηγούμενη ηθική πτώση της, μάλιστα αποτελεί μια διέξοδο αναγκαστική εικότως κατόπιν της απαρέγκλιτης εξολόθρευσης του έθνους («μην έχοντας πιο κάτου άλλο σκαλί»)˙ βέβαια η ανασυγκρότηση της πολιτείας διαφαίνεται μοιραία, ακόμα και λόγω του οίκτου που εγείρεται, επιβεβλημένη από εξωγενείς παράγοντες που γειτνιάζουν με την έννοια του θείου που διαπνέει το λόγο («όσο να σε λυπηθεί/ της αγάπης ο Θεός»).
Έτσι ο ποιητής απορρίπτοντας μια μηδενιστική αντίληψη, προφανώς βασισμένη στο νοσηρό όλεθρο της εποχής του, υψώνει την ιδέα της αναγέννησης ως λογικού επακόλουθου. Στο γενικότερο κλίμα της δυσπιστίας και της ηττοπάθειας ανταπαντά (ίσως και με υπόδειγμα την ιδανική πλατωνική πολιτεία) με τον οίστρο της αναστάσιμης προσμονής στο πρότυπο του βυζαντινού κόσμου που βρίθει προνομίων ηθικής και πνευματικής σμίλευσης.

 

_

γράφει η Ελευθερία Μπέλμπα

 

_____

Βιβλιογραφία

٠ Γκότοβος, Ν. 1989. «Δοκιμή προσέγγισης στην ποιητική του Τάσου Λειβαδίτη». Διαβάζω. Αρ. τ. 228, 13/12/1989, σσ. 45-51
٠ Διλμπόης, Γ. 1992. Οι ελεγείες της ελαφίνας και της κερασιάς. Αθήνα.
٠ Λειβαδίτης, Τ. 1965. Ποίηση. Τόμος πρώτος. Αθήνα: Κέδρος
٠ Μπούζας, Κ. 1999. Στα ίχνη του ορίζοντα. Θεσσαλονίκη: Μελτεμάκια
٠ Ζούγλης, Ν. 1980. Ποιήματα. Αθήνα
٠ Παλαμάς, Κ. 1995. Ο δωδεκάλογος του γύφτου. Ίαμβοι και Ανάπαιστοι. (επιμέλ. Αθανασόπουλος, Β.) Αθήνα: Συλλογή
٠Αντωνίου Δ., Ζαφειρόπουλος Γ., Κοκοβίνος Θ., Πανόπουλος Κ. 1985. Ερμηνευτικές αναλύσεις κειμένων νεοελληνικής λογοτεχνίας. Αθήνα:Πατάκης

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΜΠΕΛΜΠΑ

Η Ελευθερία Μπέλμπα γεννήθηκε στην Αθήνα το 1969. Σπούδασε ελληνική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Εργάζεται ως εκπαιδευτικός. Δοκίμια, μεταφράσεις, κριτικές λογοτεχνίας της ίδιας έχουν δημοσιευτεί στο λογοτεχνικό τύπο. Αποσπάσματα του έργου της περιλαμβάνονται σε ανθολογίες. Είναι μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών και της Ε.Ε.Λ.Σ.Π.Η. [Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών και Συγγραφέων των Πέντε Ηπείρων].Εκδόσεις: ♦ «Φθινοπωρινές νότες», ποιήματα, Νέα Σύνορα, Αθήνα 1994 ♦ «Δίχτια», ποιήματα, Νέα Σύνορα, Αθήνα 1996 ♦ «Poesis modus», ποιήματα, Νέα Σύνορα, Αθήνα 1996 ♦ «Γλωσσική διδασκαλία για την Α΄ Λυκείου», (γραμματικά-συντακτικά φαινόμενα της αρχαίας ελληνικής), Γρηγόρη, 1997 ♦ «Αμόλεχος», ποίηση, Νέα Σύνορα, Αθήνα 1999 ♦ «Έαρος νυχτερινό κατευόδιο», ποιήματα, Νέα Σύνορα, Αθήνα 2000 ♦ «Η κυρία Άλρα», ποιήματα, Ανατολικός, Αθήνα 2002 ♦ «Άσκηση πάνω στα δοκίμια του Αλέκου Βασιλείου», δοκίμια, Αθήνα 2003 ♦ «Προς τους ολυμπιακούς αγώνας εν Αθήναις, 2004», ποίηση-περιλαμβάνεται στο «Ολυμπιακό αφιέρωμα 2004- Ανθολογία της Ε.Ε.Λ.Σ.Π.Η.», Γερμανία, 2004 ♦ «Πολιτική θεωρία», ποιήματα-περιλαμβάνονται στον «Φιλολογικό Κόσμο- Ανθολογία», Ατέρμονο, Αθήνα 2006 ♦ «Οδοιπορικό στη γραμμή του θέρους (επιστολή στον Ίωνα)», ποίηση-περιλαμβάνεται στην «4η Ανθολογία της Ε.Ε.Λ.Σ.Π.Η.», Ζήτη, Θεσσαλονίκη 2009

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Ημερολόγιο 2018 – Πρόσκληση

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!