Όταν η ιταλική αστυνομική λογοτεχνία,

μας ξαφνιάζει ευχάριστα!

Κάρλο Λουκαρέλλι:

«Ιταλική ίντριγκα»

Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ

γράφει ο Άγγελος Πετρουλάκης

Ένα αστυνομικό μυθιστόρημα – έκπληξη, από τη γειτονική Ιταλία, όπου ο συγγραφέας του, Κάρλο Λουκαρέλλι, είναι ιδιαίτερα διάσημος. Έκπληξη, γιατί μας γνωρίζει μια άγνωστη πλευρά τής γειτονικής χώρας, όχι με τη δράση τής Μαφίας και των συναφών ομάδων, αλλά εκείνη την Ιταλία, που τη δοκίμασε στα πρώτα χρόνια τού Ψυχρού Πολέμου. Όπως ο συμπατριώτης του, θαυμαστός Καμιλλέρι, έτσι και ο Λουκαρέλλι, λανσάρει το πρότυπο του τίμιου αστυνομικού, που χωρίς υπερφυσικές ικανότητες, με μόνο του εφόδιο το πείσμα για την αλήθεια και τη δικαιοσύνη, πασχίζει να αντιμετωπίσει τις αντιξοότητες που το καθήκον του απέναντι στην ακεραιότητα, του επιβάλλει.

Είναι ο «επιθεωρητής Ντε Λούκα», που μοναδική του αδυναμία έχει τον καφέ. Όμως, είναι ένας αξιωματικός που – άδικα – έχει χαρακτηριστεί ως άνθρωπος του φασιστικού καθεστώτος. Για τον λόγο αυτό, μετά την επάνοδο της Ιταλίας στην κανονικότητα, μπαίνει ‘‘στο ψυγείο’’, απ’ όπου ανακαλείται για να διαλευκάνει μια ανθρωποκτονία ιδιαίτερα περίεργη. Ο Ντε Λούκα είναι ένας κουρασμένος άνθρωπος, ένας άντρας που θέλει να νιώσει τη ζεστασιά δίπλα στη γυναίκα και που εμπιστεύεται τη διαίσθησή του.

Ο Λουκαρέλλι στήνει τη μυθοπλασία του σ’ εκείνη την περίοδο, δηλαδή στο τέλος του 1953 και την αρχή τού 1954, στην Μπολόνια. Αυτό θα του δώσει τη δυνατότητα ν’ αναπτύξει την εικόνα της ιταλικής κοινωνίας, τα νέα ήθη και της προσδοκίες της μεταπολεμικών ανθρώπων. Οι αναφορές της εφημερίδες και στα περιοδικά της εποχής είναι της πίνακας που εκφράζει εξαιρετικά το τι εισέπραττε ο μέσος Ιταλός από αυτά που συνέβαιναν γύρω του. Το κλίμα αυτό, το εισπράττει και ο αναγνώστης και αυτό είναι ένα επιπλέον κέρδος του.

Ο Ντε Λούκα θα είναι το θύμα μιας ίντριγκας με καθαρά ιταλικά χαρακτηριστικά. Θα είναι, της, και της άνθρωπος που αναζητά όλα εκείνα που κάνουν σημαντική την καθημερινότητά της. Τα τίμια λόγια, την τρυφερότητα, το όνειρο του έρωτα, τη σιγουριά απέναντι στο αύριο…

Απέναντι σε μια γυναίκα που πονά για την απώλεια του εραστή της, θ’ αναρωτηθεί αν μπορεί να υπάρξει σύγκριση μεταξύ εκείνου και του ιδίου:

«Είναι που για μια στιγμή μου θύμισες τον Μάριο. Σαν εκείνον, χαμένος, ανήσυχος…»

«Γοητευτικός;» ρώτησε ο Ντε Λούκα σε μια προσπάθεια να αμβλύνει εκείνη την αιχμή ζήλιας που τον έτρωγε μέσα του.

«Όχι» αποκρίθηκε εκείνη. «Απελπισμένος».

Όντως, ο Ντε Λούκα, είναι συν τοις άλλοις και ένας απελπισμένος άνθρωπος, που δύσκολα δέχεται τη νέα πραγματικότητα που ζει η πατρίδα του, μια πραγματικότητα που θα την περιγράψει με σαφήνεια ο διοικητής του:

«Έχουμε πόλεμο παιδί μου, τον λένε ‘‘ψυχρό’’, αλλά δεν παύει να είναι πόλεμος, και μυαλά σαν του Κρέσκα πάνε ή με τη μια πλευρά ή με την άλλη, γιατί και οι μεν και οι δε τα στρατολογούν, τα αγοράζουν, τα σκοτώνουν, ή τα παίρνουν μακριά… [… …]

»Ξέρεις τι είναι η ‘‘εύσχημη αποποίηση ευθυνών’’, αγόρι μου; Είναι όταν μπορείς να λες ναι ή όχι, και την ίδια στιγμή να μην μπορεί να μαθευτεί αν είναι όντως έτσι τα πράγματα».

Ο Λουκαρέλλι δημιουργεί τον χαρακτήρα τού αστυνομικού που ως άνθρωπος είναι στα μέτρα μας. Καμιά υπερβολή. Το πιο σημαντικό: Είναι ο αστυνομικός που νιώθει ενοχές όχι μόνο για τα δικά τους λάθη, αλλά και για τα λάθη της άλλων. Έχει το αίσθημα της συλλογικής ευθύνης. Όταν ανακαλύπτει πως τον πρώην εραστή της γυναίκας που τον συγκινεί ερωτικά, τον σκότωσαν οι ιταλικές μυστικές υπηρεσίες, βλέπει τον συναισθηματικό του κόσμο θρυμματισμένο, σαν να τον κοιτά μέσα από σπασμένο καθρέφτη:

«Έπειτα εκείνη αποκοιμήθηκε μεμιάς, ανασαίνοντας αργά και ήρεμα για ένα μεγάλο μέρος της νύχτας…

»Ο Ντε Λούκα έμεινε ξύπνιος μέχρι που άρχισαν να λαλούν τα κοκόρια, νωρίς το πρωί.

»Την είχε ακούσει να κλαίει στον ύπνο της, κι αυτό απεγκλώβισε μέσα του μια σπαραχτική τρυφερότητα που διέλυσε όλες του τις αγωνίες, όχι όμως τόσο ώστε να καταφέρει να αποκοιμηθεί. Είχε ερωτευθεί μια γυναίκα στην οποία δεν μπορούσε να πει ότι αποτελούσε (ο ίδιος) μέρος μιας οργάνωσης που είχε σκοτώσει τον φίλο της. Εντάξει, δεν το είχε κάνει εκείνος με τα ίδια του τα χέρια, δεν του άρεσε κι ούτε καν το επικροτούσε, αλλά για εκείνην θα ήταν το ίδιο.

»Τώρα, όπως και κάποτε.

»Θα ήταν αρκετό αν της έλεγε ‘‘Είμαι αστυνομικός;’’».

Διαβάζοντας το «Ιταλική ίντριγκα» μου πέρασε η εντύπωση πως ο Λουκαρέλλι δεν ενδιαφέρεται τόσο για τις ανατροπές και τις εκπλήξεις, που πρέπει να στήσει προκειμένου να κάνει το βιβλίο του ελκυστικό στον αναγνώστη (γεγονός που απασχολεί το σύνολο των συγγραφέων της αστυνομικής λογοτεχνίας), όσο στο να δημιουργήσει ολοκληρωμένους χαρακτήρες, με τον κύριο άξονα, τον Ντε Λούκα, να λειτουργεί και ως πρότυπο μιας έντιμης στάσης ζωής…

Ως συστηματικός αναγνώστης της αστυνομικής λογοτεχνίας, το συστήνω ανεπιφύλακτα.