Έχουν περάσει 24 χρόνια από τότε που έδωσα πανελλήνιες κι όμως εκείνη η αίσθηση μου έχει μείνει αλησμόνητη, γεύση ξινή και λίγο γλυκιά, σα γρανίτα λεμόνι…

Μεγάλωσες και αποφασίζεις, δοκιμάζεσαι, προσπαθείς. Ίσως παραμεγάλωσες όμως και δεν είσαι σίγουρος ότι το θές ή ότι είσαι έτοιμος. Θα ήθελες λίγο χρόνο ακόμη παιδικότητας, έστω και κλεμμένης ή δανεικής, λίγο ακόμη να χουχουλιάσεις στο κρεβάτι πριν το δυσάρεστο πρωινό χειμωνιάτικο ξύπνημα που όμως δε μπορείς να αποφύγεις. Παζαρεύεις τα μπρός-πίσω με την ηλικία σου, τους γονείς σου, το διάβασμα, τα όνειρά σου. Μακάρι να ήξερες τι θέλεις να γίνεις «όταν μεγαλώσεις». Λες διάφορα σαν το καλό παιδί που θέλει να κάνει γενναιόδωρα χατίρια ή λες και τ’ ανάποδα για να’ χεις τη χαρά να βλέπεις τον τρόμο στα αγαπημένα πρόσωπα και να παίρνεις την εκδίκησή σου που σε άφησαν να μεγαλώσεις. Όμως την αλήθεια την ξέρεις μόνο εσύ. Φτερά, πετάγματα και όνειρα όλα μέσα στο κεφάλι σου ιδέες και στην καρδιά πεταρίσματα αλλά πάνω πάνω κυρίαρχος και προστακτικός ο φόβος. Όλα φαντάζουν γύρω σου μεγάλα, απειλητικά και υποσχετικά μαζί. Σα να πρόκειται να πας διακοπές αλλά δεν είσαι σίγουρος ούτε αν θα σ’ αρέσει, ούτε τι ρούχα να πάρεις. Αποφασίζεις να πάρεις τα γυαλιά ηλίου και τίποτε άλλο, τα υπόλοιπα θα τα πάρεις από ’κεί…

Στις τελευταίες μέρες πριν τις εξετάσεις «μουδιάζεις» κι όλα γύρω σου κινούνται σε ρυθμούς ξένους, με ταχύτητες που δεν αναγνωρίζεις και με χρώματα ξεθωριασμένα. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τις σελίδες να περνούν μπροστά από τα μάτια μου ακόμη και στον ύπνο μου, το βουητό στ' αυτιά, το μούδιασμα στα χέρια, τις ιδρωμένες παλάμες, την «ιδρωμένη» καρδιά που δεν έλεγε να σταματήσει να χτυπά από την προηγούμενη το βράδυ ή και πολλά βράδια πριν, την αγωνία, το «καλό» μέλλον, το «κακό» μέλλον, το υπερεκτιμημένο μπράβο των γονιών μου και του κόσμου, την επιβεβαίωση της αξίας μου έξω πια από μένα να κρίνεται. Και στη μέση εγώ μέσα σε τρύπα που δεν είμαι σίγουρη που θα με βγάλει, λίγο Αλίκη στη Χώρα των θαυμάτων μόνο που στην πραγματικότητα μάλλον θα επέλεγα τον Πήτερ Πάν στη χώρα του Ποτέ Ποτέ (κατά προτίμηση παρέα με νεράιδες!). Κι αν υπήρχαν όντως νεράιδες και μαγικά ραβδιά θα ήθελα να είχε βρεθεί μια στο δρόμο μου εκείνη την εποχή και να μου είχε ψιθυρίσει στο αυτί να μη φοβάμαι γιατί στην πραγματικότητα η ιστορία της ζωής μου ελάχιστα θα κρινόταν από εκείνες τις εξετάσεις(στις οποίες μάλιστα απέτυχα την πρώτη φορά!), πως η πολύτιμη αναζήτηση των θέλω μου, των ταλέντων μου και κυρίως του εαυτού μου θα ερχόταν αργά αλλά λυτρωτικά και με πολλά χρώματα αποτυχίας που θα μου έκαναν δώρα αναπάντεχα. Θα ήθελα να μου έχει ευχηθεί όχι «καλή επιτυχία» αλλά «καλή ζωή», πολύχρωμη, ενδιαφέρουσα, αναπάντεχη, ανατρεπτική και να μου έχει δώσει μια γερή σπρωξιά να πέσω στα βαθιά αλλά να κολυμπήσω στο ένστικτό μου που μέχρι τότε το είχα αφελώς κοιμισμένο.

Ούτε εγώ θα ευχηθώ «καλή επιτυχία» σε όλους τους γενναίους 17χρονους, θα ευχηθώ καλή δύναμη στο μεγάλωμά τους και καλή ζωή, ταιριαστή σε αυτούς και θα ψιθυρίσω στον αυτί των εξίσου φοβισμένων γονέων "ψυχραιμία", στη φαινομενική αποτυχία αλλά και επιτυχία και ίσως κυρίως σ’ αυτή. Πέρα και πάνω από το χειροκρότημα, τα παιδιά -σε όποια ηλικία- έχουν ανάγκη να αισθάνονται ότι τα αποδέχονται και όχι ότι τα εξιδανικεύουν ή τα απορρίπτουν. Γιατί και στις δύο περιπτώσεις τους δίνεται μια θέση που δεν τους αξίζει… ία(ίσως κυρίως σε αυτήν). Το μέλλον κρίνεται από τα νεανικά όνειρα, την πίστη και του συμπαραστάτες που έχουν σ' αυτά και όχι από μια και μόνο δοκιμασία, μια επιλογή(που σωστή ή λάθος θα το δείξει ο χρόνος...). Ψυχραιμία και στου γονείς που οφείλουν να φροντίζουν αλλά όχι να πνίγουν, να αγαπούν αλλά όχι να ερωτεύονται τα παιδιά τους και να έχουν τη γενναιότητα να ξεχωρίζουν τα δικά τους από τα όνειρα των παιδιών τους που δικαιούνται να έχουν διαφορετικά...

 

_

γράφει η Μαριέττα Κόντου 

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!