Select Page

Κάποιοι σε κάποιο βαγόνι

Κάποιοι σε κάποιο βαγόνι

 

 

Ο Σπύρος κοίταζε αφηρημένα έξω. Έβλεπε… τι έβλεπε; Τούνελ σκοτεινά, σαν κι αυτά που ήταν χωμένοι τα τελευταία χρόνια, χωρίς φως. Μετά μία στάση, φώτα, κόσμος λίγος ή πολύς, διαφημίσεις, από την εποχή που οι διαφημίσεις είχαν ένα κάποιο κοινό να τις χαζεύουν και όχι άδειες ματιές να προσπερνούν αδιάφορα το περιεχόμενο τους. Τους είχε αδειάσει η εποχή, μία ολόκληρη γενιά αδειασμένη. Μπαμπέσικα…

Η Λένα κοίταξε για μία ακόμα φορά το ρολόι της… Είχε αργήσει, το ’ξερε. Της το έλεγε η αδελφή της όταν την χαιρέταγε :  «Είπαμε να αργούμε λίγο κορίτσι μου, αλλά εσύ το παράκανες! Μέχρι που θα τον πω μακάκα αν σε περιμένει!» Η αδελφή της, παραμυθιασμένη, ανύποπτη… Που να ‘ξερε… Καλύτερα έτσι…  

«Και μαμώ τα μπούτια της!» σκέφθηκε ο Μιχάλης κοιτώντας λοξά τα μπούτια της γυναίκας που καθόταν δίπλα του. «Όλα έξω η φαριόλα! Τα θέλει, πάω στοίχημα!» Γύρισε λίγο προς το παράθυρο, και το δεξί του πόδι ακούμπησε «τυχαία» στο γόνατο της. Η καστανομάλλα σαραντάρα δίπλα του δεν αντέδρασε. «Δεν το τράβηξε! Θα βγω μαζί της και θα της την πέσω στο άνετο!» σκέφθηκε ο Μιχάλης. Ένοιωθε την έξαψη να ανεβαίνει μέσα του… Θα ‘τρωγε καλά, το ένοιωθε!

Η Κατρίνα έσφιξε την τσάντα της νευρικά. Όρθια σε ένα βαγόνι που είχε θέσεις, αλλά προτιμούσε έτσι. Να δει κάτι που ίσως έπρεπε να το δει εγκαίρως. «Να την κάνει» αν χρειαστεί… Ήξερε πως δεν το έκανε μόνο για αυτό… Της άρεσε να δείχνει το σώμα της κρατημένη από μία μπάρα… «Έχεις ταλέντο, θα ξεχωρίσεις εκεί που πας, θα δεις. Και μετά μαζί!». Τα παραμύθια του Λεγκ, πριν δυό χρόνια. Πόσο γρήγορα πέρναγε ο καιρός…

Η Αφρούλα καθόταν δίπλα σε ένα σκυθρωπό σαραντάρη με γυαλιά που κοίταζε έξω. Κάτι είχε αυτός ο άνδρας, σα να ήθελε να βάλει τις φωνές. Έβλεπε το πρόσωπο του στο τζάμι του βαγονιού. Ένταση, απελπισία, πόνος, οργή, όλα ζωγραφισμένα σε ένα άγνωστο πρόσωπο. Γύρισε το κεφάλι της, μη την πάρει χαμπάρι πως την κοίταζε… Ο νεαρός απέναντι της είχε αρχίσει να κολλάει στην γυναίκα δίπλα του. Εκείνη είχε το μυαλό της αλλού, ούτε το πρόσεξε. Η Αφρούλα του έριξε ένα αυστηρό βλέμμα, ανάθεμα κι αν εκείνος το πρόσεξε.

«Τι πάω να κάνω; » σκέφθηκε ο Σπύρος. «Αντί να κοιτώ να βρω καμιά δουλειά, να βγάλω καμία δεκάρα, τρέχω σε συγκεντρώσεις… ‘Πρέπει να οργανωθούμε’» του έλεγε ο Φώτης που απολύθηκε λίγους μήνες πριν από αυτόν. «Να οργανωθούμε σε κάθε γειτονιά, να μιλήσουμε, να συντονιστούμε με άλλες γειτονιές, να παλέψουμε. Να δούμε από πού ξεκινάμε και που θέλουμε να φτάσουμε. Θέλουν να σαπίσουν πρώτα τα όνειρα μας, μετά τα κορμιά μας… Θα τους αφήσουμε; Πρέπει να αντιδράσουμε!». Ο Φώτης και οι κορώνες του. Τότε έλεγε ότι ήταν λόγια οργής γιατί απολύθηκε… Μετά ήρθε η σειρά του, οι σπόροι του Φώτη φύτρωσαν αυτή τη φορά στο μυαλό του. Και θέριεψαν! Ένα κωλοφάρμακο για το άσθμα της δεκάχρονης κόρης του. Η Μαρία, η χαρά της ζωής του, η Μαρία με τις πλεξίδες, τα γελαστά μάτια αλλά και το άσθμα της. Δεν έμπαινε στο φαρμακείο ο Σπύρος, χρώσταγε κι εκεί! Η φαρμακοποιός τον έβλεπε να περνά, τον είχε φωνάξει μια φορά, πελάτης από τις καλές εποχές. «Πάρτε ό,τι πρέπει για την Μαρία» του έλεγε. «Και όποτε έχετε...» Ντρεπόταν! Αρκετά «όταν έχετε» είχαν μαζευτεί, απλήρωτοι λογαριασμοί, με μαγνήτακι στο ψυγείο να τους βλέπει.

Η Αφρούλα είδε κι εκείνη έξω… Πλησίαζαν. Σε λίγο θα ήξερε… θα ήξερε από τα λόγια που θα άκουγε το αν θα γύρναγε ξέγνοιαστη ή σαν τον διπλανό της. «Έχει σκοτούρες ο κόσμος» σκέφθηκε «όχι μόνο εγώ. Παναγιά μου, βοήθα μας όλους! Όσους το αξίζουν τουλάχιστον. Είμαι δεν είμαι μέσα!». Ο γιος της με διακόσια ευρώ νυχτοφύλακας, είχε δυό παιδιά να θρέψει. Είχε και πτυχίο φιλόλογου αλλά δεν μέτραγε πια αυτό, πού παιδιά να κάνει μαθήματα, μόνο στα δικά του. Η νύφη της διωγμένη από το σούπερ μάρκετ γιατί λέει «συνδικαλιζόταν». Το ότι είχε μείνει ένα βράδυ παραπάνω και είδε πράγματα που δεν έπρεπε σχετικά με τα κρέατα την έφαγε. Έτσι έλεγε ο γιος της, δεν ήξερε αν είχε δίκιο ή ήταν λόγια θυμού.

Ο Μιχάλης κοίταξε μπροστά απορροφημένος τάχα από το θέαμα της όρθιας κοπέλας και τους υπόλοιπους επιβάτες στα καθίσματα. Το γόνατο του τρίφτηκε ελαφρά στο γόνατο της γυναίκας δίπλα του. Περίμενε αντιδράσεις και ένοιωθε την καρδιά του να χτυπά.

Η Λένα, ένοιωσε το πόδι του νεαρού να ακουμπά στο δικό της και μηχανικά τραβήχτηκε. Του έριξε ένα βλέμμα, κοίταζε αλλού αλλά κάτι της έλεγε ότι έπαιζε. Το στυλάκι του συνοικιακού γόη, με ηλικία γύρω στα είκοσι και μυαλά πιο κάτω. «Μόνο αυτό με μάρανε» σκέφτηκε. Σε λίγο όμως θα έφταναν, δεν άξιζε να αλλάξει θέση. Ίσως έπαιρνε το μήνυμα και συμμορφωνόταν. Έσφιξε την τσάντα της, το ρολόι της μάνας της μέσα, δυο λίρες από τότε που είχε παντρευτεί, κάτι καλά δαχτυλίδια και βραχιόλια. Από τις καλές εποχές, τότε που δεν είχαν πολλά, αλλά κάτι είχαν. Μετά ο άντρας της έμπλεξε με κτηματομεσιτικά για να βγάλει περισσότερα, τον γέλασαν, ήρθε η κατάρρευση, οι πιστωτικές πού να πληρωθούν πια. Κάποτε πλήρωναν άνετα τα διακοποδάνεια και γύρναγαν με τον Τάκη της σε Ελλάδα και Ευρώπη… Τώρα μια κακομοιριασμένη οικογένεια που ανήμπορή, σκυφτή, έτρωγε σφαλιάρες. Η τσάντα σα να βάρυνε… θα τα σκότωνε. Σκοτωμένοι ήταν όλοι τους έτσι κι αλλιώς…

Η Κατρίνα έσφιξε τη δική της τσάντα, το βλέμμα του νεαρού που είχε στυλωθεί πάνω της δεν της άρεσε. Δεν είχε κάτι απειλητικό, είχε όμως κάτι το προσποιητό, το βρώμικο. Τους ανθρώπους με τα βρώμικα βλέμματα τους ζούσε ώρες κάθε μέρα, τους ήξερε, τους σιχαινόταν. Πλενόταν πολλές φορές την ημέρα η Κατρίνα, αλλά η βρώμα τους δεν έφευγε… Λεφτά είχε στην τσάντα, τα δύο κινητά, και το σετ για τη δουλειά της. Ένα διχτυωτό καλτσόν, ψιλοτάκουνες γόβες, ένα πακέτο προφυλακτικά και τις απαραίτητες λιπαντικές και απολυμαντικές κρέμες. Κοίταξε το ρολόι της. Ο πελάτης θα την περίμενε, πάντα περίμεναν, μαγεμένοι, καρτερούσαν να ακούσουν τον ήχο των τακουνιών της όταν πλησίαζε την πόρτα του δωματίου, του νοικιασμένου για «ημιδιαμονή».

Το μετρό είχε φτάσει στο τέρμα. Οι επιβάτες ειδοποιήθηκαν να κατέβουν. Ο Μιχάλης όπως όλοι κατευθύνονταν προς την πόρτα βιάστηκε να κολλήσει πίσω από την κοπέλα που είχε σηκωθεί αγνοώντας τον. «Μου κάνει τη δύσκολη» σκέφθηκε ξαναμμένος. Την στιγμή που πήγε να κολλήσει εντελώς από πίσω της, να την κάνει να νοιώσει την έξαψη του, ένα σιδερένιο χέρι του άρπαξε το μπράτσο.

«Στρίβε νεαρέ» άκουσε τη φωνή του απέναντι του στο αυτί του. «Αν σε δω πίσω από την κοπέλα, τώρα ή μετά, δεν θέλεις τη συνέχεια, πίστεψε με!» Έριξε μία ματιά στον Σπύρο που σχημάτιζε ένα αόρατο τοίχος πίσω από την Λένα και βιάστηκε να πάει τελευταίος στη σειρά. «Ατυχία» σκεφτόταν. Ίσως όταν γύρναγε…

Η Αφρούλα βγήκε χαμογελώντας. Ο άνδρας δίπλα της δεν ήταν τόσο βυθισμένος στα δικά του. Νοιαζόταν. Χαιρόταν η Αφρούλα όταν έβλεπε ανθρώπους να νοιάζονται. «Φύλαξε με Παναγία μου» ξαναβυθίστηκε στα δικά της και το χαμόγελο έσβησε. «Ας είναι καλά τα αποτελέσματα των εξετάσεων. Μην έχω κάτι…»

Το άδειο βαγόνι δεν έμεινε άδειο για πολύ. Άλλος κόσμος μπήκε… Ίδιες ή άλλες ιστορίες…

 

του Γιώργου Παυλίδη

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

6 Σχόλια

  1. Βάσω Αποστολοπούλου-Αναστασίου

    “Το άδειο βαγόνι δεν έμεινε άδειο για πολύ. Άλλος κόσμος μπήκε… Ίδιες ή άλλες ιστορίες…”
    Φίλε μου Γιώργο πραγματικά το απόλαυσα! Κι όχι μόνο γιατί μας έδωσες τόσο γλαφυρά τις ιστορίες ανθρώπων που βρέθηκαν τυχαία μαζί σ’ ένα βαγόνι και που, πιθανότατα, δεν θα ξανασυναντηθούν ποτέ ξανά οι δρόμοι τους – αλλά γιατί αυτό ακριβώς κάνω κι εγώ μέσα στο μετρό! Παρατηρώ τους επιβάτες γύρω μου και σκαρώνω για τον καθένα κι από μια ιστορία, οπότε είναι σαν να βρεθήκαμε κι εμείς συνοδοιπόροι σ΄ένα βαγόνι – και σε μια προσφιλή συνήθεια!
    Πολλά συγχαρητήρια!

    Απάντηση
  2. Μαργαρίτα Αρβανίτη

    Κάθε άνθρωπος και μια ιστορία. Στο σύνολό τους αντανάκλαση της κοινωνικής μας πραγματικότητας. Της κάθε μέρας που ξημερώνει και μαζί της οι καημοί, τα βάσανα τα όνειρα, οι αναστεναγμοί των ανθρώπων. Της κάθε μέρας που ξημερώνει και αρχίζουν οι “διαδρομές” όχι μόνο της μετακίνησης μέσα σε μετρό, τρένα, σταθμούς κλπ. αλλά και στις σκέψεις των ανθρώπων με προορισμό να φτάσουν τους επιθυμητούς στόχους …επιβίωσης, υγείας, “καμάκια”,λύσεις αδιεξόδων κλπ. Ζωντανή η διήγηση, χαρακτηριστικά τα ανθρώπινα ψυχογραφήματα , δίνουν ένα πλήρες σκηνικό της καθημερινότητας μας , κερδίζοντας το ενδιαφέρον του αναγνώστη!

    Απάντηση
  3. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΠΑΠΑΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ

    Γιώργο με έβαλες και μάλιστα χωρίς καν να κόψω εισιτήριο, στο βαγόνι αυτό. Με την ματιά που μου χάρισες με τούτην την εξαιρετική αφήγηση, είδα όλα τα πρόσωπα που ήταν εκεί μαζί μου, γύρω μου. Αυτή σου η ικανότητα να φτιάξεις κι από μια ιστορία για κάθε ένα από τους επιβάτες για την σύντομη διάρκεια της διαδρομής τους που όμως είναι σίγουρα και μέρος της καθημερινότητας τους, ειλικρινά μου έδωσε την πολύ πειστική ψευδαίσθηση ότι τώρα που γράφω τούτες τις σειρές έχω μόλις κατέβει από το βαγόνι.
    Θαυμάσιο Γιώργο!!!!
    Όταν φωνάζω ότι πρέπει να μας δίνεις συχνότερα κείμενά σου, έχω δίκιο κι ας φανεί αυτό εγωιστικό!

    Απάντηση
  4. Καρυάτιδα

    Θάλεγε κανείς ότι παίρνεις κάθε μέρα το μετρό και μελετάς τα πρόσωπα των συνεπιβατών,διαβάζοντας στα μάτια τους τις σκέψεις τους. Κάτι σαν το μάτι του Big-brother, μ’εχωσες στην κλειδαρότρυπα και έμαθα μυστικά τους! Δυνατή περιγραφή, ενδιαφέρουσα η φαντασία σου! Ξέχασες μόνο να τους κατεβάσεις στον σταθμό μου! 😉

    Απάντηση
  5. ΓΙΑΓΙΑ ΑΝΤΙΓΟΝΗ

    Ενα βαγόνι.. και η ματιά σου!
    Σχημάτισα τις μορφές τους!!!!
    Ο Χριστόφορος έχει δίκιο που σε μαλώνει!!!! Δικαιολογίες δεν ακούμε!!!

    Απάντηση
  6. Αντιγόνη Γιαγιά

    Με έβαλες να παρατηρώ τους επιβάτες. Κάθε μορφή απέναντι μια ιστορία από μόνη της. Με μαεστρία κατάφερες να μεταφέρεις ιστορίες, γεγονότα, που έπλασε το ταλέντο σου! Μη βαριέσαι να γράφεις γιατί θα έχεις ποινές!

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Εγγραφείτε στο newsletter

Ακολουθήστε μας!

Follows

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Έλληνες εκδότες

Έλληνες εκδότες

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!