Οµίχλη γύρω,
σταγόνες που καταφύγιο λαχταρούν, και όσο φωλιάζουν µέσα µου,
και γκρίζο γεµίζουν τις ψυχρές σελίδες µου, η ατµόσφαιρα πνίγει την αναγέννηση.
Και αναρωτιέµαι,
τι χρώµα να έχει ο ουρανός όταν το φως ξετυλίγεται;
Τότε που σαν υπόσχεση ξεπροβάλλουν αποχρώσεις που αδηµονώ να αντικρίσω, και παλέτες που δεν µπόρεσα να συλλογιστώ ποτέ.
Βροχή ξανά,
το µολύβι αφέθηκε στο χαρτί µου,
και γράµµατα ξεχείλισαν, επιζητώντας σύνδεση. Όµως εγώ δεν έµαθα να γράφω,
µοτίβα αποτυπώνω στο τετράδιο.
Τελευταία θύελλα,
και εγώ χάνοµαι, αναζητώντας τα χρώµατα που στο άπειρο παρέσυρε, θύελλα που σαν νάρκη
γλυκά εισβάλλει στο χαρτί µου,
θύελλα που µε συµφιλίωσε µε τον χαµό, και κάπου εκεί ζωγράφισα το σπίτι µου.
Όσο οι κοφτεροί ύφαλοι γδέρνουν τα κύµατα
Και αυτά µε την σειρά τους αµύνονται ταράζοντας το βυθό Εγώ πάνω τους περιπλανιέµαι,
σφιχτά αγκαλιάζοντας τα όνειρά µου,
Όµως στην παλέτα µου κρατώ κάθε απόχρωση της ίριδος.
_
γράφει η Μαρισία Μαρισία








0 Σχόλια