τοβιβλίο.net

Καζούο Ισιγκούρο «Όταν ήμαστε ορφανοί»

19.11.2019

σχόλια

 

Το καθήκον ως οδηγός ζωής…

  

Καζούο Ισιγκούρο

«Όταν ήμαστε ορφανοί»

Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ

γράφει ο Άγγελος Πετρουλάκης

Ενίοτε «Όταν ήμαστε ορφανοί» από αιτίες ανερμήνευτες, οι σκιές τού παρελθόντος μάς κυνηγούν, ή έστω κυνηγούν εκείνους, που η ευαισθησία, τούς έχει σημαδέψει τόσο, όσο να μην μπορούν να γαληνέψουν, αν δεν αγγίξουν την αλήθεια.

Ο Καζούο Ισιγκούρο είναι πλέον αρκετά γνωστός στην Ελλάδα. Χρειάστηκε ένα Νόμπελ (2017) και οι εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ για τούτο. Στις εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ χρωστάμε το ότι σε δυο χρόνια κυκλοφόρησαν (ή επανακυκλοφόρησαν) τέσσερις τίτλους, προσφέροντάς μας το άγγιγμα μιας άλλης λογοτεχνίας. Και στην Αργυρώ Μαντόγλου τις εξαιρετικές μεταφράσεις τους.

Το έχω γράψει και παλαιότερα, όταν σε κάποια στιγμή αναφέρθηκα στο «Τα απομεινάρια μιας μέρας». Τα μυθιστορήματα του Ισιγκούρο απαιτούν αργή ανάγνωση∙ απαιτούν αναγνώστες που αναζητούν την ουσία και το βάθος. Άλλωστε ο Καζούο Ισιγκούρο δεν είναι εύκολος συγγραφέας. Ωστόσο είναι ιδιαίτερα γοητευτικός, καθώς, με εργαλείο τις λέξεις, χτίζει αθόρυβα αυτό που θέλει να πει, χωρίς ν’ αποκαλύπτει στον αναγνώστη τις προθέσεις του. Αυτές παραμένουν κλειστές αν ο αναγνώστης μείνει στην αφήγηση και δεν ταξιδεύσει στους κόσμους που περιγράφει ο συγγραφέας.

Στο «Όταν ήμαστε ορφανοί» συναντάμε φευγαλέα κάτι που αποτελεί κύριο θέμα στο «Τα απομεινάρια μιας μέρας»: Το καθήκον απέναντι στον έρωτα, μια αντιπαλότητα που σημαδεύει τη ζωή κάποιων ανθρώπων. Ο μπάτλερ στο «Τα απομεινάρια μιας μέρας» δεν τολμά να εξομολογηθεί τον έρωτά του, γιατί θεωρεί ότι αυτό αντιβαίνει στο χρέος του να είναι ένας τέλειος μπάτλερ. Στο «Όταν ήμαστε ορφανοί» ο διάσημος ντεντέκτιβ Κρίστοφερ Μπανκς δεν εκδηλώνει τον έρωτά του απέναντι στη Σάρα, ομολογώντας, στη δύση τής ζωής του, αυτό ακριβώς: «Υπήρξε κάποτε μια γυναίκα. Παλιά. Αλλά πήρε κι αυτή τον δρόμο που πήραν και όλα τα υπόλοιπα… Εν ολίγοις, το καθήκον μου στάθηκε εμπόδιο σε πολλά πράγματα».

Το «Όταν ήμαστε ορφανοί» είναι ένα συγκλονιστικό μυθιστόρημα που απαιτεί απόλυτη προσήλωση του αναγνώστη, αλλά και κάποιες επιπλέον γνώσεις σε ό,τι αφορά μια κρίσιμη ιστορική περίοδο για τις σχέσεις Ιαπωνίας – Κίνας προ του Β΄ Παγκόσμιου Πόλεμου, αλλά και την παράνομη διακίνηση οπίου από εταιρείες, που είχαν αναπτυχθεί στα τέλη τής εποχής τής αποικιοκρατίας από την Μεγάλη Βρετανία.

Άλλωστε η τέχνη τής ανάγνωσης ενίοτε αποκαλύπτεται ως μοναδική, αφού απαιτεί από τον αναγνώστη προσήλωση ικανή να παρακολουθεί το ξεδίπλωμα της σκέψης τού συγγραφέα. Αυτό αφήνει να εννοηθεί και το σκεπτικό τής βράβευσής του από τη Σουηδική Ακαδημία, που μεταξύ τών άλλων αναφέρει: «Αν κάνετε μία μίξη τής Τζέιν Όστιν και του Φραντς Κάφκα, τότε έχετε τον Καζούο Ισιγκούρο. Στη… συνταγή μπορείτε να προσθέσετε και λίγο Μαρσέλ Προυστ».

Το κεντρικό πρόσωπο του μυθιστορήματος είναι Άγγλος, που γεννήθηκε στην Σανγκάη από γονείς που κατοικούσαν εκεί, αφού ο πατέρας του ήταν υψηλόβαθμο στέλεχος αγγλικής εμπορικής εταιρείας, η οποία όμως ασχολούνταν με την παράνομη διακίνηση οπίου. Η μητέρα του, αντιλαμβανόμενη τον ρόλο τών συμπατριωτών της, είχε πρωτοστατήσει σε μια ισχυρή αντίδραση κατά των δραστηριοτήτων τής εταιρείας. Και οι δυο εξαφανίζονται και ο μικρούλης Κρίστοφερ φεύγει υπό προστασία για την Αγγλία, παίρνοντας μαζί του όλες τις αναμνήσεις μιας θολής, αλλά και τραυματικής παιδικής ηλικίας, αλλά και έναν καημό: Τι απέγιναν οι γονείς του;

Ο κατ’ ουσίαν ορφανός Κρίστοφερ μεγαλώνει με το όνειρο να γίνει ντεντέκτιβ, ελπίζοντας πως, αν το πραγματοποιήσει, θα μπορέσει ν’ ανακαλύψει ποια ήταν η τύχη τών γονιών του. Το όνειρό του γίνεται, όντως, πραγματικότητα κι εκείνος σταδιακά αποκτά τη φήμη τού ικανότερου ντεντέκτιβ.

Νιώθοντας χρέος απέναντι σε μια παιδική ηλικία, που τη στιγμάτισε η ορφάνια, υιοθετεί μια μικρή ορφανή, προκειμένου να της χαρίσει μια ζωή ασφαλή και άνετη, και όσο δυνατόν πιο ευχάριστη.

Τεχνικά το μυθιστόρημα χωρίζεται σε επτά μέρη, με το πρώτο ν’ αρχίζει στο Λονδίνο, στις 24 Ιουλίου του 1930. Είναι το Λονδίνο τού μεσοπολέμου, στο οποίο ελάχιστοι διαισθάνονται ότι η ειρήνη είναι προσωρινή και πως στην Ευρώπη κυοφορείται ένας νέος, χειρότερος πόλεμος.

Ο Ισιγκούρο θα βάλει στα χείλη ενός ισχυρού πολιτικού παράγοντα, του σερ Σέσιλ Μέντχερστι, το δυσοίωνο μέλλον τού κόσμου:

«Όλα όσα έλεγα νωρίτερα απόψε στο γεύμα, για το πώς αυτός ο κόσμος έχει γίνει ένας ασφαλέστερος, πιο πολιτισμένος τόπος, το πιστεύω… […], θα ήθελα να το πιστέψω…[…] Δεν ξέρω αν στο τέλος θα είμαστε ικανοί να κρατήσουμε αυτήν την τακτική… […]Πάντα το κακό παραμονεύει στη γωνία… Εργάζονται, ακόμα και τώρα… και συνωμοτούν για να κάνουν τον πολιτισμό να οπισθοδρομήσει. Και είναι έξυπνοι, αχ, είναι διαβολικά έξυπνοι… […] Οι κακοί είναι πολύ πιο πανούργοι από τον μέσο αξιοπρεπή πολίτη…»

Στην αρχή αυτού του πρώτου μέρους εμφανίζεται η Σάρα, που είναι επίσης ορφανή. Όταν ο Κρίστοφερ θα τη ρωτήσει αν έχει καιρό που έχασε τους γονείς της, θα του απαντήσει λακωνικά:

«Μου φαίνεται πως ήταν πάντα χαμένοι. Ωστόσο με έναν άλλο τρόπο, είναι πάντα μαζί μου».

Η Σάρα θα βαδίσει παράλληλα με τον Κρίστοφερ, χωρίς ποτέ εκείνος να της εξομολογηθεί τον έρωτά του. Αλλά και όταν αυτό τείνει να ομολογηθεί, δεν ευοδώνεται, γιατί για τον Κρίστοφερ προέχει το χρέος.

Το δεύτερο μέρος, που ορίζεται από δράσεις στο Λονδίνο, της 15ης Μαΐου 1931, η μνήμη τού Κρίστοφερ επιστρέφει στην Σανγκάη και στα όσα διαδραματίστηκαν στην οικογένειά του. Τη μνήμη του, την αιχμαλωτίζει η μητέρα του:

«Το γεγονός πως η μητέρα μου ήταν ‘‘ωραία’’ ήταν κάτι που είχα αποδεχτεί ως αναμφισβήτητο γεγονός την εποχή που μεγάλωνα. Αυτό το έλεγα όλοι για εκείνη, και νομίζω πως εγώ θεωρούσα εκείνο το ‘‘ωραία’’ σαν μια απλή ταμπέλα που είχαν κολλήσει στη μητέρα μου, χωρίς να έχει κάποια μεγαλύτερη βαρύτητα από το ‘‘ψηλή’’, ή ‘‘μικρή’’, ή ‘‘νέα’’. Την ίδια εποχή, γνώριζα την επίδραση που είχε η ‘‘ομορφιά’’ της πάνω στους άλλους. Φυσικά, σε εκείνη την ηλικία, δεν είχα καμία αντίληψη για τους βαθύτερους υπαινιγμούς της θηλυκής γοητείας… […] Τώρα, κάθε φορά που κοιτάζω τις φωτογραφίες της –επτά όλες κι όλες…- μου φαίνεται καλλονή, αλλά με εκείνον τον παλιό, βικτωριανό τρόπο».

Αλλά, θυμάμαι τη μητέρα του όχι μόνο ως ωραία. Τη θυμάται να πρωτοστατεί και στον αγώνα κατά του παράνομου εμπορίου τού οποίου, υψώνοντας το ανάστημά της ακόμα και απέναντι στον πατέρα του, στέλεχος μιας από της εμπλεκόμενης σ’ αυτό το εμπόριο, εταιρείας.

«Την άκουσα να επαναλαμβάνει ‘‘Τι αίσχος!’’ αρκετές φορές, και αναφερόταν συχνά σε αυτό που εκείνη αποκαλούσε ‘‘αμαρτωλό εμπόριο’’. Κάποια στιγμή είπε: ‘‘Μας κάνεις όλους μέρος αυτού του πράγματος! Όλους μας! Είναι αίσχος!».

[…]

»Δεν ντρέπεσαι να εργάζεσαι για μια τέτοια εταιρεία; Πώς γίνεται η συνείδησή σου να είναι ήσυχη, τη στιγμή που βγάζεις τα προς το ζην από τέτοιο αμαρτωλό πλούτο;»

Στο τρίτο μέρος, που επίσης ορίζεται στο Λονδίνο, αλλά με έξι χρόνια διαφορά, στις 12 Απριλίου τού 1973, ο Ισιγκούρο εισάγει το πρόσωπο της Τζένιφερ, επίσης ορφανής που θα την υιοθετήσει. Η Τζένιφερ έχασε τους γονείς της όταν η βάρκα τους βυθίστηκε και έκτοτε ζούσε απροστάτευτη και δυστυχισμένη με μια πλήρως αδύναμη γιαγιά της. Αν και δεκάχρονη η Τζένιφερ γνωρίζει την αξία της ζωής και των πραγμάτων τόσο καλά, που φτάνοντας στο σπίτι τού Κρίστοφερ, και διαπιστώνοντας πως κατά το ταξίδι της έχει χαθεί μια βαλίτσα της, θα δηλώσει χωρίς θλίψη:

«…Δεν είμαι αναστατωμένη. Στο κάτω κάτω της γραφής, ήταν απλώς πράγματα. Όταν έχεις χάσει τη μητέρα και τον πατέρα σου, δεν σε ενδιαφέρουν και πολύ τα πράγματα…

[…]

»…Πρέπει να κοιτάζεις μπροστά στη ζωή».

Ακολουθούν τρία μέρη με τη δράση να μεταφέρεται στην Σανγκάη του 1937. Ο Κρίστοφερ, αναζητώντας τα ίχνη τών χαμένων γονιών του, θα δώσει την ευκαιρία στον Ισιγκούρο να αναφερθεί στο παράνομο εμπόριο οπίου και στον Κινεζο-Ιαπωνικό πόλεμο.

Θα μάθει την αλήθεια, την οποία δεν θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί.

Το έβδομο και τελευταίο μέρος διαδραματίζεται είκοσι ένα χρόνια μετά, στο μεταπολεμικό Λονδίνο, με την ένδειξη 14 Νοεμβρίου 1958.

Ο Κρίστοφερ βρίσκεται στη δύση τής ζωής του. Βρίσκεται στο λεπτό σημείο των απολογισμών… Βρίσκεται στο σημείο όπου ο συγγραφέας, χωρίς κραυγαλέες ανατροπές, θα δώσει το δικό του πόρισμα για το τι είναι ζωή…

Ακολουθήστε μας!

Οι προσφορές των εφημερίδων

Οδηγός ιστοσελίδας

Αρχείο

Επιμέλεια άρθρου Κώστας Θερμογιάννης

Επιμέλεια άρθρου

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου