Μικρό παιδί βγήκε, χοροπηδώντας ανάλαφρα, από την αυλή με τα λουλούδια, λουλούδι κι αυτή ασπροφορεμένο, με γυροβολητές δαντέλες, άσπρα καλτσάκια, ροζ πέδιλα και σουρωτή κορδέλα στα μαλλιά. Μα η γειτονιά ήταν παράξενα ήσυχη. Κανένα παιδί δεν έπαιζε εκεί. Σα να είχε φτερά στους ώμους, έφτασε στην ακροθαλασσιά με τον αδερφό της πάντα να την ακολουθεί.

Βαθιά στη θάλασσα, ήταν μαζεμένα τα παιδιά και βουτούσαν πάνω από την ξύλινη εξέδρα, αφήνοντας μόνο τις φωνές και τα γέλια να φτάνουν κοντά της. Στάθηκε να τους κοιτά αναποφάσιστη, μόνο για μια στιγμή. Ευθύς άρχισε να ξεκουμπώνει τα σφιχτά λουριά που πίεζαν τα πόδια και έβγαλε τα άσπρα καλτσάκια αφήνοντας να φανούν τα μελανά σημάδια. Βούτηξε πρώτα τα πόδια και άρχισε να προχωρά σουρώνοντας το φόρεμα προς τα πάνω, με το νερό όλο και να το πλησιάζει τρυφερά. Να σταθεί εκεί, στιγμή δεν σκέφτηκε και ας της φώναζε ο αδερφός της να βγει, να μην βραχεί.

Συνέχισε να προχωρά, μέχρι που βυθίστηκε ολόκληρη. Και έφυγε η κορδέλα από τα μαλλιά και πήγε να παίξει με τα φύκια του βυθού. Μπλέχτηκε με τ’ άλλα μακροβούτια, κρατώντας την ανάσα της. Τόσο διαφορετική εξωτερικά, μα όμοια με τους άλλους, κοινωνοί της χαράς του παιχνιδιού, που όσο περνούσε η ώρα, φούσκωνε σα φουστάνι, γέμιζε απόλαυση και ξεγνοιασιά.

-Βγες έξω, πρέπει να γυρίσουμε πίσω, θα μας ψάχνει η μαμά, φώναζε ο αδερφός της. Έκανε πως δεν τον άκουγε, μα τον έβλεπε να στέκεται μοναχός, στεγνός, ανήσυχος, κλειδωμένος μέσα στα καλά του ρούχα, χωρίς να τολμά να μπει, να χαρεί, σαν ψάρι έξω από το νερό, να κρίνει παράλογη τη δική της επιλογή. Μέσα στο νερό τα μακροβούτια και τα γέλια δεν είχαν τελειωμό.

-Βγες επιτέλους έξω, πρέπει να γυρίσουμε πίσω, θα μας μαλώσει η μαμά.

Στάζουν τα νερά πάνω στα πόδια, σκουραίνει γύρω τους η αμμουδιά, μακραίνει το φουστάνι κι έμεινε η κορδέλα να παίζει στα βαθιά.

-Και τώρα πώς θα στεγνώσεις; Μας περιμένει η μαμά να πάμε επίσκεψη. Τι θα κάνεις τώρα;

Κυλιέται στην αμμουδιά σαν να είναι η πετσέτα της. Κάθε σημείο της που υγραίνεται, το αφήνει και πάει παραδίπλα. Πιέζει τόσο δυνατά το κορμί σε αυτήν την επαφή και γυρίζει, μέχρι που όλα γυρίζουν μαζί της. Γη και ουρανός, ουρανός και γη. Και εκεί στη γη κάτω από την παχιά άμμο, θάβει τα φτερά της, πιστεύοντας πως της κάνουν κακό, την ωθούν σε λάθος παρορμήσεις.

Μεγάλωσε το παιδί. Προσκυνώντας, δένει σφιχτά τα πέδιλα της και δεν έψαξε να βρει, γιατί επιλέγει να φορά φουστάνια, γιατί της αρέσει το λευκό, γιατί πονούν οι ώμοι της κάθε που φυσά ο νοτιάς, γιατί βλέπει συχνά στα όνειρα της, έρημο το ακρογιάλι της παιδικής της γειτονιάς.

Σε ’κείνη τη γειτονιά, λένε πως όταν φυσά ο νοτιάς όλα τα ξεσηκώνει. Δεν αφήνει ούτε βυθό, μήτε ακρογιάλι. Τα ανακατεύει όλα, βγάζοντας τη θάλασσα έξω και την κορδέλα στα ρηχά. Φέρνει φουρτούνα στην καρδιά, ξεσκεπάζοντας τα θαμμένα της αμμουδιάς. Ματώνει την παλιά πληγή, φανερώνοντας πως κάποτε είχαν τις ρίζες τους εκεί λευκά φτερά. Θυμίζει τη μισή ψυχή, που έμεινε σε ένα ακρογιάλι, ένα παλιό καλοκαίρι κι ένα μικρό παιδί, που τολμούσε να κάνει μακροβούτια φορώντας το καλό άσπρο του φουστάνι.

 

_

γράφει η Κατερίνα Λαζίδου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!