Select Page

Κείμενα για την αρχαία ελληνική φιλοσοφία. Μέρος 2ο

Κείμενα για την αρχαία ελληνική φιλοσοφία. Μέρος 2ο

 

 

Οι προσωκρατικοί φιλόσοφοι (Οι διακλαδώσεις στην πορεία της Ελληνικής σκέψης ως τον ερχομό της στην Αθήνα).

 

  1. Ελέα. Ξενοφάνης, Παρμενίδης, Ζήνων

 

Ο Ξενοφάνης καταγόταν από την πόλη Κολοφώνα, στην Ιωνία. Παρόλο που η Ελεατική φιλοσοφία θεωρείται πως αρχίζει με τον Παρμενίδη, που ίδρυσε τη σχολή του στη δική του πόλη, την Ελέα, και ακολούθως είχε ως μαθητή το Ζήνωνα, υπάρχουν κύριες ομοιότητες ανάμεσα στις απόψεις του Ξενοφάνη και του Παρμενίδη, ενώ ο Ηρόδοτος δίνει την πληροφορία πως ο Ξενοφάνης ήταν παρών κατά την ίδρυση της Ελέας, (μιας ακόμα αποικίας των Φωκιαίων στη Δύση ως αποτέλεσμα του περιορισμού τους λόγω της περσικής κυριαρχίας) λίγες δεκαετίες πριν τη γέννηση του Παρμενίδη.

Ο ισχυρισμός του Ξενοφάνη πως υφίσταται κάποιος κυριότερος θεός από τους υπόλοιπους, και αυτός δεν έχει συναφή μορφή ή φύση με τους ανθρώπους, και επιπρόσθετα η απόδοση σε αυτό το ον της μορφής μιας τέλειας σφαίρας, παραπέμπει άμεσα στην κρίση του Παρμενίδη στο ποίημα του Περί Φύσεως. Εκεί επίσης ο θεός περιγράφεται ως μια σφαίρα, δηλαδή ο όγκος που έχει ίση απόσταση από το κέντρο του σε κάθε σημείο των ορίων του, όπως εξάλλου αναφέρει συγκεκριμένα και η θεότητα που δίνει στο ποίημα του Παρμενίδη αυτή την πληροφορία.

Έχει ίσως ενδιαφέρον να σταθεί κανείς στα σχόλια των ύστερων μελετητών του Ξενοφάνη, καθώς παρουσιάζεται σε αυτά ακόμα και η γνώμη πως ο κυκλικός θεός, που έχει ένα όριο, μα ταυτόχρονα θεωρείται ταυτόσημος με ό,τι υπάρχει ως το σύνολο του κόσμου, εύλογα (έστω σε ένα βαθμό) νοείται ως το ίδιο το υλικό σύμπαν, ως μια ενότητα, αλλά και κάτι που έχει όρια με κάτι άλλο. Κάτι που έχει, δηλαδή, όρια με ένα εξωτερικό πεδίο, πέρα από τον κόσμο όπως ορίστηκε από τον Ξενοφάνη και τον Παρμενίδη, μια άποψη που αντηχεί ίσως και την έννοια του Απείρου, στον Αναξίμανδρο.

(Μια τέτοια θεώρηση παραπέμπει επίσης σε μια πολύ μεταγενέστερη, των γνωστικών θεολόγων, της ίδιας περιόδου με τους νεοπλατωνικούς φιλοσόφους, των πρώτων αιώνων μετά τη γέννηση του Χριστού, και την έννοια του κύριου θεού και ενός μικρότερου θεού, με τον τελευταίο σε κάποιες θεωρήσεις τους να ταυτίζεται με τον υλικό κόσμο. Μια συναφής άποψη παρουσιάζεται ήδη από τον Πλάτωνα, σε έργα όπως η Πολιτεία, ή ο Τίμαιος, όπου η υλική φύση συνδέεται με ένα χαμηλότερο από τα πεδία που μπορεί να εξετάσει ο άνθρωπος).

 

Ενώ ο Παρμενίδης αναφέρει στο ποίημα του μόνο τον ένα σφαιρικό του θεό, ο προγενέστερος του Ξενοφάνης ισχυρίζεται πως παρόλο που υπάρχουν και άλλοι θεοί, ο σφαιρικός του θεός είναι αναμφίβολα μοναδικός στο δικό του ύψος, δίχως σύγκριση με οτιδήποτε άλλο που είναι απλώς μια συνέπεια του, μια προέκταση, ή μια δημιουργία του (κάτι που βρίσκει μια κύρια αντιστοιχία και πάλι στον Πλάτωνα, τη θεωρία των Ιδεών, και την Ιδέα του Αγαθού, ως κορυφής αυτής της ισορροπίας – αυτή τη φορά των “αρχετύπων” - που περιγράφεται στην Πολιτεία).

 

Η έννοια του όντος και του μηδενός, στον Παρμενίδη

 

Το ποίημα του Παρμενίδη (Περί Φύσεως) έχει τρία μέρη. Η εκτίμηση είναι πως σώζεται κυρίως το δεύτερο μέρος του, δηλαδή ο λόγος για το “αληθινό”. Το πρώτο μέρος είναι η αναφορά στην έλευση του Παρμενίδη στο “χώρο του φωτός”, όπου τον υποδέχεται μια ανώνυμη θεότητα που θα του παρουσιάσει την “αλήθεια”. Το τρίτο μέρος είναι ο λόγος για τη δοξασία, που αντιδιαστέλλεται με τη γνώση της αλήθειας, και παρουσιάζεται ως μια ανθρώπινη πλάνη.

 

Ο κύριος άξονας των στίχων που σώθηκαν είναι πως η αλήθεια δε μπορεί να αποδειχθεί εκτενώς, και αυτό επίσης συνδέεται με τη ρήση του Ξενοφάνη κατά την οποία οι θνητοί δε μπορούν να αποδείξουν την αλήθεια, αλλά αυτή συνεχίζει να υπάρχει, πέρα από αυτούς. Ο Παρμενίδης, μέσα από τα λόγια της θεότητας, αναπτύσσει τον ισχυρισμό αυτόν, ισχυριζόμενος πως “η βάση της αλήθειας είναι ότι όσα δεν υπάρχουν δεν είναι της ίδιας κατηγορίας με όσα υπάρχουν”. Αυτό έχει μια σειρά από νοήματα, όπως παρουσιάζονται στους ίδιους τους στίχους.

Το κεντρικό νόημα του ίσως είναι ότι παρά την παραπομπή της πραγματικής γνώσης της αλήθειας μόνο σε κάτι που δεν είναι θνητό, παραμένει μια γέφυρα ανάμεσα σε όσους την κατέχουν, και στους ανθρώπους, μέσα από τη συμπερασματική κρίση (που στο ποίημα περιγράφεται ως ένας σωστός δρόμος, και το αντίθετο από την παλινδρομική και μάταιη κίνηση όσων δεν έχουν ως οδηγό αυτό το συμπέρασμα) πως αυτά που δεν ισχύουν δεν είναι τίποτα, και δεν είναι απλώς ένας άλλος τρόπος να εξετάσει κανείς όσα ισχύουν. Η θεότητα στο ποίημα του Παρμενίδη δε δίνει μια εξήγηση για την ορθότητα του συμπεράσματος, λόγω της προαναφερθείσας εκτίμησης ότι οι θνητοί δε μπορούν να την εξετάσουν έτσι κι αλλιώς. Όμως επαναλαμβάνει πως είναι απαραίτητο κανείς να πορευθεί με βάση αυτό το συμπέρασμα, αλλιώς θα είναι μάταιες οι αναζητήσεις του για την αλήθεια.

 

Η παρουσίαση των δοξασιών, αντίθετα, είναι πιο περιγραφική, κάτι εύλογο αφού ορίστηκαν εξ αρχής ως αυτό που οι άνθρωποι είναι σε θέση να σχηματίσουν. Οι δοξασίες έχουν ως βάση την άποψη πως οι ειδοποιοί διαφορές απαιτούνται να είναι κατά νου καθώς κανείς ορίζει το κάθε τι. Μια τέτοια γνώμη άλλωστε εμφανίζεται και στον Αριστοτέλη, κατά τον οποίο “ένας ορισμός δίνεται με βάση το εγγύτερο γένος και την ειδοποιό διαφορά”. Όμως ο Παρμενίδης ισχυρίζεται πως αυτός ο χωρισμός του πεδίου σε δύο αντικρουόμενες ή ασύνδετες ή ανταγωνιστικές δυνάμεις, δεν οδηγεί σε μια αλήθεια, αλλά σε επάλληλα σφάλματα.

 

Αναφορά στο Ζήνωνα

 

Ο Ζήνων είναι περισσότερο γνωστός για τα παράδοξα που σχημάτισε, και ενδεχομένως να ήταν περισσότερα από τα εννέα που σώθηκαν και αναφέρονται από πηγές όπως τον Αριστοτέλη και το Σιμπλίκιο.

Θεωρούταν από τον Πλάτωνα ως ο πρώτος που χρησιμοποίησε τη διαλεκτική μέθοδο, επεκτείνοντας από το επιχείρημα του συνομιλητή του όσα είχε κατά νου να παρουσιάσει σαν άτοπα, και συνεπώς συνδέοντας αυτή την ακύρωση με το αρχικό επιχείρημα (που λόγω της άτοπης προέκτασής του φαντάζει τώρα και το ίδιο ως άτοπο, αφού ήταν η βάση της).

Τα παράδοξα του κυρίως αναφέρονται στην έννοια του χώρου, αλλά και του χρόνου, όμως το συνδετικό τους στοιχείο είναι η έννοια του απείρου, η οποία εκτιμάται ως μια θεωρητική απόδειξη της ενότητας των πραγμάτων. Ενώ σε αντίδραση σε αυτή τη θεωρία ο Δημόκριτος ανέπτυξε την έννοια του ατόμου, δηλαδή ενός απειροελάχιστου, αλλά έσχατου διαιρούμενου μέρους ενός αντικειμένου, ο Ζήνων υποστήριξε πως δεν υφίσταται ένα τέλος στις διαιρέσεις, κάτι που σημαίνει πως δεν υφίσταται ούτε μια αρχή σε αυτές. (Στον δέκατο έβδομο αιώνα ο Leibniz και ο Newton σε μια πρότερη μορφή παρουσίασαν μια έννοια του απείρου στα μαθηματικά πιο οργανωμένη με όρια απ ό,τι η αρχική που επεξεργάστηκε τον 3ο αιώνα π. Χ ο Αρχιμήδης, όπως στην απόδειξή του για την ισότητα ανάμεσα στην πρόσθεση των όγκων ενός κώνου και μίας σφαίρας της ίδιας διαμέτρου, και του όγκου ενός κυλίνδρου της ίδιας διαμέτρου με αυτά. Στο μαθηματικό κλάδο των ορίων μπορεί κανείς να παρατηρήσει πως αν προσθέσει μια ακολουθία αριθμών όπως το 1, το 1/2, το 1/4, το 1/8 και έπειτα κάθε νέο στοιχείο που θα είναι πάντα το μισό του προηγούμενου στην ακολουθία, τελικά θα πλησιάσει εξαιρετικά πολύ στο άθροισμα της δυάδας (2), όμως ποτέ δε θα το φτάσει. Αυτή η ακολουθία έχει ως όριο στο άπειρο το δύο. Δεν είναι το δύο ποτέ, διότι εκεί θα έφτανε στο άπειρο, και ο κλάδος των ορίων δε δίνει πληροφορίες για αυτό το σημείο ως προς τον όρο της ακολουθίας σε αυτό, διότι δεν είναι μέρος της ακολουθίας).

Το ελεατικό θεώρημα για τις άπειρες διαιρέσεις ακυρώνει την εκτίμηση πως μπορεί κανείς να δει τα αληθινά φαινόμενα, αφού εκείνα είναι για τις ανθρώπινες αισθήσεις πολλαπλά, ενώ κάτι ισόβια άπειρο ισχυρίζονταν οι Ελεάτες- μα και ο Δημόκριτος συμφωνούσε σε αυτό- πως όφειλε να είναι στην πραγματικότητα μία Μονάδα, μια Ενότητα, και μόνο από πλάνη μοιάζει με κάτι ποικίλο. Η πολλαπλότητα που έχουν τα φαινόμενα για τις ανθρώπινες αισθήσεις μας (όπως την όραση), νοείται ως πλάνη εξ αιτίας αυτών των αισθήσεων. Η πολλαπλότητα είναι άμεσα ορατή, αλλά όχι ένα θέαμα απο το οποίο συνάγει κανείς ορθά συμπεράσματα για την πηγή αυτής της ποικιλομορφίας (ένα επιχείρημα πολύ κοντινό στην κεντρική διακύρυξη της φιλοσοφίας του Ηρακλείτου, ο οποίος άλλωστε ήταν κατά μισό αιώνα αρχαιότερος των πρώτων Ελεατών).

Σχηματικά, ο Δημόκριτος θα επιχειρούσε να φέρει ένα τέλος σε μια τέτοια ακολουθία και τις αντίστοιχες της, στο σημείο που θα νοούταν ως άτομο, δηλαδή το τελευταίο, ελάχιστο, αδιαίρετο εξ ορισμού της στοιχείο. Αντίθετα ο Ζήνωνας, ο Παρμενίδης και ο Μέλισσος ο Σάμιος (ο έσχατος των Ελεατών) αρνούνταν πως υπάρχει ένα τέτοιο σημείο. Γι αυτό και δεν υπάρχει, ακολούθως, ούτε κάτι άλλο σε μια ακολουθία (η διάκριση σε επιμέρους στοιχεία νοούταν από τους Ελεάτες ως πλανεμένη), μα όλα τα υποτιθέμενα τμήματά της είναι αδιαχώριστα σε μια Ενότητα, καθαυτή άπειρη. Θα μπορούσε κανείς, συνοψίζοντας όλα αυτά, να υποστηρίξει πως κατά τους Ελεάτες η ίδια η ενασχόληση με μια τέτοια ακολουθία ήταν ήδη μέρος της πλάνης, και οδηγούσε σε άλλους δρόμους, διακλαδιζόμενους, όμως όχι τους σωστούς, στις λεγόμενες δοξασίες, λάθη που προκύπτουν από εγγενείς ατέλειες του ανθρώπινου νου, ή και απο την επιρροή των αισθήσεων.

 

 

Συναφή μαθηματικά σχήματα:

 

  • Υπολογισμοί ορίων από τον Αρχιμήδη, με βάση τις παρατηρήσεις του για το υπομόχλιο και τα σημεία ισορροπίας σωμάτων κατά μήκος ενός μοχλού (καθώς έγινε πολύ σύντομα μια αναφορά στην επινόηση από την πλευρά του, τον τρίτο αιώνα προ Χριστού, μιας πρώτης μαθηματικής μεθόδου υπολογισμού άπειρων συνόλων που τείνουν σε κάτι πεπερασμένο, και το ακόλουθο σχήμα περιγράφει ακριβώς ένα παράδειγμά της χρήσης της από τον ίδιο τον Αρχιμήδη) :

 

  • Παράδειγμα ακολουθίας άπειρων στοιχείων, που συγκλίνει σε ένα συγκεκριμένο, πεπερασμένο όριο (σε αυτή την περίπτωση το 1, από την πρόσθεση του 1/2 με το 1/4, μετά το 1/8, έπειτα το 1/16 και ούτω καθεξής) :

 

Διαβάστε το πρώτο μέρος των κειμένων εδώ.

 

Συνεχίζεται...

 

_

γράφει ο Κυριάκος Χαλκόπουλος

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Κερδίστε το!

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!