Select Page

Κείμενα για την αρχαία ελληνική φιλοσοφία. Μέρος 4ο

Κείμενα για την αρχαία ελληνική φιλοσοφία. Μέρος 4ο

 

Οι προσωκρατικοί φιλόσοφοι (Οι διακλαδώσεις στην πορεία της Ελληνικής σκέψης ως τον ερχομό της στην Αθήνα).

 

 

4α. Πρωταγόρας

 

Ο Πρωταγόρας θεωρείται ως ο κυριότερος από τους σοφιστές, οι οποίοι ήταν δάσκαλοι σε μια σειρά από θέματα που αφορούσαν τη ρητορεία, τη λογική σκέψη, τη χρήση ακριβούς ορολογίας (τη λεγόμενη Ορθοέπεια), την πολιτική συμπεριφορά ως μέσο εξασφάλισης μιας ωφέλιμης ζωής, αλλά και ζητήματα της φιλοσοφίας των παλιότερων προσωκρατικών, καθώς και των μαθηματικών. Δεν ήταν αποσπασμένοι όπως οι παιδαγωγοί στα σπίτια οικογενειών, αλλά παρουσίαζαν σε ένα κοινό επί πληρωμή τους λόγους τους.

Μαζί με τον Αναξαγόρα που έφτασε από την Ιωνία στην Αθήνα την ίδια περίοδο, οι σοφιστές για πρώτη φορά μεταφέρουν το κέντρο της φιλοσοφικής σκέψης σε αυτή την πόλη, ενώ τους προηγούμενους δυόμιση αιώνες βρισκόταν στα άκρα του ελληνικού κόσμου, είτε στην Ιωνία είτε στις αποικίες της Ιταλίας. Κατά τον Ρωμαίο συγγραφέα Αύλο Γέλλιο, που έζησε το δεύτερο αιώνα μετά Χριστόν, ο Πρωταγόρας αρχικά εργαζόταν ως αχθοφόρος στα Άβδηρα, ώσπου ο Δημόκριτος τον επέλεξε ως μαθητή του. Η σύνδεσή του με τις απόψεις του Δημοκρίτου μπορεί να υποστηριχτεί πως προκύπτει από την ύψιστη σημασία που ισχυριζόταν πως έχει το ανθρώπινο σύστημα της σκέψης όσον αφορά την προσπάθεια να διακρίνει κανείς την έννοια της αλήθειας στον κόσμο των φαινομένων. Ο Δημόκριτος έθεσε ένα όριο στην Ελεατική ιδέα για μια ατέλειωτη διαίρεση του υλικού κόσμου και των ιδιοτήτων του, με την έννοια του Ατόμου, ενώ ο Πρωταγόρας παρουσίασε ένα ίσως αρκετά αντίστοιχο όριο με τον ισχυρισμό πως ο ίδιος ο άνθρωπος είναι το μέτρο όσων υπάρχουν και όσων δεν υπάρχουν (άλλωστε οι Ελεάτες είχαν υποστηρίξει πως ό,τι υπάρχει καθορίζεται από το σφαιρικό και ακατανόητο θεό, ενώ ό,τι δεν υπάρχει όντως δεν υπάρχει και οφείλεται στις ανθρώπινες λανθασμένες δοξασίες μια ενασχόληση για έννοιες που δεν υπάρχουν αληθινά). Αντίθετα ο Πρωταγόρας, αναστρέφοντας το μυστικό όριο μιας άγνωστης οπτικής γωνίας ενός θεού, τοποθέτησε ένα πιο σαφές όριο στη γνωστή οπτική γωνία της λογικής του ανθρώπου, όχι δηλαδή τις αντιδιαστελλόμενες μεταξύ τους οπτικές γωνίες των ανθρώπων για μια μεγάλη σειρά από ζητήματα αλλά μια δομική ομοιότητα της ανθρώπινης σκέψης που δεν αλλοιώνεται από άνθρωπο σε άνθρωπο, όπως αυτή προκύπτει στην αναγνώριση γεωμετρικών σχημάτων (παρά τις άπειρες διαφορές στη διανοητική ζωή ανάμεσα σε δύο ανθρώπους θα συνεχίζουν να αναγνωρίζουν ένα σαφές και γνωστό σχήμα, όπως ένα τρίγωνο ή έναν κύκλο, ή κάθε άλλο γνώριμο και ορισμένο σύνολο οικείων μορφών, και δε θα παρατηρηθεί η εκτίμηση ο ένας να θεωρεί πως βλέπει ένα τρίγωνο, ενώ ο άλλος ένα τετράγωνο ή κάτι διαφορετικό).

 

Σύγκριση ανάμεσα στη ρήση του Πρωταγόρα και τη θεωρία του Πλάτωνα

 

Στην Πολιτεία ο Πλάτωνας παρουσιάζει το Σωκράτη να περιγράφει ένα σχήμα με το οποίο χωρίζεται η πραγματικότητα σε δύο κύρια επίπεδα, ένα που άμεσα απορρέει από μια ύψιστη πηγή (το αποκαλούμενο Αγαθό), και το χαμηλότερο επίπεδο, που αποτελεί τον κύριο χώρο των φαινομένων του κόσμου. Στην αλληγορία του σπηλαίου με τους δεσμώτες ο άνθρωπος τοποθετείται στο εσωτερικό του σπηλαίου, όπου είναι αναγκασμένος να αντιλαμβάνεται παραπλανητικά τις μορφές, είτε καθώς είναι δεσμώτης και βλέπει μόνο σκιές σε ένα τοίχο, είτε διότι παραμένει στο σπήλαιο και δεν έχει κατά νου το φυσικό φως έξω από αυτό.

Ωστόσο η θεωρία των Ιδεών, στην κορυφή των οποίων βρίσκεται το ασαφές Αγαθό (όχι ίσως κύρια διαφορετικό από το θεό των Ελεατών, καθώς είναι καθαυτό ασαφές και πέρα από οτιδήποτε μπορεί να φταστεί, όπως- σύμφωνα με ένα συναφή σωκρατικό παραλληλισμό- κανείς γίνεται να βλέπει με το ισχυρό φως του Ήλιου αλλά δε μπορεί να φτάσει στον ίδιο τον Ήλιο) για άλλη μια φορά απομακρύνει τον άνθρωπο από τους χώρους όπου τοποθετείται η Αλήθεια, και τον περικυκλώνει με δοξασίες. Μπορεί να συλλογιστεί ως και τα “Αρχέτυπα”, δηλαδή τις ιδέες των άυλων (νοητικών) και υλικών αντικειμένων, όμως πέρα από αυτά βρίσκεται κάτι ανάλογο με το Άπειρο του Αναξίμανδρου, ή την προαναφερθείσα Σφαίρα του Ξενοφάνη και του Παρμενίδη.

Αντίθετα ο Πρωταγόρας δεν ορίζει μια ακολουθία με βάση μια μακρινή και αβέβαιη κορυφή, μα την οπτική γωνία που δημιουργεί το κοινό ανθρώπινο σύστημα της σκέψης, μια έννοια που άλλωστε χρησιμοποιεί και ο Πλάτωνας για να υποστηρίξει πως οι Ιδέες γίνονται πανανθρώπινα αντιληπτές στις μορφές που παίρνουν ακριβώς λόγω μιας σχέσης των σταθερών ανθρώπινων εννοιών (όπως το παράδειγμα για τη γνώση της μορφής ενός τριγώνου), αλλά δεν αποδίδει αυτή την κρίσιμη ομοιότητα στον ανθρώπινο τρόπο σκέψης σε κάποια σύνδεση του ανθρώπου με το Αγαθό. Ο Πλάτωνας ισχυρίζεται πως ο άνθρωπος μιμείται το Αγαθό (με λιγότερες, φυσικά, δυνατότητες), ενώ ο Πρωταγόρας πως η ανθρώπινη σκέψη δεν έχει μια σαφή καταβολή που δεν εντοπίζεται στον ίδιο τον άνθρωπο.

Μπορεί να ειπωθεί πως η πιο σημαντική διαφορά στις απόψεις αυτές είναι πως ο Πρωταγόρας θέτει ως κέντρο της αναζήτησης της αλήθειας την οπτική γωνία του ανθρώπου, κάτι που οδηγεί και στη γνώμη πως αυτή η αναζήτηση ίσως να μην αποτελεί κάτι που υπερβαίνει ό,τι οι Ελεάτες (αλλά και ο Ηράκλειτος) ονόμασαν ως “δοξασία”, δηλαδή γνώμες που δεν πλησιάζουν ποτέ κάτι πραγματικό, μα είναι από τη φύση τους ευνοϊκές στην ανάπτυξη από τους ανθρώπους. Αντίθετα στη θεωρία των Ιδεών ο άνθρωπος αποτελεί εξ αρχής κάτι μακρινό από το χώρο της αλήθειας, και ενωμένο με νήματα με τους χώρους του φωτός έξω από το σπήλαιο, και διατηρεί την ελπίδα πως θα πετύχει να εξετάζει μεθοδικά ως και τις Ιδέες, μα το ίδιο το Αγαθό παραμένει για εκείνον όπως ο Ήλιος που ο ίδιος ο Σωκράτης σημείωνε μεταφορικά ότι είναι επικίνδυνο κανείς να προσπαθεί να τον δει δίχως να κοιτάζει το είδωλό του σε μια άλλη επιφάνεια, όπως του νερού, συμπληρώνοντας πως εκείνος επέλεξε τη νόηση ως μια τέτοια επιφάνεια για να εξετάσει από απόσταση το φως πέρα από τις Ιδέες, στη θεωρία που περιγράφει ο Πλάτωνας.

 

4β.Αναξαγόρας

 

Δύο από τα ρητά του Αναξαγόρα από τις Κλαζομενές αναφέρονται στην κεντρική για εκείνον έννοια του Νου (Πάντα χρήματα ην ομού. Είτα ο νους ελθών αυτά διεκόσμησε. Λέων μεν όνυξι κρατεί, κέρασι δε βούς, άνθρωπος δε νώ). Στο πρώτο ισχυρίζεται πως πριν τη χρήση του νου όλα τα αντικείμενα ήταν όμοια (μια άποψη που θα μπορούσε να συνδυαστεί με εκείνη κατά την οποία όλα τα αντικείμενα είναι φαινομενικά μόνο διαχωρισμένα, ενώ στην πραγματικότητα αποτελούν μια ενότητα, όπως παρουσιάζει στο ποίημα του Περί Φύσεως ο Παρμενίδης). Όμως ενώ πρώτα ήταν όμοια, κατά τον Αναξαγόρα ο νους τα διαχώρισε, και αυτό μπορεί να έχει μια σειρά από σημασίες (για παράδειγμα μπορεί να συνδεθεί με τη θεώρηση της ανθρώπινης σκέψης ως του κέντρου για την εξέταση των φαινομένων, δίχως παραπομπές σε μακρινές αρχές που δεν είναι υπαρκτές στον ανθρώπινο Νου). Στο άλλο γνωμικό ακριβώς παρουσιάζει τη δύναμη του ανθρώπου ως την ίδια του τη σκέψη, σε αντίθεση με τα σωματικά όπλα των θηρίων όπως του λιονταριού με τα νύχια του και των κερασφόρων βοοειδών.

Ο Αναξαγόρας συνδέθηκε κύρια με την αστρονομία, ίσως με αφορμή την πτώση ενός μετεωρίτη στην Θράκη λίγα χρόνια πριν τον ερχομό του στην Αθήνα (μετά τις νίκες των Αθηναίων στην Ιωνία και την Παμφυλία -ενάντια στους Πέρσες- οι οποίες εξασφάλισαν τη Δηλιακή συμμαχία και τις πόλεις της Ιωνίας που κυρίως είχαν ιδρυθεί ως δικές τους αποικίες τρεις αιώνες πριν). (Σχετικά με εκείνο το φαινόμενο, που αναφέρεται και από τον Αριστοτέλη, την πτώση ενός μετεωρίτη λίγο βόρεια από τους Αιγός Ποταμούς στη Θράκη, γύρω στο 465 προ Χριστού, μπορεί να αναφερθεί πως πιθανολογείται ότι ο κομήτης που πέρασε πιο κοντά από τον Ήλιο εκείνη την περίοδο με συνέπεια ένα μέρος του να αποκοπεί και να πέσει ως μετεωρίτης ήταν ο ίδιος που συνέχισε την ελλειπτική του τροχιά και ως τις δικές μας μέρες, ο ίδιος που καταγράφεται στην Ταπισερί της Μπαγιώ με αφορμή τη μάχη του Hastings, το 1066 ανάμεσα στους Νορμανδούς και τους Άγγλους, και πολύ αργότερα του δόθηκε το όνομα του αστρονόμου Halley, το δέκατο όγδοο αιώνα).

Η θέση πως η Σελήνη είναι ετερόφωτη (αντανακλά το φως του Ήλιου που έχει δύσει) και ότι ο Ήλιος αποτελεί μια μεγάλη πύρινη σφαίρα που η θερμότητα της είναι γιγαντιαία μα φτάνει πολύ εξασθενημένη στη Γη λόγω της αχανούς απόστασης του από αυτήν, είναι δύο άλλοι από τους αστρονομικούς του ισχυρισμούς.

Όμως η θεώρηση του για το Νου αποτελεί την πιο επιβλητική του κρίση, καθώς η θεωρία του για τα υλικά φαινόμενα συνδέεται κατά τα άλλα κύρια με τον Παρμενίδη, αφού θεωρεί πως το πλήθος των διακριτών ειδών τους είναι άπειρο, και επιπρόσθετα πως είναι άπειρες και οι διαιρέσεις τους- δηλαδή δε φτάνουν ποτέ σε κάτι το άτομο- αν και αναφέρεται σε διαφορετικές διαιρέσεις ανάμεσα στα μέρη που είναι ομοιογενή – τις Ομοιομέρειες- τα οποία διαιρούνται σε όμοια τους, ενώ κάθε τι μεγαλύτερο αποτελείται από τη σύνθεση και τη διάκριση πολλών ομοιομερειών, ή ίσως και όλων αλλά σε διαφορετικούς βαθμούς και με κάποια κύρια που το προσδιορίζει. Μα ο Νους παρουσιάζεται από τον Αναξαγόρα ως το μοναδικό στοιχείο που δε συνδυάζεται με τα άλλα, είναι καθαυτός άπειρος αλλά ποτέ δεν αποτελεί μέρος συνθέσεων και ποτέ δε δημιουργείται από τη συμμετοχή του κάτι άλλο από Νου. Έτσι η ίδια η έννοια αυτή βρίσκεται όχι απλά έξω από κάθε άλλη έννοια ή φαινόμενο, μα είναι και η μοναδική που τα ξεχωρίζει (μια άποψη που ίσως να έχει τη πιο σκοτεινή σημασία πως πριν το νου δεν υπήρχε διάκριση υπό μια υλική έννοια, αλλά ίσως και την πιο κοντινή στον Πρωταγόρα σημασία ότι δίχως το νου – του ανθρώπου επιπρόσθετα – δεν υφίσταται μια εξέταση των φαινομένων και συνεπώς εξ ορισμού η αναζήτηση μιας αλήθειας πρέπει να προσδιοριστεί ως μια με τη μοναδική ανθρώπινη νοητική ικανότητα, τη δική μας οπτική γωνία, σε όσα μοιάζει πως είναι κοινή σε όλους (όπως στα παραδείγματα των φιλοσόφων για αναγνωρίσιμες έννοιες των μαθηματικών). Αυτή η κρίση εξακολουθεί να βρίσκεται στον πυρήνα των θεωριών που συνδέονται με τον 'Ιδεαλισμό', η κρίση, δηλαδή, πως ο ανθρώπινος μελετητής των φαινομένων είναι χωρισμένος από τη δική τους 'πραγματικότητα', εξ αιτίας του ανθρώπινου νοητικού συστήματος που τα καθορίζει σε κάτι αντιληπτό στα πλαίσια αυτού του μοναδικού και συγκεκριμένου συστήματος. Η θεώρηση αυτή επεκτείνεται κυρίως στη γνώμη ότι συνεπώς όλες οι ανθρώπινες σκέψεις επιστρέφουν σε μια αυτοπαρατήρηση, σε μια έρευνα του ίδιου του ανθρώπινου τρόπου σκέψεις, ακόμα και όταν η επιδίωξη είναι η μελέτη εξωτερικών φαινομένων, αντικειμένων, ή μαθηματικών εννοιών.

 

___

Κύριες πηγές στήριξης της εισαγωγικής παρουσίασης των προσωκρατικών φιλοσόφων

 

-Διογένης Λαέρτιος (3ος αιώνας μ. Χ). Βίοι Φιλοσόφων (Βίοι και γνώμαι των εν φιλοσοφία ευδοκιμησάντων και των εκάστη αιρέσει αρεσκόντων εν επιτόμω συναγωγή).

 

-Αριστοτέλης (4ος αιώνας π. Χ). Από έναν αριθμό έργων με διακριτά θέματα, κρίσεις για το Θαλή, το Δημόκριτο, για τις ομοιομέρειες κατά τον Αναξαγόρα, τους Ελεάτες και τη διαλεκτική, και άλλα αντικείμενα που παρουσιάστηκαν εν συντομία).

 

-Σιμπλίκιος (6ος αιώνας μ. Χ). Σχόλια σε έργα του Αριστοτέλη και του Επίκτητου).

 

-Πλάτωνας (4ος αιώνας π. Χ). Διάλογοι όπως του Θεαίτητου, του Πρωταγόρα, του Παρμενίδη, την Πολιτεία).

 

-Ηρόδοτος (5ος αιώνας π. Χ). Αναφορές στην Ιστορία του για τον Πυθαγόρα, το Θαλή και τον Αναξίμανδρο).

 

___

Διαβάστε το πρώτο μέρος των κειμένων εδώ, το δεύτερο εδώ και το τρίτο εδώ.

 

_

γράφει ο Κυριάκος Χαλκόπουλος

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ερωτηματολόγιο 2017

Βοηθήστε μας να γίνουμε καλύτεροι!

Εγγραφείτε στο newsletter

Έλληνες εκδότες

Έλληνες εκδότες

Υποβολή συμμετοχής!

Ακολουθήστε μας!

Ακόλουθοι

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!