Με τις κεραίες ανοιχτές
του κόσμου τα μαντάτα
τα αιχμαλωτίζω μονομιάς
τ’ αστραποβόλια, τις κραυγές
αυτών που δυστυχούνε
το κλάμα των μικρών παιδιών
στοιχειώνει στ’ όνειρό μου
 Δεν έχουν δεύτερη φωνή
έχουν θεό πατέρα
η φύση δεν τ’ αδίκησε
τ’ αδίκησε ο κόσμος
Της πλάσης τα αδύναμα
συμμάχους μου τα κάνω
και πάνω στην καμπούρα τους
χαράζω τ’ όνομά σου
της Θέμιδας ω κόρη εσύ
τρόμαξε τους τυράννους
και γύμνωσε το καύκαλο
του ελεεινού κορμιού τους
Κι άμα φανεί η γύμνια τους
θα λάμψει η ασχήμια
χιλιάδες φίλοι τρωκτικά
τ’ ανάθεμα θα ρίχνουν
πάνω στην κρύα πέτρα τους
που θα ‘χουν πανωσκέπη.
Κι αν κατακάτσει ο κουρνιαχτός
κι αφού παγώσει το αίμα
και γίνει ο θρήνος παίνεμα
αδικοσκοτωμένων
τότε θ’ απλωθεί το φως
και κάθε μια κοιλάδα
της χώρας της πολύπαθης
για σε θ’ αντιλαλήσει!

 

_

γράφει η Πολυξένη Βακιρλή