a10

Τα χέρια της ιδρώνουν. Τα σκουπίζει βιαστικά πάνω στο παλτό της. Μεσάνυχτα και κάτι. Ο δρόμος γεμάτος από κόσμο στα στενά. Παρέες που πίνουν μπύρες και τραγουδάνε και κάποιοι άλλοι μοναχικοί που τρώνε στα γύρω φαστφουντάδικα χαζεύοντας. Μια πόλη ντυμένη με το καθημερινό της ξενύχτι. Το βήμα της ολοένα και αγριεύει. Προχωρά ξεκουμπώνοντας το παλτό της, τινάζοντας τα μαλλιά της και σκουπίζοντας το μέτωπό της από τον ιδρώτα. Τα μάγουλά της έχουνε ανάψει μες το καταχείμωνο. Δυο τρεις άντρες την κορτάρουνε λίγο πιο πέρα, καθώς περνά ανάμεσα στα τραπέζια ενός μπαρ κι εκείνη περνά χωρίς να κοιτάζει, με μια αδιαφορία που ενοχλεί. Οι κινήσεις της όλες δηλώνουν εξάλλου πως δεν υπάρχει χρόνος για οτιδήποτε άλλο. Σα να τον έχει ήδη χαρίσει.

Τα χέρια του ιδρώνουν. Τα σκουπίζει βιαστικά πάνω στο παλτό του. Δεν λογάριαζε ποτέ μια τέτοια έξαψη. Ασυνήθιστα προχωρά σε μέρη που έχει σχεδόν γεννηθεί. Μεσάνυχτα και κάτι. Ο δρόμος όπως πάντα γεμάτος από κόσμο στα στενά. Σήμερα δεν τους χαζεύει, δεν τους ζητά σαν εναλλακτική. Προχωρά. Με ένα βήμα διαφορετικό. Με μια ανάσα άλλη. Δανεική. Από τα τζάμια στις βιτρίνες το είδωλό του ένα άλλο. Σφίγγει το παλτό του και τυλίγει το κασκόλ στο λαιμό χωρίς να κρυώνει. Από αμηχανία βουτά τα χέρια του στις τσέπες του παλτού του σα να μην έχει ιδέα τι άλλο μπορεί να κάνει με δαύτα. Προχωρά κοιτάζοντας με αγωνία μπροστά του, με ένα διστακτικό βήμα που δε μπορεί να κατανοήσει. «Από κάπου ξέπεσε μια ντροπή σαν αθωότητα κι εγώ που περνούσα την έφαγα στο κεφάλι. Δεν εξηγείται αλλιώς», σκέφτεται και γελά σχεδόν κυνικά.

Ο ήχος από τα τακούνια της, κάνουν τα περιστέρια που είχανε προσγειωθεί για λίγα ψίχουλα από τις βραδινές επιδρομές των ξενύχτηδων να πετάξουν ψηλά. Μια σπίθα βλέμμα ρίχνει μπροστά της. Μια φωτιά απέναντί της καίει. Μια εικόνα σαν όαση την καλεί. Μια ιστορία που δεν έχει γραφτεί και που διψά να τη γράψει. Στα χέρια της τα δάχτυλα ήδη κουνιούνται σα να χορεύουν σε γραφομηχανή. Διάλογοι, μονόλογοι και περιγραφές έχουνε ήδη γεμίσει σελίδες και σελίδες. Ακίνητη ολοκληρώνει το καλύτερο κεφάλαιο του πολλά υποσχόμενου βιβλίου της.

Είδε ένα σμήνος από περιστέρια να πετούν. Ανάμεσά τους, μια θύελλα. Σίγουρα θύελλα. Πώς αλλιώς να την ονόμαζε έτσι όπως την είδε να ξεπροβάλλει. Περπατούσε και το σώμα της κάπνιζε. Τα πόδια της με σταθερό βηματισμό τον πλησιάζαν αδίστακτα. Σχεδόν στρατιωτικά. Ταγμένο περπάτημα στη νύχτα. Όπως και το τηλέφωνό της. «Σήμερα. Λίγο μετά τα μεσάνυχτα. Στην πλατεία». Δεν πρόλαβε να της απαντήσει. Σηκώθηκε και ντύθηκε. Τι ντύθηκε. Ένα παλτό έβαλε. Λίγο νερό στο πρόσωπο. Και μια ανάσα δανεική. Άνοιξε την πόρτα και έβαλε το χέρι στην καρδιά. «Σαν έμφραγμα μοιάζει», είπε και χαμογέλασε όπως ποτέ. Με ένα δυνατό θόρυβο έκλεισε και προχώρησε στο δρόμο. Χωρίς όνειρο και προσδοκία. Μονάχα με ένα σήμερα στα αυτιά. Από εκείνα που φοριούνται ξεδιάντροπα και αχόρταγα στο σώμα. Κι ύστερα αν είσαι από εκείνους τους τυχερούς φοριούνται και στην καρδιά σου.

Στην πλατεία οι ήχοι σώπασαν. Μουσικές, γέλια, μεθυσμένα τραγούδια, ποτήρια και ήχοι από μεταλλικές καρέκλες που σέρνονταν είχανε σταματήσει. Η πόλη είχε στήσει αυτί. Αδιάκριτο το βλέμμα της πάνω σε αυτή τη συνάντηση. Σα να μην είχε δει ποτέ της κάτι τέτοιο. Σα να ήξερε πως δε θα ξαναδεί ποτέ κάτι τέτοιο.

Με τα μάτια τους καρφωμένα ο ένας πάνω στον άλλον πλησιάζαν πλέον με εκατοστά… χιλιοστά. Πρόσωπα σχεδόν ενωμένα. Χέρια ήδη δοσμένα. Μια χαρτογράφηση που έχει ήδη γίνει καιρό πριν κεντά μια τολμηρή οικειότητα. Ανάσες ήδη μπλεγμένες. Ένα βήμα μόνο αρκούσε πια για έναν επίγειο Παράδεισο. Ή έστω ένα κρεβάτι.

-Φοβάσαι;
-Όχι

-Μετάνιωσες;
-Όχι
-Πού θα πάμε;
-Παντού…

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!