Κλαίρη Θεοδώρου: ‘‘Εραστές του φωτός’’

11.11.2020

σχόλια

 

‘‘Στη ζωή υπάρχουν λάθη, όμως υπάρχουν και σωστά.

Και δε θα πληρώσει τώρα ένα σωστό όλα τα λάθη…’’

 

Κλαίρη Θεοδώρου 

‘‘Εραστές του φωτός’’

 

Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ

 

γράφει ο Άγγελος Πετρουλάκης

Ένα βιβλίο καλογραμμένο, αλλά και χρήσιμο. Ιδιαίτερα για αναγνώστες νεότερους, αλλά και αναγνώστες που δεν έχουν και καλή σχέση με την ιστορία τής Τέχνης στην Ελλάδα και, πιο συγκεκριμένα, με την πορεία τής τέχνης τής Φωτογραφίας.

Ένα βιβλίο που ακολουθεί την τεχνική των παράλληλων αφηγήσεων, με δέκα επτά κεφάλαια αφήγησης σε πρώτο πρόσωπο και κεντρικό πρόσωπο/άξονα μια νεαρή γυναίκα, την Ελληνόπη, και έντεκα κεφάλαια αφήγησης σε γ΄ πρόσωπο με την συγγραφέα να ξετυλίγει την ζωή μιας διάσημης Ελληνίδας, της οποίας όμως, την πραγματική ταυτότητα αποκαλύπτει στο «σημείωμά» της, εκτός μυθιστορίας, στο τέλος τού βιβλίου. Επίσης, υπάρχουν ακόμα και τρία υποκεφάλαια, που είναι μεταφορές εγγραφής στο προσωπικό ημερολόγιο αυτής της διάσημης Ελληνίδας, που στο μυθιστόρημα εμφανίζεται με το όνομα Αλεξάνδρα / Άλμα (το καλλιτεχνικό της).

Οι δυο αφηγήσεις, αυτή σε α΄ πρόσωπο κι εκείνη σε γ΄ πρόσωπο θα μπορούσαν να αποτελέσουν διαφορετικά μυθιστορήματα, αφηγούμενα την ζωή δυο γυναικών, που έζησαν σε διαφορετικές εποχές και σχεδόν τυχαία συναντήθηκαν όταν η μια (Αλεξάνδρα / Άλμα), βάδιζε στο τέλος τής ζωής της, έχοντας ολοκληρώσει την θαυμαστή και διάσημη πορεία της, ενώ η άλλη (Ελληνόπη), νεαρότατη, επιχειρούσε να ξεκινήσει μια καινούργια πορεία, συμμαζεύοντας τα κομμάτια τής ήδη σμπαραλιασμένης ζωής της.

Η αλληλοδιαδοχή τών κεφαλαίων δίνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην ροή τής μυθοπλασίας.

Η αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο, που αφορά την ζωή τής νεαρής Ελληνόπης, είναι μια ιστορία ανεκπλήρωτων ερώτων, καθώς το πρόσωπο που κινείται στους προθαλάμους τής ζωής ανακαλύπτει τον έρωτα σε λανθασμένες επιλογές, με αυτοκαταστροφικά αποτελέσματα.

Ο πρώτος της έρωτας, είναι κατ’ ουσίαν αυτοκτονικός. Τυφλωμένη από τον θαυμασμό για έναν καθηγητή της, γίνεται υποχείριό του και λειτουργεί με πλήρη απουσία της δικής της βούλησης. Ακόμα και όταν εξευτελίζεται πλήρως:

«Τον ακολούθησα χωρίς να πω λέξη, ούτε καν όταν με έσπρωξε χασκογελώντας μέσα στο μπάνιο, κλείνοντας παράλληλα την πόρτα πίσω του. Κατάλαβα τι ήθελε, και παρά την πικρή γεύση που είχε ανεβεί απρόσκλητη από το στομάχι μου στο στόμα, προσπάθησα να νεκρώσω το μυαλό μου και να τον αγκαλιάσω. Τράβηξε τα χέρια μου από πάνω του και με μια απότομη κίνηση με γύρισε πλάτη, αναγκάζοντάς με να στηριχθώ πάνω στον νιπτήρα και με τα δυο χέρια για να μην πέσω. Μου σήκωσε το φόρεμα ψηλά και έσκισε βίαια το εσώρουχό μου. Μπήκε μέσα μου με τόση ορμή που σχεδόν ούρλιαξα από την έκπληξη και τον πόνο. Ούτε ένα λεπτό δεν κράτησε η όλη διαδικασία, τραβήχτηκε ξαφνικά προς τα πίσω, μουγκρίζοντας από ηδονή σαν θηρίο. Τον άκουσα να κόβει λίγο χαρτί τουαλέτας πίσω μου, να σκουπίζεται, να κουμπώνεται και να τραβά το καζανάκι, λίγο πριν ανοίξει την πόρτα και εξαφανιστεί…»

Η Ελληνόπη, εξευτελισμένη και κατακερματισμένη από μια έκτρωση, θα επιστρέψει στο χωριό της, στην Μικρή Μαντίνεια της Μεσσηνίας.

Η απόπειρα για ένα νέο ξεκίνημα, την οδηγεί σ’ έναν γάμο με έναν σχιζοφρενή νέο, και σ’ ένα γρήγορο διαζύγιο. Η κοινωνική ντροπή και τα τόσα αδιέξοδα που προκύπτουν, θα την αναγκάσουν να δραπετεύσει στην Αθήνα, όπου έρχεται ενώπιον μιας γηραιάς κυρίας, αιτώντας απ’ αυτήν εργασία.

Στο σημείο εκείνο εισέρχεται η αφήγηση σε γ΄ πρόσωπο, που όπως, στην συνέχεια, αποκαλύπτεται, στοχεύει στην παρουσίαση της ζωής τής γηραιάς κυρίας. Ποια είναι, λοιπόν, η γηραιά αυτή κυρία (Γερακάρη – το μυθιστορηματικό της επώνυμο), που ζει σ’ ένα σύμπαν αρκετά διαφορετικό απ’ αυτό πολλών ανθρώπων.

Έντεχνα, η συγγραφέας, ξεκινά την αφήγησή της από τον τόπο καταγωγής της, το Αϊδίνι τής Μ. Ασίας, και την οικογένειά της (Ευάγγελου και Λευκοθέας Μακρόγλου), δίνοντας μια γοητευτική περιγραφή τής ζωής τών Ελλήνων, πριν την Μικρασιατική καταστροφή, αλλά και περιγράφοντας με λεπτομέρειες την φρίκη που βίωσαν οι Έλληνες του Αϊδινίου όταν αντιμετώπισαν τις τουρκικές βιαιότητες.

Η οικογένεια Μακρόγλου εγκαθίσταται στην Αθήνα, ενώ η κόρη Αλεξάνδρα στην Δρέσδη για σπουδές. Εκεί, κατά την μυθοπλασία, εντοπίζεται μια παράλληλη πορεία συναισθημάτων. Η νεαρή Αλεξάνδρα θα ερωτευθεί ένα καθηγητή της στην φωτογραφία. Είναι ο διάσημος για την εποχή του Ούγκο Έρφουρτ. Κοντά του θα ζήσει εκτός από την μύησή της στην φωτογραφία, έναν ανεκπλήρωτο έρωτα, αφού εκείνος την αντιμετωπίζει αυστηρά ως μαθήτρια και μόνο. Συνεχίζει τις σπουδές της δίπλα στον επίσης διάσημο φωτογράφο, τον Φραντς Φίλντερ.

Οι σελίδες αυτές, κρούουν το καμπανάκι σε όποιον έχει ενδιαφέροντα για τον χώρο τής Φωτογραφίας. Για τον μυημένο, η αποκάλυψη είναι άμεση. Μια είναι η Ελληνίδα από το Αϊδίνι, που την εποχή τού Μεσοπολέμου σπουδάζει δίπλα σ’ αυτούς τους μεγάλους δασκάλους: Είναι η Έλλη Σουγιουλτζόγλου, η μετέπειτα διάσημη Nelly. Βέβαια, ο κοινός αναγνώστης πρέπει να φτάσει στο τέλος τού βιβλίου, στο «σημείωμα» της συγγραφέως για να το αντιληφθεί και ίσως να ψάξει να μάθει κάτι περισσότερο γι’ αυτήν την μεγάλη Ελληνίδα φωτογράφο, που τόλμησε να φωτογραφίσει γυμνή, στην Ακρόπολη, την Μόνα Πάεβα (Mona Paeva), πρώτη μπαλαρίνα της Opera Comique. Οι φωτογραφίες αυτές δόθηκαν στην δημοσιότητα το 1929, από την ίδια την Πάεβα, προκαλώντας μέγα σκάνδαλο στην αθηναϊκή κοινωνία τού Μεσοπολέμου. Την ίδια χρονιά, όμως, η Nelly, φωτογραφίζει επίσης στην Ακρόπολη, με μόνο ένδυμα ένα διάφανο πέπλο την Ουγγαρέζα χορεύτρια Nikolska. Πλέον, οι φωτογραφίες με την υπογραφή Nelly’s, στην Ελλάδα, αναδεικνύουν την Έλλη Σουγιουλτζόγλου, παντρεμένη με τον Άγγελο Σεραϊδάρη, ως την κορυφαία Ελληνίδα φωτογράφο. Ο δρόμος για την δόξα είναι διάπλατα ανοικτός.

Στο μυθιστόρημα, η Έλλη, εμφανίζεται ως Αλεξάνδρα και η υπογραφή της ως «Nelly’s» εμφανίζεται ως Άλμα, ενώ ο σύζυγός της Άγγελος Σεραϊδάρης, ως Αλέξης Γερακάρης.

Όμως, η συγγραφέας, δεν παραποιεί την πορεία της, παρά κινείται με προσοχή στα βήματα της ηρωίδας της, ανατέμνοντας με ιδιαίτερη ευαισθησία και την ψυχοσύνθεσή της. Έτσι την ακολουθούμε κι εμείς στο πρώτο της στούντιο στην οδό Ερμού της Αθήνας, στην φωτογράφιση των Ελλήνων προσφύγων τής Μικράς Ασίας, στην απαθανάτιση των Δελφικών Εορτών που οργανώνουν η Εύα Πάλμερ και ο Άγγελος Σικελιανός (1927 και 1930), στις περιπέτειές της στην Γερμανία τού Χίτλερ όταν θέλησε να καλύψει τους Ολυμπιακούς Αγώνες τού Βερολίνου, στην ζωή της στην Νέα Υόρκη, όπου έζησε 27 χρόνια, στην σχέση της με τον Ωνάση…

Μέσα από τις αφηγήσεις σε α΄ πρόσωπο της Ελληνόπης και τις τελευταίες δυο εγγραφές τής Ελληνόπης στο ημερολόγιο της Άλμα, φτάνουμε στα τελευταία χρόνια τής ζωής τής Άλμα (Έλλης – Nelly), που πέθανε, υπέργηρη,  στη Νέα Σμύρνη Αττικής, στις 17 Αυγούστου τού 1998 (κατά την μυθοπλασία στις 8/8/1998).

Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα ιδιαίτερα ελκυστικό, που προσφέρει πολλά στον αναγνώστη ο οποίος επιθυμεί να διαβάσει κάτι παραπάνω από μια απλή ιστορία…

Ακολουθήστε μας!

Οδηγός ιστοσελίδας

Κερδίστε το!

Αρχείο

Επιμέλεια άρθρου Κώστας Θερμογιάννης

Επιμέλεια άρθρου

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου