Κράτα τον παππού ζωντανό, της Ρούλας Κόζη

8.01.2015

 

 

Η οικογένεια Προσπαθοπούλου είναι μια τυπική αστική οικογένεια στην Αθήνα. Και όπως εύστοχα πλέον δηλώνει το επώνυμο, προσπαθούν να επιβιώσουν και αυτοί μέσα στην οικονομική κρίση. Ο Τιμολέων Προσπαθόπουλος, από τα μεγαλύτερα τζάκια της Αθήνας, είναι απόστρατος του ελληνικού πολεμικού ναυτικού με τον βαθμό του Ναυάρχου. Ψηλός, ευθυτενής και ολίγον… φαντασμένος. Για δύο πράγματα καυχιέται στη ζωή του. Για τον βαθμό αποστρατείας του, τον οποίο δεν χάνει ευκαιρία να αναφέρει με περίσσιο ζήλο συχνά στις συζητήσεις ακόμα και όταν το θέμα είναι εντελώς άσχετο, και για την καταγωγή του. Ποτέ δεν κατάλαβα πώς κατάφερνε πάντα να οδηγεί προς τα κει την κουβέντα.

«- Εμένα η οικογένειά μου είναι ντόπιοι Αθηναίοι πάππο προς πάππο!

- Γκάγκαροι δηλαδή.

- Ε, βέβαια, όχι σαν τους δικούς σου τους μπουρτζόβλαχους!», είναι η στιχομυθία που ακούγεται συχνά πυκνά όταν οι φίλοι του ξεκινούν να τον πειράζουν γι αυτά του τα κομπάσματα. Και η στολή του… αυτό και αν είναι θέμα! Ή μάλλον θέαμα! Τοποθετημένη σε γυάλινη προθήκη και σε περίοπτη θέση στο σαλόνι για να την βλέπουν όλοι. Έχει δώσει και αυστηρή εντολή. Κάθε δεκαπέντε ημέρες συντήρηση και γυάλισμα από τα γαλόνια ως και το τελευταίο χρυσό κουμπί. Μόνο το σπαθί απαγορεύει να αγγίζουν. Αυτό είναι δική του δουλειά και υποχρέωση, λέει. Κάθεται με τις ώρες και το γυαλίζει. Τρίβει και ξανατρίβει το μαλακό πανί πάνω στο μέταλλο. Το τείνει προς το φως να δει τη λαμπρότητά του. Και μετά στέκεται μπροστά στη στολή του και την καμαρώνει. Θυμάται τις ένδοξες μέρες και φουσκώνει σαν διάνος από καμάρι. Τον βλέπει και η Αρσινόη η γυναίκα του και κουνάει το κεφάλι της.

«Μα δε βαρέθηκες τόσα χρόνια χριστιανέ μου;», τον αποπαίρνει κάθε φορά.

«Εσύ τη δουλειά σου, Αρσινόη», της απαντάει χαϊδεύοντας το παχύ μουστάκι του χωρίς να πάρει το βλέμμα του από το τρόπαιό του.

Μπορεί σαν στρατιωτικός να τα έλεγε τσεκουράτα, όμως στον μοναχογιό του δεν περνούσαν αυτά. Ίδιοι σαν χαρακτήρες. Ξεροκέφαλοι και πεισματάρηδες. Έτσι όταν ο Αγαθάγγελος γνώρισε την σύζυγό του, ποιος είδε τον Τιμολέοντα και δεν τον φοβήθηκε. Μόλις έμαθε δε και για την καταγωγή της κοπέλας, κόντεψε να μείνει στον τόπο. Πού ακούστηκε ο γιος του Ναύαρχου Προσπαθόπουλου να πάρει γυναίκα από το Αχλαδοχώρι Σερρών;

«Τι δουλειά έχουμε εμείς με τους Ακανέδες;», έλεγε και ξανάλεγε. Το ίδιο όμως του έκανε. Ο Προσπαθόπουλος ο νεότερος ήταν τρελά ερωτευμένος και δεν άκουγε κουβέντα. Τον είχε μαγέψει η Σερραία. Όχι πως ήταν κάτι σπουδαίο. Είχε δίκιο ο Ναύαρχος. Ένα σαχλοκούδουνο ήταν που σαν σκοπό είχε να τυλίξει κάποιον ευκατάστατο για να φτιάξει τη ζωούλα της. Και το πέτυχε. Και τι δεν έκανε για να τον μεταπείσει να ματαιώσει αυτόν τον γάμο. Ακόμα και ότι θα τον αποκληρώσει τον απείλησε. Τίποτα. Ο γάμος έγινε και η Πανσούλα έγινε κυρία Προσπαθοπούλου με δόξα και τιμή. Ύστερα έφτιαξαν και το μαγαζί. Μπουτίκ ρούχων στην πλατεία του Κολωνακίου, παρακαλώ, για την κοκόνα του. Τόσο είχε αποχαυνωθεί ο φουκαράς. Πάει ο αψύς και πεισματάρης Αγαθάγγελος. Ένα βλέμμα της Πανσούλας και γινόταν χαλί. Τα ‘βλεπε αυτά ο Ναύαρχος και του ανέβαινε η πίεση στα ύψη. Με τον ερχομό όμως του διαδόχου και την επιμονή της Πανσούλας να τον ονομάσουν Τιμολέοντα, άρχισε να την βλέπει με άλλο μάτι. Τα χρόνια πέρασαν γρήγορα. Το μαγαζί πήγαινε απ το καλό στο καλύτερο, τα κέρδη πολλά και η Πανσούλα είχε όλα τα καλά του κόσμου στα πόδια της. Στο μαγαζί δεν πάταγε σχεδόν ποτέ, μόνο για να δοκιμάσει κάποιο νέο συνολάκι το οποίο ευθύς αμέσως γινόταν δικό της. Για όλα έτρεχε ο Αγαθάγγελος. Εκείνη από την άλλη έτρεχε από το κομμωτήριο στο spa και από το ένα σουαρέ στο άλλο για χαρτάκι μαζί με άλλες κοσμικές.

Και φτάνουμε στο σήμερα. Βρίσκουμε την οικογένεια Προσπαθόπουλου σε κρίση οικονομική και…νευρική. Το μαγαζί κλειστό λόγο κρίσης, ο εγγονός Προσπαθόπουλος για σπουδές στην Οξφόρδη με έξοδα του παππού, ο Αγαθάγγελος να ζητάει συνεχώς λεφτά από τον Τιμολέοντα για το μανικιούρ της Πανσούλας και η Πανσούλα να αναρωτιέται αν θα προλάβει να φτιάξει τα μαλλιά της για την αποψινή της έξοδο. Όλοι λοιπόν περίμεναν από την σύνταξη του παππού. Και κάπου εκεί ήρθε η ώρα ο Τιμολέων να πάρει τα μέτρα του και να τους αποτινάξει όλους από πάνω του. Παραμονή πρωτοχρονιάς ήταν. Στα ξαφνικά σωριάζεται στον καναπέ και αρχίζει να βογκάει από τους πόνους. Όλοι τρέχουν από πάνω του.

«Τι συμβαίνει, Τιμολέων;», ρωτάει ταραγμένη η Αρσινόη.

«Δεν ξέρω, γυναίκα… να ένας ξαφνικός πόνος στην καρδιά και μια δύσπνοια… κάλεσε τον γιατρό», της απαντάει κουρασμένα.

Τρέχουν όλοι πάνω από το τηλέφωνο.

«Σιγά ρε παιδιά, ένας θα τηλεφωνήσει», ακούστηκε η φωνή του Αγαθάγγελου.

Ο Τιμολέων ανασηκώθηκε ελαφρά και τους κοίταξε έτοιμος να ξεσπάσει σε γέλια. Το σχέδιο του είχε πιάσει. Σε λίγο κατέφθασε ο γιατρός, ήδη δασκαλεμένος μέρες τώρα από τον παππού. Πηγαίνουν στο υπνοδωμάτιο δήθεν για εξέταση. Μετά από λίγο βγαίνει ο γιατρός σοβαρός.

«Ο παππούς ανέβασε πίεση. Φαίνεται πως δεν τον προσέχετε όσο πρέπει», τους είπε κοιτάζοντας τους έναν ένα αυστηρά.

«Τι εννοείτε;», ρώτησε ο Αγαθάγγελος.

«Εννοώ πως ο κύριος Προσπαθόπουλος είναι δυσαρεστημένος από κάποιες καταστάσεις που σαν αποτέλεσμα έχουν να τον αγχώνουν και όλο αυτό του προκάλεσε το επεισόδιο με την πίεση. Η κατάσταση αυτή μπορεί να αποβεί μοιραία αν συνεχίσει σε αυτούς τους ρυθμούς. Φροντίστε να παραμένει ήρεμος. Και τώρα να με συγχωρείτε. Καλό απόγευμα».

Όλοι κατάλαβαν τι εννοούσε ο γιατρός. Και ένα ήταν σίγουρο. Έπρεπε να κρατήσουν ζωντανό τον παππού πάση θυσία!

Ξεχύθηκαν, λοιπόν, στους δρόμους ο Αγαθάγγελος και η Πανσούλα προς… εύρεση εργασίας! Και την βρήκαν. Όσο πιο κουρασμένοι γυρνούσαν το απόγευμα στο σπίτι, τόσο πιο πολύ κρυφογελούσε ο Ναύαρχος.

«Δεν μπορώ να σταθώ στα πόδια μου…», παραπονιόταν η Πανσούλα.

«Τα χέρια μου έχουν βγάλει κάλλους…», συνέχιζε ο Αγαθάγγελος.

«Παιδιά μου, νέοι είστε ακόμα, αντέχετε. Αν πάθω κάτι, πάει η σύνταξη. Πρέπει να είστε εξασφαλισμένοι.», τους παρηγορούσε δήθεν ο Τιμολέοντας.

Σε τάξη μπήκε και ο μικρός. Τόσα χρόνια στην Αγγλία στράγγιζε τα λεφτά του παππού και δυο σωστές φράσεις δεν έμαθε να λέει. Τέλος στα παχυλά χαρτζιλίκια. Ή θα έπιανε δουλειά ή θα επέστρεφε επιτόπου πίσω.

 

_

γράφει η Ρούλα Κόζη

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Ακολουθήστε μας

Ο ανάποδος καθρέφτης

Ο ανάποδος καθρέφτης

Έτσι θα έλεγα τον κόσμο καθρέφτη ανάποδο,Ανάποδο καθρέφτηκαθρέφτηχωρίς τζάμι Τον εαυτό σου βλέπεις,άνθρωπε,άνθρωπε τι γυρεύεις;Ξέρει ο καθρέφτης Ο κόσμος έδειξε τι είσαιγιατί ότι κάνεις το δείχνειπονάει, μα δεν σπάειεδώ είναι ο καθρέφτης._γράφει ο...

Ο ανάποδος καθρέφτης

Κλέφτης ονείρων

 Κλέφτης ονείρων έγινες,καταστροφές του κόσμουέκλεψες και το δικό μου όνειροκαι ας μην το ξέρεις Γιατί όταν κλέβεις έναΧάνονται χίλιαΓίνονται στάχτη, τέρμαΈτσι όπως πας δεν θα απομείνει κανένα._γράφει ο Ευθύμιος- Ραφαήλ Αγγελής Μην ξεχνάτε ότι το σχόλιο...

Ο ανάποδος καθρέφτης

Δεύτερη ζωή δεν έχει

Ποτέ δε θα ξεχάσει, το πρώτο τεστ που έγραψε στο δημοτικό. Ακόμη θυμάται το γραπτό του. Τα αποτελέσματα απογοητευτικά.Κανένας όμως δεν τον μάλωσε. Αντιθέτως, όλοι του είπαν να μη στεναχωριέται, γιατί στο δεύτερο θα τα πάει καλύτερα. Δεν τους πίστεψε....

Ζωή σε δόσεις

Ζωή σε δόσεις

  Τι να πουν κι άνθρωποι; Τι να κάνουν; Τους δίνουν την ζωή σε δόσεις μέχρι να τους ξεφτιλίσουν   Έπρεπε όμως να δεχτούν και ήρθε ο πόλεμος, και συνταγογράφησε συνταγογράφησε δυστυχία   Στην πρώτη δόση βομβαρδισμούς, στην δεύτερη μετανάστευση, στην Τρίτη...

Ο ανάποδος καθρέφτης

Το σπίτι που μικραίνει

Μπορεί η οικογένειά της να ήταν φτωχή όπως και το σπιτικό τους, αλλά όλοι είχαν να μιλάνε για το μεγάλο δέσιμο και την αγάπη που είχαν μεταξύ τους. Πέντε αδέρφια στο σύνολο και κανένα δεν επιβάρυνε την οικογένεια. Το αντίθετο, όλοι δούλευαν και προσέφεραν...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Ακολουθήστε μας στο Google News

Διαβάστε κι αυτά

Ο ανάποδος καθρέφτης

Το σπίτι που μικραίνει

Μπορεί η οικογένειά της να ήταν φτωχή όπως και το σπιτικό τους, αλλά όλοι είχαν να μιλάνε για το μεγάλο δέσιμο και την αγάπη που είχαν μεταξύ τους. Πέντε αδέρφια στο σύνολο και κανένα δεν επιβάρυνε την οικογένεια. Το αντίθετο, όλοι δούλευαν και προσέφεραν...

Ο ανάποδος καθρέφτης

Κλέφτης ονείρων

Μια γαλήνη απλώνεται στης νύχτας τα μυστικάτα εγκαταλελειμμένα βλέφαρα τρεμοπαίζουν στη σιγαλιάβάλσαμο στάζει στης νοσταλγίας το φιλίστην γκρίζα πολιτεία,ο κόσμος χορεύει, στων αστεριών τη μουσικήστα γυμνά ερείπια, παγερό περιδιαβαίνει τ' αγέριγέρνουν τ'...

Ο ανάποδος καθρέφτης

Η μετακόμιση των χρωμάτων

Η Αγγελική έκλεισε το τηλέφωνο και με χορευτικές φιγούρες έφερε πάνω κάτω τη μικρή της γκαρσονιέρα, που ξαφνικά έγινε πιο φωτεινή κι ας είχε για θέα τον ακάλυπτο. «Αύριο το πρωί στις εννέα» έλεγε και ξαναέλεγε με μελωδικό οίστρο, αφήνοντας χαρούμενα...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου