Select Page

Κριτική θεώρηση

Κριτική θεώρηση

 

Opinion_1Γράφει η Γιούλα Οικονόμου

 

Η οργή της πεταλούδας περιλαμβάνει ποιήματα εμπνευσμένα τόσο από την κοινωνική πραγματικότητα όσο και από την αρχαιοελληνική μυθολογική παράδοση.

Στη συλλογή κυριαρχούν οι συμβολισμοί σε μία μεταμοντέρνα έκφρασή τους συνδεόμενοι με κοινωνικά βιώματα και τις πολιτικές καταστάσεις του ποιητή. Άλλωστε, ο δημιουργός δηλώνει πρωτίστως πολιτικό ον και δευτερευόντως καλλιτεχνική φύση. Ο ίδιος εξάλλου σημειώνει:

 ένας πειραματισμός είναι και η ποίηση, ένας τρόπος διαφορετικός να εκφράσουμε θέσεις, ιδέες, κρίσεις με τρόπο διαφορετικό…

εκεί βρήκα λίγη ανάπαυλα από τη σύγχυση, τον πόνο και την αγανάκτηση. Τώρα πια μου βγαίνουν πιο δημιουργικά, πιο λιτά. Η οργή συνδέεται πια με την αναζήτηση λέξεων, με την αποτύπωση ήχων και εικόνων…

Βασικό μέλημα της στιχουργικής είναι μέσα από τους συμβολισμούς, την ειρωνεία και την εικονοπλασία (όπου αυτή απαντάται) να μεταφέρει συγκεκριμένα κάθε φορά μηνύματα, άλλοτε κοινωνικής φύσης κι άλλοτε πολιτικής υφής.

Στερεοτυπικά σχεδόν εμφανίζεται η λέξη όνειρο/όραμα. Η ποίησή του όμως δεν είναι στρατευμένη πολιτικά. Μακριά από κομματικές τοποθετήσεις, αλλά με κοινωνικό και πολιτικό προσανατολισμό θίγει προβλήματα και αναπλάθει ποιητικά την ελληνική κρίση του ΚΑ΄ αιώνα μέσα από τη δική του οπτική. Η πολιτική και κοινωνική κατάσταση μετουσιώνεται σε στίχους με ήρωες μυθολογικά πρόσωπα ή αόριστα δοσμένους πρωταγωνιστές, ενίοτε και τον ίδιο ως κεντρικό πρόσωπο.

Η συλλογή ουσιαστικά λειτουργεί γύρω από δύο άξονες έμπνευσης. Ένας άξονας που τροφοδότησε την ύλη είναι ο δημιουργικός μετασχηματισμός αρχαιοελληνικών μύθων. Οι μύθοι λειτουργούν ως ένα όχημα μεταφοράς μηνυμάτων, ειρωνείας και πικρίας του ποιητή για σύγχρονές του προβληματικές καταστάσεις. Παράλληλα, ένας άλλος άξονας είναι οι ίδιες οι βιωμένες κοινωνικές συνθήκες που διαμορφώνουν την αντίληψη του δημιουργού. Καταστάσεις που συνδέονται εμφανώς με την κοινωνική και οικονομική κρίση του ΚΑ΄ αιώνα, άλλοτε εμπεριέχοντας συμβολισμούς κι άλλοτε ευθέως.

 

Η αισιόδοξη προσέγγιση της ζωής εμφανίζεται απερίφραστα και με αβίαστα συναισθήματα στο ποίημα είναι τόσο πλούσια η ζωή μου (από τα λίγα αισιόδοξα της συλλογής) και το μόνο ποίημα χωρίς κανένα συμβολισμό. Αισιόδοξο είναι και το δικό μου το όνειρο. Το ποίημα είναι εμπνευσμένο από την ποίηση της Κατερίνας Γώγου. Χωρίς συμβολισμούς, αλλά με λογική άμεσου διαλόγου και εμφανείς τις επιρροές της καβαφικής πρόζας θέτει ένα προβληματισμό γύρω από το όνειρο.

Το θέμα του ονείρου πραγματεύεται δημιουργικά και η οργή της πεταλούδας, που αποτελεί και την κορωνίδα της συλλογής, δανείζοντας τον τίτλο της.  Οι οπτικές εικόνες της πρώτης στροφής που ξεκινά με την πεταλούδα οδηγούν σε ένα γνωμικό για την οργή –απάντηση σε όσους κατηγορούν για δογματισμό όσους παλεύουν για αξιοπρεπή διαβίωση. Και συνεχίζει με την αναγκαιότητα του πολέμου ενάντια σε όσους απειλούν με παγίδες να κλέψουν το όνειρο των ανθρώπων. Το κλεμμένο όνειρο δεν είναι παρά έμμεση πολιτική αναφορά στις υιοθετούμενες πολιτικές λιτότητας.

Σε εντελώς διαφορετικό ύφος τα γυάλινα τέρατα, είναι μία ποιητική τοποθέτηση για τις αυταπάτες που καλλιεργούνται από τα τηλεοπτικά κανάλια. Τα τέρατα μπήκαν στο σπίτι και ο αφελής(;) πολίτης/τηλεθεατής τα υποδέχτηκε. Χαρακτηριστικό είναι ότι μόνο στο τέλος του ποιήματος γίνεται φανερό ότι το ποίημα αναφέρεται σε πολιτικούς και δημοσιογράφους που εμφανίζονται στην τηλεόραση. Σε όλο το ποίημα ακολουθείται η τεχνική της απόκρυψης. Μέχρι τον τελευταίο στίχο δίνεται η εντύπωση ενός σουρεαλιστικού ποιήματος που στο τέλος όμως φανερώνει τη συμβολική του διάσταση. Σε όλο το ποίημα ακολουθείται η τεχνική της απόκρυψης (όπως και σε άλλα ποιήματα της συλλογής

Το θέμα των χαμένων ονείρων και της αγωνιστικότητας εμφανίζεται και στο λύκοι στο σκοτάδι, ένα ποίημα συμβολικό που διακρίνεται από πληθωρική χρήση εικόνων (οπτικών κι ηχητικών). Ωστόσο, τούτο το ποίημα δεν είναι απαισιόδοξο. Αν και το πρώτο μέρος είναι έντονα πεσιμιστικό με περιγραφές της φθινοπωρινής φύσης ή της νύχτας, στο δεύτερο μέρος απότομα με μία μονολεκτική αντίθεση (Μα) γίνεται αισιόδοξο τονίζοντας τη δυναμική των ανθρώπων να αλλάξουν τη φύση και τη ζωή τους ακόμα όταν απειλούνται από άγρια ζώα.

Οι λύκοι είναι όσα απειλούν μεταφορικά τη ζωή των ανθρώπων -ηθικά και υλικά. Όταν η απώλεια της αξιοπρέπειας,  η ανεργία και η ένδεια απειλήσουν τους ανθρώπους, τότε εκείνοι μπορούν να αλλάξουν τη μοίρα τους και κάθε πολιτική που άλλοι αποφάσισαν.

 

Το θέμα του απαισιόδοξου τοπίου της μεγαλούπολης, της φυλακής των ανθρώπων σε τσιμεντένια θηρία, περιγράφεται και στο ποίημα αστικοί τοίχοι, αν κι εδώ αποκτά υπαρξιακό περιεχόμενο. Κυριαρχεί η πλαστικότητα στις εικόνες. Τα πανύψηλα κτίρια παρομοιάζονται με βουνά κατακόρυφα που ουσιαστικά λειτουργούν ως φυλακές (σιδερένια όρια στη ζωή/που φυλακίζουν σε τοίχους τσιμεντένιους), η ζωή άδεια και μοναχική (κλειδώνονται οι πόρτες, ασφαλίζονται τα παράθυρα, μπαλκόνια έρημα, κλειστή πόλη, μοναχικές φωνές, ο γείτονας φαντάζει τόσο μακριά, κωφούς και τυφλούς μας έκανε η πόλη τούτη).

Το υπαρξιακό ζήτημα των άδοξων και πρωτοεμφανιζόμενων ποιητών τίθεται στο άδοξοι ποιητές σε κατάσταση πολιορκίας. Πρόκειται για ένα συνηθισμένο ποιητικό θέμα που όμως εδώ πραγματεύεται ο δημιουργός με ειρωνική κι επιθετική διάθεση προς τους φτασμένους ποιητές που αδιαφορούν για τα κοινωνικά προβλήματα, την ώρα που αυτά τα θίγουν με προσωπικό κόστος άδοξοι ποιητές, πρωτοεμφανιζόμενοι, μη επαγγελματίες.

Τούτοι ζουν μέσα στην κοινωνία, βιώνουν τα προβλήματα και τον πόνο των ανθρώπων, ακούν τις κραυγές τους και συμμετέχουν στην πολιορκία (συμβολικά η κρίση). Ουσιαστικά, οι άδοξοι ποιητές είναι όσοι συμμετέχουν και αγωνίζονται μαζί με τους πολίτες αδιαφορώντας για το περιθώριο ή τη δόξα (σε αντίθεση με το καρυωτακικό αντίστοιχο ποίημα), δέχονται τη λογοκρισία.

Το ποίημα είκοσι ετώ ξεχωρίζει στη συλλογή λόγω του ιδιαίτερου συναισθηματισμού του (διακρίθηκε για τη συμμετοχή του στην τελική φάση των e-awards 2012). Γραμμένο αμέσως μετά το ξέσπασμα της τυνησιακής εξέγερσης το 2011με αφορμή έναν μικροπωλητή που αυτοκτόνησε, ο ποιητής με εμφανείς επιρροές από Καβάφη (27 Iουνίου 1906, 2 μ.μ. ) και Ρίτσο (Επιτάφιος) καταγράφει τα συναισθήματα ενός πατέρα που έχασε τον εικοσάχρονο γιο του. Βασικό στοιχείο το ηροδότειο συναίσθημα πόνου των γονέων και ο δημοκρατικός αγώνας.

Χωρίς συμβολισμούς, αλλά με άμεσο τρόπο και συναισθηματική πλαστικότητα, δίνεται ο οδυρμός του πατέρα για ένα γιο που αγωνίστηκε ενάντια στην κοινωνική αδικία, όπως κι εκείνος παλαιότερα για την ανεξαρτησία. Θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ένα ποίημα αφιερωμένο σε δύο γενιές αγωνιστών της ελευθερίας, όπου ο μεγαλύτερος κατά ηροδοτική ειρωνεία έθαψε τη νεώτερο γενιά αγωνιστών. Δύο γενιές πολεμιστών όπου ο ένας αγώνας (για ανεξαρτησία –ή θεσμική δημοκρατία κατά τα ελληνικά δεδομένα;) ακολουθήθηκε από ένα δεύτερο (για πραγματική δημοκρατία).

 

Ένα βασικό χαρακτηριστικό της συλλογής είναι ακριβώς η χρήση των επικών μύθων και η εξεργασία τους σε ένα μοτίβο συμβολισμού με έντονη ειρωνεία και η εκσυγχρονισμός τους με τις κοινωνικές συνθήκες που αντιμετωπίζει είτε ως κραυγή αγωνίας ο ποιητής είτε ως ένα εύπλαστο πεδίο πολιτικής τοποθέτησης και κοινωνικής κριτικής. Οι αρχαίοι μύθοι μετασχηματίζονται σε άρμα για να μεταφέρουν την επεξεργασμένη πικρία του ποιητή για σύγχρονές του προβληματικές καταστάσεις.

 

Χαρακτηριστική περίπτωση είναι ο σύγχρονος Θησέας, ένα ποίημα με συμβολισμούς. Ως Μινώταυρος εννοείται η κοινωνική κρίση που απειλεί μέσα στο λαβύρινθό της τα παλιά όνειρα των ανθρώπων, όταν ορισμένοι ακόμα τα διατηρούν (καταναλωτικό όνειρο). Ωστόσο, η κρίση-λαβύρινθος είναι ένα σκοτεινό μονοπάτι που τρομάζει και δυσκολεύει τον ήρωα του παραμυθιού. Μα το ίδιο το παραμύθι είναι παραισθησιογόνο.

Δε ναρκώνονται οι αναμνήσεις μόνο, αλλά και η ίδια η ζωή που αντιμετωπίζει ο ήρωας. Ο Λαβύρινθος είναι παραπάνω από παγίδα ονείρων. Γυάλινο αφιόνι είναι η τηλεοπτική υποκουλτούρα που ναρκώνει και κρύβει το Μινώταυρο-κρίση, τη φτώχεια και την εξαθλίωση, την ανεργία και τον πόνο. Η Αριάδνη, ο μυθικός σωτήρας, τελικά εξαπατά τον ήρωα. Ως Αριάδνη νοούνται οι πολιτικοί ήρωες που γνωρίζουν τάχα τη λύση, τη σωτηρία της κοινωνίας, αλλά τελικά ψεύδονται και ο ήρωας-λαός χάνει την ευκαιρία να σωθεί.

Η φεγγαροντυμένη κορασιά είναι σαφής αναφορά στο Σολωμό και η η Έξοδος μας προσανατολίζει στους Ελεύθερους Πολιορκημένους. Άρα ο Θησέας-λαός/πολίτης είναι πολιορκημένος όπως οι ήρωες της σολωμικής ποίησης στο Μεσολόγγι και αναζητά τη δική του Έξοδο (όχι κάποια καμική έξοδο), μόνο που και τούτη η έξοδος θα είναι καταδικασμένη σε αντίθεση με τη μυθική. Αλλά η μυθική είναι ένα παραμύθι που ναρκώνει, ενώ ο σύγχρονος Θησέας έχει να αντιμετωπίσει ένα ζωντανό ανθρωποφάγο Μινώταυρο.

Στο ίδιο πνεύμα, από μία επική ακόμα έμπνευση ο ποιητής κι ο Θερσίτης μετατρέπεται σε πολιτική κριτική κατά των δημοσιογράφων που κάθε αντίδραση πολιτών βαφτίζεται τρομοκρατία και κάθε αντίσταση βία ή απρεπής στάση. Ακριβώς με ανάλογο ύφος και ο επικός δημιουργός θέλοντας να διαφυλάξει την άρχουσα τάξη περιγράφει με ιδιαίτερο μίσος το Θερσίτη που τόλμησε να αντιδράσει στους βασιλείς.

Ο Όμηρος συγκρίνεται με τους δημοσιογράφους που ακριβοπληρώνονται και υπηρετούν συμφέροντα σύγχρονων βασιλέων και λειτουργούν ως εκφραστές αριστοκρατικών συμφερόντων. Και φυσικά όπως τιμωρήθηκε ο Θερσίτης (χαστούκι από τον Οδυσσέα και αργότερα φονευμένος από τον Αχιλλέα επειδή σκότωσε μία Αμαζόνα που ήθελε να της χαρίσει τη ζωή ο ημίθεος) έτσι και οι πολίτες τιμωρούνται από τις δυνάμεις καταστολής ή τα κυβερνητικά μέτρα.

Σε παρόμοιο ύφος το ποίημα στα σκοτάδια του Άδη είναι επίσης συμβολικό. Το ποίημα είναι εμπνευσμένο από τους Νεκρικούς Διαλόγους του Λουκιανού όπου ο Αχιλλέας παινευόταν για την ομορφιά μέχρι που τελικά ο Άδης του τόνισε ότι στον Άδη είναι όλοι σκιές και κανείς δεν είναι πιο όμορφος από τον άλλο.

Ο Αχιλλέας (ο μέγας θυσιαστής του Άρη) επειδή στον Κάτω Κόσμο δεν ήταν κάτι διαφορετικό, μεταβαίνει στη γη. Στην τηλεόραση (γυαλί) μιλάει για την κρίση ως πολιτικός (ο μέγας θυσιαστής του κέρδους) . Ειρωνεία για τους δημοσιογράφους όλοι τον ακούν χωρίς να του αντιτείνουν την κατάσταση του λαού που ζει στη φτώχεια και το σκοτάδι, για τους πολίτες που αυτοκτονούσαν λόγω της φτώχειας (στα σκοτάδια της θηλιάς / που έφτιαξαν (do it yourself)). Το (do it yourself) είναι μόνο του μία ακόμα μία ειρωνεία προς τον καταναλωτισμό των φτηνών προϊόντων πολυκαταστημάτων και ξενόφερτων τηλεοπτικών εκπομπών.

Μπορεί όλοι στον Κάτω Κόσμο να είναι όμοιοι, αλλά στον Επάνω Κόσμο της κρίσης οι θνητοί πεινούν ενώ οι ημίθεοι-φιλοκυβερνητικοί γίνονται ήρωες αδιαφορώντας για το λαό. Έντονη είναι η ειρωνική διάθεση στο ποίημα, τόσο απέναντι στον ήρωα, όσο και τους δημοσιογράφους ή τους συνομιλητές των κυβερνητικών πολιτικών που προπαγανδίζουν μόνο όσα τους συμφέρουν, αφήνοντας ανθρώπους να αυτοκτονούν και να πεινούν.

Η ίδια λογική διέπει και την επιστροφή της Ιφιγένειας το περιπαιχτικό ύφοςμε συμβολισμούς συνδέεται με την επική παράδοση που λειτουργεί ως αφορμή, τροφή έμπνευσης. Ο Κάλχας ως σύμβολο εκφράζει τους παντογνώστες που ερμηνεύουν τις καταστάσεις (πολιτικούς, δημοσιογράφους, ιερείς). Ιφιγένεια είναι η ίδια η αλήθεια, η ζωή που κινδυνεύει να θανατωθεί.

Και ο Φήμιος, από την ομηρική παράδοση, ως αοιδός ψυχαγωγεί τους καταπατητές του οίκου του Οδυσσέα. Διασκεδάζει τους μνηστήρες με έπη, με θεματολογία όμως μακριά από το πρόβλημα των καιρών. Σιωπά μπροστά στην καταπάτηση της φιλοξενίας. Όπως φαίνεται ο αοιδός είναι το σύμβολο με το οποίο ο ποιητής κρίνει τους σύγχρονούς του πνευματικούς ανθρώπους και καλλιτέχνες που σιωπούν μπροστά στην οικονομική και κοινωνική κρίση. Διασκεδάζουν με ανώδυνα άσματα και προτιμούν τη σιωπή.

Από την τραγική παράδοση του Σοφοκλή και με αναφορές στο "σύνδρομο του θεατή" είναι εμπνευσμένο και το Αχ, Ισμήνη. Το ποίημα απευθύνεται άμεσα (β΄ ενικό) στην Ισμήνη που έμεινε πια μόνη και κλαίει πάνω από το μνήμα των νεκρών συγγενών (μάρμαρα μεταφράζεις, τις επιτύμβιες στήλες κλάματα ποτίζεις). Είναι μία αναπροσαρμογή του τραγικού μύθου, όπου η Αντιγόνη κρίνεται αρνητικά (σ’ εγκατέλειψε κι η Αντιγόνη/αυθόρμητη πάντα… τελικά χώρισε κι από σε).

Ωστόσο, και η Ισμήνη κρίνεται αρνητικά, αφού για όλα έφταιξε ένας δισταγμός (στον Πρόλογο ακόμα της Αντιγόνης όταν η πρωταγωνίστρια της ζητά βοήθεια στην παράνομη ταφή του νεκρού αδελφού). Αυτός ο δισταγμός αποτελεί και το κεντρικό σημείο συμβολισμού στο ποίημα.

Η Ισμήνη είναι ο κάθε άνθρωπος που διστάζει να αγωνιστεί έστω και παράλογα (όπως η Αντιγόνη) και διστάζει να γίνει ήρωας. Όταν όμως ο πολίτης μείνει μόνος, τότε οι αντίπαλοί του εύκολα θα τον συντρίψουν επιβάλλοντας τη δική τους κυριαρχία (όπως ο παράφορος Τυδέας σκότωσε την τραγική Ισμήνη για τον έρωτά της για τον Περικλύμενο).

Ο πληθυντικός Τυδείς συμβολίζει εκείνους που περιμένουν την κατάλληλη ευκαιρία να επιβληθούν. Η ποιητική αυτή απόδοση της Ισμήνης είναι μία ακόμα αναφορά στο "σύνδρομο του θεατή". Ο Περικλύμενος λαός αποτελεί μία αναφορά ταυτόχρονα στον τραγικό ήρωα που εγκατέλειψε απροστάτευτη την Ισμήνη στο ναό της Αθηνάς όπου τη φόνευσε ο Τυδέας. Την ίδια στιγμή είναι ο -κατά την εθνικιστική αντίληψη- περιλάλητος, πολυδοξασμένος (περί+κλέος) ελληνικός λαός που αφήνει απροστάτευτους πολίτες και τρέχει σε κομματικούς "ναούς" προκειμένου να σωθεί ο καθένας ατομικά ή αδιαφορεί.

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Εγγραφείτε στο newsletter

Ακολουθήστε μας!

Ακόλουθοι

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Έλληνες εκδότες

Έλληνες εκδότες

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!