τοβιβλίο.net

Επιλέξτε Page

Κόκκινη μεταξωτή κορδέλα, της Lucy Adlington

Κόκκινη μεταξωτή κορδέλα, της Lucy Adlington

Η Έλλα είναι μια από τις χιλιάδες Εβραίες που κλείστηκαν στο φριχτό στρατόπεδο συγκέντρωσης του Άουσβιτς κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκόσμιου πολέμου. Στο βιβλίο ξεδιπλώνεται η καθημερινότητά της τον τελευταίο χρόνο (1944-1945) και σκιαγραφείται μια προσωπικότητα που αγωνίζεται να ξεχωρίσει το καλό από το κακό, να στηριχτεί σε μια ελπίδα, όσο άυλη κι αν είναι, μα πάνω απ’ όλα να επιβιώσει. Ποιος είναι ο εχθρός και ποιος ο φίλος; Ποιος θα τη βοηθήσει σε μια κρίσιμη στιγμή όταν βασιλεύει ο τρόμος, το χάος, ο ίδιος ο θάνατος; Έχει δικαίωμα να κάνει όνειρα και σχέδια για όταν (και αν) τελειώσει ο πόλεμος;

Πρόκειται για ένα συγκινητικό, ρεαλιστικό, ωμό και ταυτόχρονα λυρικό και τρυφερό μυθιστόρημα, που περιγράφει τις βαναυσότητες του στρατοπέδου, τις απάνθρωπες συνθήκες κράτησης, τους εξευτελισμούς και την εξόντωση εκατομμυρίων ανθρώπων. Η δεκατετράχρονη Έλλα, που έμαθε να ράβει και να σχεδιάζει ρούχα από την ταλαντούχα γιαγιά της, καταφέρνει να χωθεί στο Ατελιέ του στρατοπέδου ως κοπτοραπτού κι εκεί γνωρίζει τη Ρόουζ. Η Έλλα είναι ρεαλίστρια, σκληρά εργαζόμενη, με παρατημένα όνειρα, χωρίς να έχει διαβάσει ούτε ένα βιβλίο στη ζωή της, μάλιστα μιλάει απαξιωτικά γι’ αυτά τα «παραμύθια». Η Ρόουζ, πρώην κόμισσα, αιθεροβάμων και ρομαντική, κόρη συγγραφέως που δεν υποστήριζε «Αυτούς», γι’ αυτό και συνελήφθησαν όλοι, βουτηγμένη στις ιστορίες και τα παραμύθια, της άνοιξε έναν καινούργιο κόσμο, αφηγούμενη όσες περιπέτειες ήξερε! «Η Ρόουζ είπε ότι οι ιστορίες ήταν ζωή. Εγώ όμως ήξερα. Ζωή ήταν η δουλειά» (σελ. 113). Η Ρόουζ πάντα θα είχε ένα παραμύθι να πει για να βοηθήσει τον νου τους να ξεφύγει από τη βία και τη φρίκη που βίωναν. Παρ’ όλ’ αυτά: «Καμία ιστορία δεν μπορούσε να είναι τόσο μαγική ούτε τόσο θλιβερή όσο η επιβίωση» (σελ. 358). Αυτές οι δύο αντίθετες γυναίκες δέθηκαν και ατσαλώθηκαν μαζί μέσα από τις κακουχίες του στρατοπέδου ενώ συνδετικός κρίκος τους ήταν ένα κομμάτι κόκκινη μεταξωτή κορδέλα, πάνω στην οποία στήριξαν όλες τους τις ελπίδες για ένα καλύτερο μέλλον και μια σύντομη λύτρωση ή απελευθέρωση.

Το στρατόπεδο του Άουσβιτς-Μπιρκενάου, όπου διαδραματίζονται τα γεγονότα, οφείλει το όνομά του στην πολωνική λέξη brzezinka που σημαίνει «δάσος από σημύδες», γι’ αυτό και η αφηγήτρια της τραγικής αυτής ιστορίας το αναφέρει ως Μπέρτσγουντ (birchwood). Η αφήγηση ξεκινάει από τη δοκιμασία που πέρασε η Έλλα ώστε να ξεκινήσει να εργάζεται ως κοπτοραπτού στο εργαστήριο ραψίματος του στρατοπέδου συγκέντρωσης που έστησε η γυναίκα του διοικητή, λάτρης της μόδας, γιατί ήθελε να έχουν κομψά ρούχα όλες οι γυναίκες των αξιωματικών και οι γυναίκες Φρουροί. Το γύρω περιβάλλον και η ατμόσφαιρα του στρατοπέδου ξεπηδάν σταδιακά, κατά την πορεία της αφήγησης, με το κάθε χαρακτηριστικό γνώρισμα να ξεπηδάει από δω κι από κει όσο η ίδια η αφηγήτρια και πρωταγωνίστρια του μυθιστορήματος αγωνίζεται να επιβιώσει σε αυτόν τον χώρο. Τον αναγνώστη καλωσορίζει η σκηνή διαλογής στο Ατελιέ και μετά αρχίζει η Έλλα να περιγράφει το μέρος, τις συνθήκες και το πώς κατέληξε εκεί, καθώς και ποια ήταν πριν από όλα αυτά.

Παράλληλα, η προσωπική ζωή της Έλλα, οι αναμνήσεις της γιαγιάς της που την είχε μάθει να κόβει, να ράβει, να σχεδιάζει μα πάνω απ’ όλα ν’ αγαπάει και να αναγνωρίζει το κάθε ύφασμα και το κάθε ρούχο, επανέρχεται στο προσκήνιο είτε για να της δώσει κουράγιο με τα γνωμικά της γιαγιάς της είτε για να την πληγώσει ακόμη περισσότερο, όταν από τις ευχάριστες, μυρωδάτες αναμνήσεις της προσγειώνεται στη δυσοσμία, την ανηθικότητα, τον ξεπεσμό της ανθρώπινης φυλής στο στρατόπεδο συγκέντρωσης. Η Έλλα τότε μάζευε λεφτά βοηθώντας τη γιαγιά για να σπουδάσει και κάποτε ν’ ανοίξει το δικό της κατάστημα ενδυμάτων. Τώρα κάνει τα πάντα για να επιβιώσει. «Δε θα γινόμουν κι εγώ ένα φάντασμα από καπνό που θα έβγαινε από μία καμινάδα» (σελ. 151). Αυτό ακριβώς το ταλέντο, κυρίως μέσα από το βλέμμα και τις ερωτήσεις της Ρόουζ, τίθεται στη διάθεση των εχθρών και γίνεται στόχος ζωής για την Έλλα, με αποτέλεσμα να έχουν οι δυο τους μια συγκλονιστική αντιπαράθεση: «-Θα μπορέσω να κάνω ανταλλαγές για καλύτερες κουκέτες στο μπλοκ ή και για άλλη μια κουβέρτα για την καθεμιά μας, δεν θα το ήθελες αυτό;… -Πραγματικά δεν καταλαβαίνεις πού είναι το πρόβλημα, έτσι; Σοβαρά τώρα, δεν βλέπεις τι συμβαίνει; … Είναι σαφές ότι έχεις ξεχάσει πού βρίσκεσαι και τι ακριβώς συμβαίνει εδώ πέρα -και ποιος ευθύνεται!» (σελ. 133-134). Επομένως, αξίζει να σπαταλάς το ταλέντο σου για τον εχθρό, όσο «αγνά» κίνητρα κι αν έχεις; Για έναν εχθρό που δεν πρόκειται ποτέ να σε δει ως άνθρωπο παρά μόνο σα νούμερο κι όταν δε θα σε χρειάζεται άλλο δε θα διστάσει να σε βγάλει από τη μέση; Για σκεφτείτε το κι εσείς λίγο!

Τα απειροελάχιστα «διαλείμματα» που εφευρίσκει, οι μικρές ανάσες που παίρνει, κοντράρονται ανελέητα με τον σαρκαστικό και ωμό ρεαλισμό των συνθηκών κράτησής της. Η συγγραφέας έχει τον αναγνώστη «μια στο καρφί και μια στο πέταλο», με τις αποσπασματικές αναφορές στο παρελθόν, το ρεαλιστικό σκηνικό κτηνωδίας και τις κοφτές φράσεις. Δεν μπορούσα να πάρω ανάσα! «Ακούμπησε τα γάντια της πάνω στα περιοδικά και το καπέλο της στην πολυθρόνα. Το μαστίγιό της το άφησε στη γωνία, κοντά στην πόρτα. Ήμασταν εδώ, σ’ ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης για αθώους, που το διοικούσαν εγκληματίες» (σελ. 52-53). «-Κάνεις ό,τι χρειαστεί για να επιβιώσεις, το κατάλαβες;» (σελ. 58). «Οι αρουραίοι που έτρεχαν πέρα δώθε στα δοκάρια της οροφής ήταν παχύτεροι από τους ανθρώπους που ήταν ξαπλωμένοι στα κρεβάτια από κάτω» (σελ. 66). Ειδικά όταν μια σειρά από γεγονότα χωρίζει τις γυναίκες ενώ ταυτόχρονα χάνουν τη δουλειά τους στο ατελιέ, αναρωτιόμουν τι άλλο θα τους συμβεί και πώς θα καταφέρουν ν’ ανταπεξέλθουν αν δεν ξαναβρούν δουλειά (εκεί αν δε δούλευες κάπου ήσουν ήδη νεκρός). Και όλα αυτά με σωστά κατανεμημένες σκηνές γέλιου, δυστυχίας, απανθρωπιάς και ελπίδας. Η συγγραφέας πλάθει ολοζώντανους χαρακτήρες, στήνει ρεαλιστικά σκηνικά επιβίωσης, βάζει τον αναγνώστη μέσα στην ιστορία της και κάποιες φορές του χαρίζει λυρικές εκφράσεις ή νότες χιούμορ, τόσο απαραίτητες σε αυτό το ζοφερό περιβάλλον: «Η προφορά της ήταν ανιαρή -αν μπορούσε να μιλήσει μια πατάτα, έτσι θα ακουγόταν» (σελ. 53). Και: «Το ψωμί είναι καλό, αλλά οι φίλοι είναι καλύτεροι» (σελ. 71).

Συγκλονιστική και αφοπλιστική είναι η καταγραφή της ιεραρχίας που επικρατούσε στο στρατόπεδο: τα Αφεντικά, κρατούμενες που συμπεριφέρονταν σαν Φρουροί με σκοπό να γίνουν Επόπτριες, όπως η Μάρτα που ήταν το αφεντικό στο εργαστήρι ραπτικής ή η Γκέρντερ που ήταν το Αφεντικό του στρατώνα τους, δυσχέραιναν ακόμη περισσότερο τις συνθήκες κράτησης ενώ το ίδιο πρόσωπο μπορεί να σου έκανε κάποια χάρη αν είχες τα κατάλληλα ανταλλάγματα. Φυσικά, οι Φρουροί δε χάνουν ευκαιρία να αποδείξουν στις κρατούμενες ποιος κάνει κουμάντο κι ας είχαν συνεργαστεί λίγα λεπτά ή μερικές μέρες πιο πριν! Επίσης η Έλλα, παρατηρώντας τα πάντα γύρω της, καταγράφει τα διακριτικά των συγκρατούμενών της, τα τρίγωνα και τα χρώματά τους. Εβραία και η ίδια, κάνει ιδιαίτερη αναφορά στο αστέρι, «…το αστέρι σήμαινε ότι ήσουν η κατώτερη των κατωτέρων,,, άνθρωποι κατά το ήμισυ» (σελ. 73). Από τις πιο σοκαριστικές σκηνές είναι αυτή που η Έλλα πηγαίνει στο «Πολυκατάστημα» για να ψωνίσει τις παραγγελίες του εργαστηρίου. Στοίβες από ρούχα, γυαλιά, παπούτσια, απομεινάρια μιας ζωής ήταν αυτά που δεν έπαυε η Έλλα στιγμή να κοιτά, να ψάχνει, να εξερευνά. «Δέκα χιλιάδες βαλίτσες την ημέρα. Είναι πάρα πολλές. Δεν τις προλαβαίνουμε», λέει η συνοδός της που δουλεύει εκεί και επεξεργάζεται μαζί με χιλιάδες άλλες κρατούμενες την πρώην ζωή των πρώην ανθρώπων που φτάνουν σωρηδόν στο στρατόπεδο. Τι φρικιαστικό τα προσωπικά είδη των ανθρώπων που μεταφέρονταν στο στρατόπεδο να λεηλατούνται, να ξεχωρίζονται, να κρατιούνται τα πολύτιμα και το ίδιο τρένο να παίρνει τα χρυσαφικά και τα ιδιαίτερης αξίας αντικείμενα σε άγνωστο προορισμό! Αυτό το μέρος υπάρχει ακόμη και σήμερα στο Μουσείο του Στρατοπέδου, με μια μεγάλη ανατριχίλα για όποιον το επισκέπτεται.

Μέσα σε αυτό το χάος, με την ήττα να επικρεμάται πάνω από τα κεφάλια των Γερμανών, μόνο ένας άνθρωπος με τα προσόντα και τη δύναμη της Έλλα θα μπορούσε να επιβιώσει, ξεχωρίζοντας την ήρα απ’ το στάρι, ρισκάροντας φιλικές επαφές που ίσως αποδειχθούν προδοσία ή εκμετάλλευση, παίζοντας ξύλο για στοιχειώδη πράγματα όπως ένα σαπούνι ή ένα κομμάτι χαρτί και ταυτόχρονα πασχίζοντας με νύχια και με δόντια να μην περάσει τη διαχωριστική γραμμή που θα την κάνει σαν τους Άλλους, απάνθρωπη και κτηνώδη. «Έραβα ακόμα πιο γρήγορα, λες και κάθε εκατοστό, κάθε βελονιά με κρατούσε ακόμα πιο σφιχτά στη ζωή» (σελ. 99).

Τέλος, η αισθητική της έκδοσης του βιβλίου είναι κομψότατη. Κάθε κεφάλαιο έχει ως τίτλο διάφορα χρώματα και στην αρχή του καθενός υπάρχει ένα αντικείμενο της ραπτικής: δαχτυλήθρα, κουμπί, κουβαρίστρα, ραπτομηχανή, καρφίτσες, ψαλίδι ενώ μια λωρίδα υφάσματος αγκαλιάζει τους τίτλους, υπό στενή επιτήρηση συρματοπλέγματος. Η φροντίδα του εκδοτικού οίκου υπάρχει και στο εξώφυλλο που αγκαλιάζει σαν κασετίνα όλο το σώμα του βιβλίου με τα χρώματα και τα σχέδιά του να θυμίζουν τις ριγέ πιτζάμες των κρατουμένων.

Η «Κόκκινη μεταξωτή κορδέλα» είναι ένα συγκλονιστικό και ταυτόχρονα τρυφερό μυθιστόρημα για αναγνώστες από 12 ετών και πάνω αλλά σαφέστατα μπορούν να το διαβάσουν και οι μεγαλύτερης ηλικίας. Είναι η ιστορία μιας κοπέλας που έκανε τα πάντα για να επιβιώσει στο στρατόπεδο συγκέντρωσης, προσέχοντας να μη χάσει την ανθρώπινή της ιδιότητα αλλά και να μην πέσει θύμα εκμετάλλευσης από ανθρώπους που είχαν τον ίδιο στόχο: την επόμενη μέρα! Μια ιδιαίτερη φιλία με τη Ρόουζ, χαρακτήρες που σταδιακά ίσως κάποιοι αλλάξουν στάση, καμινάδες που δε σταματούν να βγάζουν καπνό και γκρίζες στάχτες, μια κόκκινη κορδέλα που δένει τις ηρωίδες με την ελπίδα και μια γλαφυρή, ακριβοδίκαιη πένα είναι κάποια από τα χαρακτηριστικά που συνάντησα διαβάζοντας αυτό το υπέροχο μυθιστόρημα.

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Κερδίστε το!

Οδηγός ιστοσελίδας

Εκπαιδευτικό υλικό

Αρχείο

Υποβολή συμμετοχής!

Είσοδος