Κώστας Καρυωτάκης – Βύρων Λεοντάρης: Δυο αντισυμβατικές ποιητικές φωνές

7.08.2020

Δυο αντισυμβατικές ποιητικές φωνές

Κώστας Καρυωτάκης – Βύρων Λεοντάρης

γράφει η Βάλια Καραμάνου

Ο ρόλος του ποιητή ανέκαθεν διαδραματιζόταν «μέσα» στην εποχή του και στην επικαιρότητα, αλλά ταυτόχρονα μακριά. Ή μάλλον καλύτερα αποστασιοποιημένα από τους αποδέκτες, από την ίδια την ζωή συχνά. Μακριά και συχνά κόντρα, ενάντια σε κάθε κατεστημένο και γενική αποδοχή. Δυο μεγάλοι τέτοιοι ποιητές υπήρξαν ο Κωσταντίνος Καρυωτάκης και ο Βύρων Λεοντάρης. Αντίθετοι με την πραγματικότητα, πολέμιοι, ανένταχτοι, τολμώντας με την ποίησή τους να μην υπηρετούν την γενική τέρψη και αποδοχή, αλλά να στήνονται ενώπιόν της με στίχους- καρφιά.

Κώστας Καρυωτάκης

Ο Κώστας Καρυωτάκης (30 Οκτωβρίου 1896 – 21 Ιουλίου 1928) , ένας από τους πιο σπουδαίους εκφραστές της σύγχρονης λυρικής ποίησης και της πεζογραφίας, αποτελεί το πρώτο παράδειγμα. Μάλιστα η επιρροή του είναι εμφανής και στο έργο του Λεοντάρη, όπως και σε γενεές ποιητών μέχρι σήμερα. Ο Καρυωτάκης δεν υπήρξε απαισιόδοξος με την έννοια της ρομαντικής μελαγχολίας, αλλά -όπως ισχυρίστηκε χρόνια αργότερα ο Ζοζέ Σαραμάγκου- «δεν είμαι εγώ απαισιόδοξος, ο κόσμος είναι απαίσιος». Η αλήθεια είναι πως ο ποιητής δεν συμβιβάστηκε ποτέ, δεν «προσαρμόστηκε» σε κομφορμισμούς, προκειμένου να γίνει ο ίδιος αποδεκτός ή το έργο του. Χαρακτηριστικά γράφει στο τελευταίο του πεζό «Κάθαρσις»:

«Βέβαια. Έπρεπε να σκύψω μπροστά στον ένα και, χαϊδεύοντας ηδονικά το μαύρο σεβιότ* —παφ, παφ, παφ, παφ—, «έχετε λίγη σκόνη» να ειπώ, «κύριε Άλφα». Ύστερα έπρεπε να περιμένω στη γωνία, κι όταν αντίκριζα την κοιλιά του άλλου, αφού θα ‘χα επί τόσα χρόνια παρακολουθήσει τα αισθήματα και το σφυγμό της, να σκύψω άλλη μια φορά και να ψιθυρίσω εμπιστευτικά: «Αχ, αυτός ο Άλφα, κύριε Βήτα…». Έπρεπε, πίσω από τα γυαλιά του Γάμμα, να καραδοκώ την ιλαρή ματιά του. Αν μου την εχάριζε, να ξεδιπλώσω το καλύτερο χαμόγελό μου και να τη δεχτώ όπως σε μανδύα ιππότου ένα βασιλικό βρέφος. Αν όμως αργούσε, να σκύψω για τρίτη φορά γεμάτος συντριβή και ν’ αρθρώσω: «Δούλος σας, κύριε μου».Αλλά πρώτα πρώτα έπρεπε να μείνω στη σπείρα του Δέλτα…. Έπρεπε να σκύψω, να σκύψω, να σκύψω. Τόσο που η μύτη μου να ενωθεί με τη φτέρνα μου. Έτσι βολικά κουλουριασμένος, να κυλώ και να φθάσω. Κανάγιες!….Το ψωμί της εξορίας με τρέφει. Κουρούνες χτυπούν τα τζάμια της κάμαράς μου. Και σε βασανισμένα στήθη χωρικών βλέπω να δυναμώνει η πνοή που θα σας σαρώσει. Σήμερα επήρα τα κλειδιά κι ανέβηκα στο ενετικό φρούριο… Επερπάτησα ολόκληρες ώρες σπάζοντας μεγάλα, ξερά χόρτα. Αγκάθια κι αέρας δυνατός κολλούσαν στα ρούχα μου. Με ήβρε η νύχτα…»

Η ιδιαίτερη ειρωνεία της γραφής του, η αποδοχή της παρακμής είναι εμφανείς σε μια μορφή επιθετικής καταγγελίας για τις συνθήκες που διαμορφώνουν την «κοινωνική καταξίωση». Ο ποιητής ήταν και είναι πάντα μόνος και ενάντιος σε κάθε τέτοια μορφή συμβιβασμού. Παράλληλα, τονίζει την μικρότητα και το τυχαίο της ύπαρξής μας μέσα σε ένα κλίμα γνήσιας μελαγχολίας στην συνειδητοποίηση αυτής της εφήμερης ανθρώπινης υπόστασης:

«Είμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες

κιθάρες. Ο άνεμος, όταν περνάει,

στίχους, ήχους παράφωνους ξυπνάει

στις χορδές που κρέμονται σαν καδένες…»

 

 

Και παρακάτω στο ποίημα «Πρέβεζα»:

 

«Θάνατος είναι οι κάργιες που χτυπιούνται

στους μαύρους τοίχους και στα κεραμίδια,

θάνατος οι γυναίκες που αγαπιούνται

καθώς να καθαρίζουνε κρεμμύδια…

…. Περπατώντας αργά στην προκυμαία,

«υπάρχω;» λες, κ’ ύστερα «δεν υπάρχεις!»

 

Η απομόνωση του ποιητή σε ολόκληρη την ζωή του υπήρξε μονόδρομος, σαν ένας σύγχρονος Δον Κιχώτης που ενδόμυχα ίσως ελπίζει σε κάτι άλλο, χωρίς να μπορεί ωστόσο προσδιορίσει την φύση του, αλλά επιμένει να το αναζητά:

«Τοὺς εἶδα πίσω νά ῾ρθουνε — παράφρονες, ὡραῖοι

ρηγάδες ποὺ ἐπολέμησαν γι᾿ ἀνύπαρχτο βασίλειο —

καὶ σὰν πορφύρα νιώθοντας χλευαστικιά, πὼς ρέει,

τὴν ἀνοιχτὴ νὰ δείξουνε μάταιη πληγῆ στὸν ἥλιο!»

 

(Δον Κιχώτες, Νηπενθή).

 

Η σφαίρα στην Πρέβεζα ήταν μη αναστρέψιμη, όχι επειδή φύσει ο Καρυωτάκης ήταν «φυγάς» της ζωής, αλλά – το αντίθετο- η περήφανη και ασυμβίβαστη ιδιοσυγκρασία του δεν θα αποδεχόταν ποτέ την ζωή ενός αρρώστου, καταδικασμένου στην απάθεια και στην συμβατικότητα της κλειστής επαρχιακής κοινωνίας. Κάτι σαν αργή θανατική καταδίκη δηλαδή. Ωστόσο, μέχρι την τελευταία στιγμή εκείνος δεν αφήνει το πόστο του και γράφει το τελευταίο του σημείωμα, το οποίο αφήνει μαζί με το μπουρμπουάρ στο καφενείο, όπου πέρασε τις τελευταίες του δυο ώρες:

«Είναι καιρός να φανερώσω την τραγωδία μου. Το μεγαλύτερο μου ελάττωμα στάθηκε η αχαλίνωτη περιέργειά μου, η νοσηρή φαντασία και η προσπάθειά μου να πληροφορηθώ για όλες τις συγκινήσεις, χωρίς τις περσότερες, να μπορώ να τις αισθανθώ. Τη χυδαία όμως πράξη που μου αποδίδεται τη μισώ. Εζήτησα μόνο την ιδεατή ατμόσφαιρά της, την έσχατη πικρία. Ούτε είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για το επάγγελμα εκείνο. Ολόκληρο το παρελθόν μου πείθει γι’ αυτό. Κάθε πραγματικότης μου ήταν αποκρουστική. Είχα τον ίλιγγο του κινδύνου. Και τον κίνδυνο που ήρθε τον δέχομαι με πρόθυμη καρδιά. Πληρώνω για όσους, καθώς εγώ, δεν έβλεπαν κανένα ιδανικό στη ζωή τους, έμειναν πάντα έρμαια των δισταγμών τους, ή εθεώρησαν την ύπαρξη τους παιχνίδι χωρίς ουσία. Τους βλέπω να έρχονται ολοένα περισσότεροι μαζί με τους αιώνες. Σ’ αυτούς απευθύνομαι. Αφού εδοκίμασα όλες τις χαρές!!! είμαι έτοιμος για έναν ατιμωτικό θάνατο. Λυπούμαι τους δυστυχισμένους γονείς μου, λυπούμαι τα αδέλφια μου. Αλλά φεύγω με το μέτωπο ψηλά. Ημουν άρρωστος. Σας παρακαλώ να τηλεγραφήσετε, για να προδιαθέσει την οικογένειά μου, στο θείο μου Δημοσθένη Καρυωτάκη, οδός Μονής Προδρόμου, πάροδος Αριστοτέλους, Αθήνας. Κ.Γ.Κ. [Υ.Γ.] Και για ν’ αλλάξουμε τόνο. Συμβουλεύω όσους ξέρουν κολύμπι να μην επιχειρήσουνε ποτέ να αυτοκτονήσουν δια θαλάσσης. Όλη νύχτα απόψε επί δέκα ώρες, εδερνόμουν με τα κύματα. Ήπια άφθονο νερό, αλλά κάθε τόσο, χωρίς να καταλάβω πώς, το στόμα μου ανέβαινε στην επιφάνεια. Ωρισμένως, κάποτε, όταν μου δοθεί η ευκαιρία, θα γράψω τις εντυπώσεις ενός πνιγμένου. Κ.Γ.Κ….»

Βύρων Λεοντάρης

Ο Βύρων Λεοντάρης (1932 – 7 Αυγούστου 2014), ποιητής της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς, κριτικός και δοκιμιογράφος, περιγράφει ακριβώς αυτό το σύνδρομο με την άκρως διεισδυτική ματιά του, καθώς έζησε την φρίκη του πολέμου αλλά και την μετέπειτα μεταπολεμική πλασματική «ευδαιμονία»:

«-Εἴμαστε μεσοπόλεμος, σοῦ λέω,

ἀνίατα μεσοπόλεμος… Ἃς πᾶμε

λοιπὸν κι ἀπόψε, ἃς πᾶμε πάλι κάπου

νὰ χορέψουμε ἢ νὰ σκοτωθοῦμε…»

 

Πρόκειται για τον θλιβερό απολογισμό των ανθρώπων που έζησαν τις φρικαλεότητες δύο πολέμων και φέροντας αυτό το στίγμα κάνουν έναν απολογισμό ζωής που όμως τελικά αποδεικνύεται θλιβερός. Αυτοί που ετάχθησαν για να υπηρετούν έναν υψηλό σκοπό, όπως η ελευθερία, η δημοκρατία, η ομοψυχία και άλλες αξίες που θα άφηναν ως παρακαταθήκη στις επόμενες γενιές, μετατράπηκαν σε αδύναμα κενά ανθρωπάκια, υπόδουλα μιας επιφανειακής ευμάρειας:

« Δὲν ἔχει τέλος αὐτὴ ἡ ὁμίχλη, δὲν ἔχει λευκὴ σημαία αὐτὴ ἡ ἧττα…

 

….Μπορεῖς νὰ σέρνεσαι μιὰ ὁλόκληρη ζωή,

ὑπογραφὴ δειλὴ μέσα στοὺς δρόμους;

Θὰ ΄ναι φριχτὸ νὰ φύγουμε ἔτσι,

δίχως μιὰ πίστη, ἕναν ἀγῶνα, μιὰ κραυγὴ

-ἄνθρωποι ποὺ πεθάναν δίχως μιὰ ἀμυχή,

ἄνθρωποι ποὺ «διελύθησαν ἡσύχως…»

 

(«Ἡ ὁμίχλη τοῦ μεσημεριοῦ», 1959)

 

Ενάντια σε κάθε μετέπειτα «τεχνητή» και επιτηδευμένη αισιοδοξία -ειδικά της σύγχρονης εποχής- που στην ουσία προδίδει μια ατέρμονη παθητικότητα σε μια κατάσταση παρακμής και αποσύνθεσης, ο Λεοντάρης διαπιστώνει με πικρία – σαν σύγχρονος πικραμένος Καρυωτάκης και ενίοτε μελαγχολικός Καβάφης- πως:

« Ἡ ὁμίχλη μπαίνει ἀπὸ παντοῦ στὸ σπίτι

κι ὅσα γιὰ σένα εἶχες ἐλπίσει

ἔχουνε τώρα πιὰ ὅλα σβήσει

ἡ ὁμίχλη μπαίνει ἀπὸ παντοῦ στὸ σπίτι…

Σκιὰ ἦταν ὅ,τι γιὰ ζωὴ ἀγαπήθη

ἦχος στεγνὸς μιᾶς ἄδειας λέξης

σὰν ἦρθε ἡ ὥρα νὰ διαλέξεις

εἶπες ἃς φράξουν τὴ φωτιὰ ἄλλα στήθη.

Ποτάμι ποὺ ἔχει μείνει ξερὴ ἡ κοίτη

πῶς νὰ ‘χεις ἔτσι ξεστρατίσει

σοῦ ἄξιζε σένα ἀλλιῶς νὰ ζήσεις

Ἡ ὁμίχλη μπαίνει ἀπὸ παντοῦ στὸ σπίτι..»

 

«Ο κόσμος μετακόμισε στο απάνθρωπο

Βολεύτηκε σ’ αυτήν την προσφυγιά….

…μεσ’ στην οχλαγωγία της ερημιάς

Στις φαντασμαγορίες του τίποτε…

…αλλά το τρομερό καραδοκεί…»

 

(Εν γη αλμυρά, 1996)

 

Ο ρόλος του ποιητή δεν έχει στην συγκεκριμένη περίπτωση καμιά πρόθεση να τέρψει το αναγνωστικό κοινό, να ωραιοποιήσει καταστάσεις, να δώσει ψεύτικες ελπίδες για ένα καλύτερο επερχόμενο – γενικώς και αορίστως- αύριο. Μιλά για έναν κόσμο που αποσυντίθεται, για το εφήμερο και ανούσιο της ύπαρξής μας και – ω τι κρίμα!- το καθημερινό ξόδεμα του ελάχιστου και πολύτιμού μας χρόνου σε πράγματα ευτελή.

«Έτσι κι εμείς αδειάσαμε

Και μας ψεκάσαν με αναισθητικό

Έτσι που αποξενωθήκαμε απ’ τον πόνο…

…και η ποίηση έγινε κραυγή έξω απ’ τον πόνο…»

Contra tempo, ο ρόλος του ποιητή γίνεται «ενοχλητικός», έρχεται να «κάψει», να στηλιτεύσει μένοντας μακριά από κάθε μορφή κομφορμισμού. Και βέβαια, το τίμημα είναι να μένει πάντα μόνος, μακριά από τους «αυλικούς» του, τις γνωριμίες και τις εκδηλώσεις, προκειμένου να μείνει αφυπνισμένη η συνείδηση- το σπουδαιότερο και μοναδικό ίσως εφόδιο του ανθρώπου απέναντι στην θνητότητά του.

 Στο ποίημά του «ο νεκρός της οθόνης», ένα από τα πιο παράξενα και συγκλονιστικά έργα του, αναφέρεται στην τελευταία στροφή χαρακτηριστικά:

«…Κι έτσι, τρεκλίζοντας, αγκαλιαστά μπουκάραμε απρόσκλητοι

στο Poetry Bar.

Kονιάκ!…και μη μου λες εμένα ”κλείνουμε” παλιορουφιάνα

Ποτήρι και στο φίλο μας…Και μακρυά τα χέρια απ’ τον συναγερμό.

Τώρα θα δεις τι πάει να πει μεθύσι των νεκρών.

Δεν είμαστε ποιήματα για απαγγελία και πώληση αλλά για αυτοπυρπόληση.

Κάθε πρωί εξαφανίζουνε τις στάχτες μας.»

Κλείνοντας, αξίζει να γίνει αναφορά στον «Καιόμενο» του Τάκη Σινόπουλου, που αποδίδει ακριβώς αυτή την απομόνωση του ποιητή από τον περίγυρό του. Στην ουσία δεν είναι αποστροφή του κόσμου, αλλά αποστασιοποίηση ώστε να έχει αντικειμενικότερη θέασή του. Κάθε πνευματικός άνθρωπος στην ουσία διαχωρίζεται, διαδραματίζοντας ρόλο μεσάζοντα ανάμεσα στα εκτεινόμενα, στο «φαίνεσθαι», για τους πολλούς και στην βαθύτερη ουσία τους, το «είναι», για τους ελάχιστους. Ο ρόλος αυτός δεν είναι διόλου εύκολος, καθώς συχνά εγείρει αντιδράσεις, απαξιώσεις και μπορεί να οδηγήσει στην περιθωριοποίηση ή την απαξίωση. Προσωρινά ωστόσο, μια και τα έργα τέτοιων ανθρώπων έμειναν διαχρονικά και αναλλοίωτα στο πέρασμα των χρόνων, όπως αποδεικνύεται μέχρι σήμερα.

«…Στην εποχή μας όπως και σε περασμένες εποχές

άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε.

Ο Ποιητής μοιράζεται στα δυο.»

(Τάκης Σινόπουλος, Συλλογή Ι. 1951-1964, Ερμής, Αθήνα 1976)

Ημερολόγιο 2021 – Πρόσκληση

Ακολουθήστε μας!

Κερδίστε το!

Κερδίστε το!

Κερδίστε το!

Οδηγός ιστοσελίδας

Αρχείο

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου