τοβιβλίο.net

Επιλέξτε Page

Λέξεις στην άμμο, της Αλεξίας Καλογεροπούλου

Λέξεις στην άμμο, της Αλεξίας Καλογεροπούλου

 

Αλεξία Καλογεροπούλου

Λέξεις στην άμμο

εκδόσεις 24 γράμματα

56 σελίδες

τιμή 9.90 €

 

Γράφει ο Τάσος Μιχαηλίδης

 

Η Αλεξία Καλογεροπούλου ανήκει στους ποιητές της νεότερης γενιάς και είναι δημιουργός του ιστότοπου για τα βιβλία και τις τέχνες Booksitting.gr. Αν λάβουμε υπόψη μας και τις σπουδές της στην Ψυχολογία και τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, γίνεται φανερό σε ποιο βαθμό την ενδιαφέρει και την απασχολεί η ανθρώπινη επικοινωνία σε όλο το φάσμα των εκφάνσεών της. Οι Λέξεις στην άμμο (2019), η πρώτη της ολοκληρωμένη ποιητική συλλογή, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις 24 γράμματα έρχεται να προσδιορίσει με σαφήνεια, αυτές ακριβώς τις διαστάσεις και όψεις των πνευματικών της ανησυχιών.

Η συλλογή Λέξεις στην άμμο συνιστά ένα σώμα σαράντα οκτώ διακριτών ποιημάτων που επικοινωνούν, όμως, μεταξύ τους αισθητικά και σημασιολογικά. Τα ποιήματά της Καλογεροπούλου είναι το εκφραστικό αποτύπωμα ενός νέου ανθρώπου που ανησυχεί, αναρωτιέται, στοχάζεται, επιδιώκει να επικοινωνήσει σε έκταση και βάθος, να κατανοήσει τους νόμους της ζωής, να αντισταθεί στους Λωτοφάγους και να περάσει με ασφάλεια τις κάθε μορφής και είδους Συμπληγάδες.

«Ποια είσαι εσύ;» ρωτήθηκα

κι απάντηση δεν είχα.

Μόνο δουλειά, τι έκανα, τι κάνω κάθε μέρα,

μα ποια είμαι η ίδια μέσα μου δεν μπόρεσα να νιώσω.

[…] βαριά εκκρεμότητα που απαιτεί μια λύση». («Αναστοχασμοί», σ. 16)

 

«[…] για μια ακόμα νέα αρχή που μοιάζει αβέβαιη […]» (Παράθυρο, σ. 17)

 

«Κι ανάμεσά τους ένα ρόδο […]

άντεξε στις βροχές χωρίς να κλείσει.

Σθένος. Αυτό είναι που χρειάζεται κανείς […]». («9 Απριλίου», σ. 24).

 

Οι Λέξεις στην άμμο είναι η λογοτεχνική αναζήτηση για τη διαμόρφωση ενός προσωπικού κώδικα επικοινωνίας με τον «Άλλο» είτε ορίζουμε με αυτή την έννοια τον εαυτό που δεν γεννήθηκε ακόμα μέσα μας είτε περιγράφουμε το αιώνιο αρχέτυπο, σύμβολο της «ετερότητας» που διεκδικούμε και ψάχνουμε ο καθένας μας ξεχωριστά στη θάλασσα της πραγματικότητας, κρυμμένη συχνά κάτω από τη σκόνη της καθημερινότητας. Μια ετερότητα ικανή να μας δει στην ψίχα μας και να ερωτευτεί την ταυτότητα που θα δημιουργήσουμε στις συναντήσεις. Ταυτότητα δυνατή να σηκώσει το βάρος μιας Ενότητας, που δεν περιορίζει, αλλά ωθεί σε μια πληρέστερη βίωση.

«Μια μέρα σαν κι αυτή θα έρθεις πάλι.

[…] Αλλόκοτη έγινα, μα αληθινή και πλήρης. […]». («Μια μέρα σαν κι αυτή», σ. 9)

 

«Ξοδεύαμε τη ζωή μας ανόθευτοι, λέγαμε,

από τον χώρο και τον χρόνο.

[…]

και πάντα γυρεύαμε να βρούμε κάτι νέο. […]». («Ελπίδα», σ. 56)

 

Η ποιήτρια παραμένει ως ποιητικό υποκείμενο ένα πρόσωπο που ενεργεί ψυχοσωματικά: αγαπά, συντρίβεται, θαυμάζει, φοβάται, παγιδεύεται, στιγμιαία απογοητεύεται και συνεχίζει να ελπίζει μέσα στη διαύγεια του ελληνικού τοπίου. Έτσι, το μεσογειακό τοπίο κάθε εποχής, έμμεσα ή άμεσα, είναι διαρκώς ενεργό στοιχείο και όχι απλώς ένα αδιάφορο φόντο.

«Και στο κελάρυσμα του ποταμού

με βρίσκω πάλι […]

και ζωντανεύει […] το όνειρο τ’ Απρίλη […]». («Εαρινή ραστώνη», σ. 20)

 

Οι Λέξεις στην άμμο είναι μηνύματα στο ακρογιάλι για να τα βρουν παραλήπτες γυμνά από μπουκάλι, πέρα από χρονικούς προσδιορισμούς και οριογραμμές μιας συγκεκριμένης κοινωνικής κατάστασης. Λέξεις που γεννιούνται από το συγκεκριμένο και παραπέμπουν στο καθολικό. Μιλούν τη γλώσσα της διαχρονίας και ψηλαφούν τα μεγάλα κενά, χάσματα, ερωτηματικά της ζωής. Ορίζουν και περιγράφουν την αναμονή για μια νέα άφιξη, για μια νέα αφετηρία.

Διαβάζουμε χαρακτηριστικά:

«[…] αγνάντευα της θάλασσας το μπλε

σαν να περίμενα κάποιον ή κάτι

να ‘ρθει απ’ τ’ αλμυρό νερό.

Μια ένδειξη μικρής της άφιξης ζητούσα». («Αναμονή», σ. 36)

 

Παλεύουν να διακρίνουν με τη φωνή τους «τα ανείπωτα»,[1] τα θαμμένα μυστικά της ύπαρξης, να ανασύρουν ξεχασμένους ρυθμούς, να ξεδιαλύνουν το στιγμιαίο από το άχρονο, το πολύτιμο από το κάλπικο, το έμψυχο από την παγωμένη ύλη. Λέξεις που επιδιώκουν να αντισταθούν, να συμφιλιωθούν και να υπερβούν τον Χρόνο.

«Αλλαγές δεν θα βρεις, […]

εκτός από αυτές που γίνονται μέσα σου […]». («Φθινόπωρο», σ. 12)

 

«[…] έτοιμες να σώσουν […]

όσα είμαστε και όσα δεν γίναμε

και μάλλον δεν θα γίνουμε ποτέ». («Σκιές», σ. 19)

 

 

Τα ποιήματα της συλλογής είναι ελευθερόστιχα, γεμάτα εικόνες που ενεργοποιούν όλες τις αισθήσεις και παράγουν μια πολυσημική ανάγνωση της πραγματικότητας. Με μια λοξή ματιά στο τετριμμένο και καθημερινό, το ποιητικό υποκείμενο δίνει στην πραγματικότητα άλλη προοπτική, που στρέφεται πάντα προς το βάθος. Μια στιγμή ξενοιασιάς στο ακρογιάλι, ένα αστικό κάδρο με στατικό σημείο παρατήρησης μέσα από παράθυρο πόλης, μια σκηνή ερωτικής συνάντησης ή απώλειας αποκτά ευρύτερες διαστάσεις στην ποίησή της, αποτελώντας αφορμή για σκέψη, αναστοχασμό, ενδοστρέφεια, καλλιτεχνική ενόραση. Ενδεικτικό το παρακάτω απόσπασμα:

«Πέρασα χθες απ’ την παλιά μου γειτονιά.

Δυο δέντρα έλειπαν […]

Τίποτα που να ξυπνά αισθήσεις και αναμνήσεις,

για να ξεχνάς κι εσύ κι εγώ τον αποσπερίτη». («Τίποτα», σ. 23)

 

Τα ποιήματά της είναι σχεδόν σκηνοθετημένες σκηνές και χωνεμένα βιώματα, για να αναδείξουν τη μάχη ανάμεσα στο αληθινό και το ψεύτικο: στην αγάπη, στη γλώσσα, στις ανθρώπινες σχέσεις και στη συνάντηση με τον εαυτό μας, γιατί τελικά όλα καταλήγουν σ’ εμάς, στη δική μας υπόσταση και ταυτότητα. Εμείς καλούμαστε ως άτομα, σύμφωνα με την ποιήτρια, να συναρμολογήσουμε, να ερμηνεύσουμε και να αφηγηθούμε ποιοι είμαστε και ποιοι είναι οι άλλοι, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά:

«Με μπέρδευαν τα λόγια και οι αναμνήσεις χρόνων

[…] έμπλεκε η μία αφήγηση στην άλλη, […]

Μου πήρε χρόνους […]

να ξεμπλέξω μόνη μου των ίσκιων το κουβάρι». («Χαμένη νιότη», σ. 21)

 

Έτσι, τα ποιήματα της συλλογής θα μπορούσαν να ταξινομηθούν από τον επαρκή αναγνώστη σε επιμέρους ενότητες, με βάση τους θεματικούς άξονες και τα μορφολογικά τους γνωρίσματα. Συγκεκριμένα:

α) στα ποιήματα του «φιλοσοφικού ρεμβασμού», κείμενα πιο αφαιρετικά και διανοητικά. Αποδίδουν με γλωσσική ευθύτητα την έκρηξη επίμονων ερωτημάτων για την κοινωνική στασιμότητα και τις συνέπειές της στο άτομο, τα άνυδρα σχέδια της νεότητας, τον δύσκολο αγώνα της επαγρύπνησης του ανθρώπου ενάντια στην καθηλωτική ρουτίνα.

«Πώς να γλιτώσεις,

[…] πώς να συνδράμεις στον πόνο των άλλων.

Με ποια λόγια; Με τι;». (« Τραγωδία», σ. 45)

 

β) τα «φυσιολατρικά» κείμενα που συγκροτούνται από έντονες εικόνες και έναν ελλειπτικό, αλλά πλήρη επιφωνημάτων θαυμασμού, λυρισμό. Η φύση για την Καλογεροπούλου είναι η ενσάρκωση ενός κρυμμένου ρυθμού, μιας τεμαχισμένης αρμονίας από τον θόρυβο της πόλης. Είναι το μεγάλο Ένα που αναγνωρίζεται δια της ψυχικής επαφής με την εσώτερη ενότητα του κόσμου, τον οποίο η δημιουργός κατανοεί στη στοχαστική σιωπή και στη λογοτεχνική ενατένιση.

«Απομεσήμερο […]

και θαύμαζα ακούραστα

τη λάμψη του ήλιου.

[…] αφουγκραζόμουν

την τέλεια της στιγμής σιγή, το Ένα». («Παράδοξα», σ. 55)

 

Η συνάντηση, επομένως, με τη φύση είναι η ανακάλυψη του εαυτού στην αρχή του, είναι η μόνη παρουσία ή υπόσχεση κίνησης, που έρχεται σε ηχηρή αντίθεση με ένα επαναλαμβανόμενο αίσθημα καθήλωσης, που συγκλονίζει, ταλανίζει και εκφοβίζει το ποιητικό υποκείμενο και επανέρχεται στα κείμενα ξανά και ξανά.

«Και κάπως έτσι περνάνε οι μέρες και οι νύχτες

φορώντας ένα ρούχο που δεν μου ταιριάζει πια,

[…] Και η μαγεία χάνεται στην κοπιαστική ανία της μέρας, […]». («Ανία», σ. 44)

 

γ) τέλος, έχουμε τα «ποιήματα-χρονογραφίες βιωμάτων», προσωπικά κείμενα που αποτελούν τις πιο δυνατές στιγμές της συλλογής με τη συναισθηματική τους ευθύτητα, την εξομολογητική αμεσότητα και την εκφραστική τους πληθωρικότητα. Μάλιστα, σε αρκετά ποιήματα αυτής της κατηγορίας η φωνή απευθύνεται ανοιχτά σε δεύτερο πρόσωπο, συνομιλεί με κάποιον που απουσιάζει ή αδυνατεί να συλλάβει τη σημασία των λέξεων («γραμμένες σε κόκκους άμμου»).[2]

«Θα αλλάξεις διαθέσεις, […]

και θα ‘ρθεις να μου πεις ξανά

όσα από παλιά γνωρίζω». («Μια μέρα σαν κι αυτή», σ. 9)

 

«Σε κοίταζα, […]

Κι εσύ ανέλυες θεωρίες ασήμαντες

για τα δικά μου αυτιά». («Λιόγερμα», σ. 18)

 

Είναι η ιστόρηση ενός διαλόγου που δεν συνέβη ποτέ ή ποτέ δεν βρήκε τον στόχο του. Έμεινε στη σιωπή, σφραγισμένος στο κέλυφος της ατομικότητας. Έργα που διερευνούν την αδυναμία επαφής του σύγχρονου ανθρώπου, παρά τις καλές προθέσεις και τις διαβεβαιώσεις για το αντίθετο. Είναι καταβυθίσεις στο θολό ποτάμι του χρόνου, όπου η δημιουργός συρράβει τις στιγμές, ερμηνεύοντας και κατασκευάζοντας εκ νέου τη μνήμη της.

«[…] Κοιτάζω κρυφά το παρελθόν

και χτίζω εικόνες ψεύτικες,

ένα photoshop της μνήμης,

[…] τραγούδια αλλότρια για να ταιριάξω». («Μυθικές αφηγήσεις», σ. 29)

 

Μέσω της ποίησής της διαμορφώνει περιστατικά-μύθους των μεταμορφώσεων του έρωτα. Ωστόσο, δεν αναφέρεται μόνο στον έρωτα ως σαρκική επιθυμία ή συναισθηματική επαφή, αλλά στον έρωτα για ζωή και δημιουργία,[3] στον έρωτα ως απώλεια, θύμα της καθημερινής φθοράς. Ποθεί, θυμάται, θρηνεί αισθητικά εμπειρίες και θραύσματα της μνήμης.

«Έξι μήνες κράτησε,

[…] έτρεχε δήθεν φτερωτός

κι ύστερα κατέληξε άψυχος,

σαν φωτογραφία κίτρινη, […]». («Έρως θνητός», σ. 13)

 

Στα ποιήματά της η ερωτική πλήρωση δεν αποκλείει τον Άλλο ως προσωπικότητα. Ωστόσο, αν και τον προϋποθέτει, συνιστά πρωτίστως μια διαδικασία επανασύνδεσης με το δικό μας εγώ, σε ένα βαθύτερο επίπεδο ζωντάνιας. Γι’ αυτό το ποιητικό υποκείμενο ευχαριστεί τον Άλλο ως βιολογική και ψυχική αφορμή αφύπνισης του εαυτού σε μια εσώτερη σφαίρα ύπαρξης.

«Αν ήθελες, μπορούσες την καρδιά μου

να ‘χες κλέψει εκείνο το δειλινό.

Και το ‘κανες.

Σ’ ευχαριστώ!». («Σαγήνη», σ. 28)

 

Αυτά τα ποιήματα είτε αποτυπώνουν τον πόνο είτε περιγράφουν τη μέθη της ψυχοσυναισθηματικής συνταύτισης, γιορτάζουν τη ζωή, γιατί θεραπεύουν την ακινησία, τον ψυχικό λήθαργο. Έτσι, οι Λέξεις στην άμμο ρίχνονται στο ακρογιάλι περιμένοντας μας να επικοινωνήσουμε βαθύτερα καταρχήν με το δικό μας πρόσωπο, πέρα και πάνω από τον θόρυβο των ημερών μας. Σ’ αυτές τις συναντήσεις και τον διάλογο προσώπων κρύβεται η μόνη αειθαλής ελπίδα.

«Τα βράδια αναζητούσαμε στον ουρανό

[…] ένδειξη ελπίδας […]

Κι ακόμα περιμένουμε αισιόδοξοι για κάτι άλλο,

μα όχι άδικα. Να, κάτι αχνοφέγγει». («Ελπίδα», σ. 56)

  _____

[1] Βλ. «Υπάρχουν ώρες», σ. 47.

[2] «Σκιές», σ. 19.

[3] «Ανάμεσα σε δίχτυα και μελάνι μπλε και κόκκινο/ τα δάχτυλά μου προσπαθώ να μπλέξω ή να ξεμπλέξω, […]». «Γραφή», σ. 48.

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Οι προσφορές των εφημερίδων

Εκπαιδευτικά βιβλία

Ημερολόγιο 2020

Οδηγός ιστοσελίδας

Εκπαιδευτικό υλικό

Αρχείο

Υποβολή συμμετοχής!

Είσοδος