Select Page

ΛΕΝΑ Τ Οδός Καλλιδρομίου

ΛΕΝΑ Τ Οδός Καλλιδρομίου

 

 

Σηκώθηκε με μάτια βαριά από τον ύπνο.

Έριξε λίγο νερό στο πρόσωπό της, κοιτάχτηκε στον καθρέφτη του μπάνιου, αρνήθηκε το παρατεταμένο αντίκρισμα με τον εαυτό της και του γύρισε την πλάτη.

Ντύθηκε βιαστικά, δεν κοίταξε καν τι έβαλε πάνω της. Έτσι κι αλλιώς μαύρο ήταν το χρώμα της, ασορτί με την ψυχή της. Και το λάτρευε αυτό το μαύρο. Δεν το αποχωριζόταν μέσα κι έξω της. Έβαλε λίγο φαγητό και νερό στην γάτα της που νιαούριζε επίμονα. Άρπαξε τα κλειδιά της, μια μικρή σατέν τσάντα, εντελώς αταίριαστη με το ντύσιμό της κι έκλεισε πίσω της την πόρτα με δύναμη.

Βγήκε η γειτόνισσά της και της έκανε την παρατήρηση για μια ακόμα φορά.  «Η επόμενη θα είναι η τελευταία» της είπε. Ούτε καν την άκουγε. Μόνο ένα νεύμα έκανε με το κεφάλι της που παρέπεμπε σε γράψιμο. Κοινώς, κάνε ότι θες κυρία μου αδιαφορώ πλήρως για την διατάραξη της κοινής σας ησυχίας.

 

Διάδρομος παλιάς πολυκατοικίας, αρρωστημένη ώχρα στους τοίχους και φωτισμός υποτυπώδης που έσβηνε αυτόματα πριν προλάβει να μπει κανείς στο ασανσέρ. Φτάνοντας στην είσοδο της πολυκατοικίας, αισθανόταν πάντα αυτό το περίεργο πράγμα. Την έβλεπε σαν έξοδο κινδύνου. Κι όταν έβγαινε αλλά κι όταν έμπαινε. Πνιγόταν στο δυάρι κι έτρεχε να βγει έξω. Μα κι έξω πνιγόταν κι έτρεχε να μπει μέσα. Δεν είχε την έννοια της εισόδου, παρά μόνο της εξόδου. Τώρα ήταν έξοδος προς τον κόσμο.

Άνοιξε με μιας την πόρτα, σταμάτησε μπροστά στα κουδούνια, διάβασε το όνομά της «Λένα Τ.  3ος  όροφος» και έφυγε προς τα πάνω.

Καλλιδρομίου.

Ο δρόμος της Λένας.

Η διαδρομή της προκαθορισμένη.  Πάντα μετά τα μεσάνυχτα. Μόνο ο βηματισμός διέφερε. Άλλες φορές αργός, βαριεστημένος, κι άλλες φορές , φουριόζικος, λαχανιασμένος. Όπως αυτή την στιγμή. Γρήγορος, πολύ γρήγορος. Το διαμέρισμα, ο εαυτός της, η γάτα της, τα άπλυτα ρούχα, η στοίβα των πιάτων στον νεροχύτη, την έπνιξαν. Κι οι σκέψεις. Χαοτικές. Δεν ήξερε τι την βασανίζει περισσότερο. Η τάξη που δεν μπορούσε να βάλει στο σπίτι ή η τάξη στην ζωή της; Περπατούσε και παραμιλούσε. Σιχτίριζε το κωλοδιαμέρισμα. Την ζέστη που άρχιζε να την ταλαιπωρεί. Μέσα Ιούνη.

«Θα περάσω άλλο ένα μαρτυρικό καλοκαίρι εδώ, στην Καλλιδρομίου. Ίσως να είναι και το τελευταίο. Να φύγω θέλω. Να μην με νοιάζει τίποτα και κανένας. Σας σιχάθηκα όλους» σκέφτηκε.

Μα μόλις έφτασε στο μπαράκι, κάθισε σε μια σιδερένια καρέκλα, έβγαλε τον καπνό της, έστριψε με ταχυδακτυλουργικές κινήσεις ένα τσιγάρο και με την πρώτη ρουφηξιά, γύρισε το κεφάλι της προς τα πάνω και κοιτούσε την καταπράσινη μουριά σαν να ’ταν η πρώτη φορά που την έβλεπε.

Ήρθε το ποτό της, διπλό ουίσκι με πάγο. Ο Μάικ την ήξερε πολλά χρόνια. Της έφερνε το ίδιο, όπως εκείνη το ήθελε. Ψιλοκουβέντιασε μαζί του, δεν είχε όρεξη πολύ αυτό το βράδυ. Της είπε να πάνε σε μια συναυλία μεθαύριο Κυριακή.  

«Θα δούμε» του είπε. «Ανάλογα τα κέφια μου. Κι άντε τώρα στις παραγγελίες σου, δεν έχω άλλη κουβέντα να κάνω».

Κοφτά, απότομα.

Χάζευε τ’ αυτοκίνητα να κατεβαίνουν τον δρόμο. Σηκωνόταν κάθε δέκα λεπτά και κοιτούσε προς τα πάνω τον Λυκαβηττό. Έστεκε εκεί. Ησύχαζε. Άναψε κι άλλο τσιγάρο πριν καν  τελειώσει το προηγούμενο. Χαιρετούσε δίχως να τους ξέρει κάποιους νεαρούς που περνούσαν μπρος από το μαγαζί. Τους χαμογελούσε κι εκείνοι προσπαθούσαν να θυμηθούν αν την ξέρουν από κάπου ή όχι. Κάποιοι άλλοι πάλι, την γνώριζαν.

-Γεια σου Λένα. Πως πάει ρε θηρίο;

-Αρχίδια ρε. Τι να πάει;

Γελούσαν αμφότεροι μέσα από την μικρή αυτή απάντηση. Πάντα αυτή ήταν η πρώτη της κουβέντα στο πως πάει. Μετά μπορούσε να σου συζητήσει τα πάντα. Απόψε όμως ήθελε να πηδηχτεί. Γι’ αυτό και τα χαμόγελα σε αγνώστους.

«Κάποιος, ρε πούστη θα καθίσει» σκεφτόταν.

Τελικά, κάθισε ο Γιάννης. Φοιτητής της αρχιτεκτονικής. Έμενε στην Μπενάκη. Κατέβηκε να πιεί ένα ποτό. Μόνος. Η Λένα τον έβαλε στο μάτι μόλις έφτασε. Είχε τον τρόπο να τον κάνει να καθίσει σε δύο το πολύ λεπτά μαζί της. Μετά τα τυπικά κι αφού μεσολάβησαν τέσσερα ποτά ακόμα, χύμα η Λένα,  του είπε αν γουστάρει να πηδηχτούν. Εκείνος έκανε πως ξαφνιάστηκε, πως ντράπηκε. Μα στο μυαλό του αυτό γύριζε από την ώρα που κάθισε μαζί της.

«Σήκω» του λέει, «πάμε σπίτι μου».

Της είπε να πάνε στο δικό του.  

«Ποιο δικό σου ρε; Εδώ! Εκατό μέτρα πιο κάτω. Δεν φεύγω εγώ από τον δρόμο μου, ρε».

Πέταξε ένα εικοσάρικο στο τραπέζι και φώναξε του Μάικ,  «θα τα βρούμε αύριο, ρε μαλάκα. οκ; Γεια»!

Ανέβηκαν βιαστικά στο διαμέρισμα. Πριν πάνε στο κρεβάτι, έβγαλε την γάτα στο μπαλκόνι. Της έβαλε νερό και τροφή ξανά. Μπήκε μέσα, κοίταξε από το ματάκι της πόρτας στον διάδρομο. Είπε του Γιάννη να πάει να πλυθεί. Δεν της έφερε αντίρρηση. «Έχω καθαρή πετσέτα κρεμασμένη πίσω από την πόρτα. Πάρτην». Όσο έκανε μπάνιο αυτός,  βγήκε στο μπαλκόνι, έκανε τσιγάρο και κοιτούσε τον Λυκαβηττό. Μόλις βγήκε, την φώναξε. Πήγαν στο υπνοδωμάτιο και έπεσαν στο κρεβάτι. Τέλειωσε πέντε ή έξι φορές. Τρελαμένος αυτός, ήθελε κι άλλο.  

«Άντε αγόρι μου τώρα, είμαι κουρασμένη, θα σε δω μια άλλη μέρα». Προσπάθησε να της πει να μείνει, αλλά αγρίεψε. Ντύθηκε γρήγορα, πήγε να την φιλήσει, αλλά αυτή απομακρύνθηκε.

«Καλή σου νύχτα, Λένα».

Το πρωί ξύπνησε από την βαβούρα. Σάββατο. Λαϊκή. Σηκώθηκε, βγήκε στο μπαλκόνι φορώντας μόνο ένα λευκό αθλητικό φανελάκι κι από κάτω το εσώρουχό της. Κοίταξε τον κόσμο από ψηλά. Οι λαϊκατζήδες φώναζαν σαν τρελοί. Γελούσε. Μπήκε μέσα για μια στιγμή, πήρε ένα μπουκάλι κόκα κόλα, τσιγάρο και βγήκε ξανά στο μπαλκόνι. Έπινε και κάπνιζε με τον ίδιο ρυθμό που πηγαινοερχόταν ο κόσμος. Καροτσάκια που τα έσερναν γηραιές κυρίες της γειτονιάς. Παππούδες, φοιτηταριά, νεαρές μαμάδες με τα μωρά τους αγκαλιά, βαψομαλιάδες που κολλούσαν σε γκομενίτσες πίσω από τους πάγκους. Ένας αχταρμάς ανθρώπων και προϊόντων. Τώρα το βλέμμα της κολλημένο στις σκάλες που ανεβαίνουν τον λόφο του Στρέφη. Κάθε πρωί μετρούσε τα σκαλιά με τα μάτια της. Ποτέ δεν τα έβγαλε πόσα είναι. Πάντα σε κάποιο σημείο μπερδευόταν. Ο ήλιος δυνατός. Το φως εκτυφλωτικό. Έβαλε τα γυαλιά ηλίου, άραξε σε μια πλαστική καρέκλα και χάζευε τον κόσμο. Σε λίγο είχε βρεθεί κι αυτή μέσα στο πλήθος. Διαδικασία καθόλου εύκολη. Οι κρίσεις πανικού την περίμεναν πάντα και παντού. Είχε λιποθυμήσει τουλάχιστον δέκα φορές τα τελευταία χρόνια ανάμεσα στον κόσμο, πάνω σε πάγκο με πατάτες, γέρνοντας στον ώμο του λαϊκατζή από τα Μεσόγεια. Ρεζίλι των σκυλιών. Μετρημένες ανάσες στο ανέβασμα για να μην αγχωθεί. Αυτή η ανηφόρα τα πρωινά την σκότωνε. Αισθανόταν μια τσιμεντένια πλάκα να πέφτει στο στήθος της και να μην μπορεί ν ’αναπνεύσει. Μάζεψε όλη της την δύναμη, έφτασε μέχρι την μέση της λαϊκής, αγόρασε τ’ απαραίτητα κι έτρεξε προς την είσοδο της πολυκατοικίας.  Η έξοδος κινδύνου από τον κόσμο.

Ανέβηκε στο δυάρι, άφησε τις σακούλες στην κουζίνα, έφτιαξε έναν δυνατό καφέ και πήρε τηλέφωνο τον Κώστα τον ψιλικατζή να της στείλει καπνό και χαρτάκια. Είχε τον γιό του για ντελιβερά. Δεν έκανε παραπάνω από πέντε λεπτά να της τα φέρει. Του έδωσε κι ένα ευρώ για φιλοδώρημα. Δεν υπήρχε περίπτωση να ξανάβγαινε έξω μέχρι να νυχτώσει. Η ώρα είχε πάει δώδεκα. Το φως της μέρας έγινε θηλιά στον λαιμό της. Κατέβασε με μιας τα ξύλινα ρολά, τέλειωσε τον καφέ της, έκανε δυο τσιγάρα απανωτά κι έπεσε στον καναπέ. Βασανίστηκε όπως κάθε μέρα με δεκάδες εικόνες να περνούν από μπροστά της μέχρι να την πάρει ο ύπνος.

Κάποια στιγμή ξύπνησε γύρω στις οκτώ το βράδυ. Αναγκαστικά πήγε στην κουζίνα, έφτιαξε δυο αυγά μάτια, έκοψε λίγη ντομάτα κι έφαγε. Δεν θυμόταν αν είχε πάρει τα χάπια της.

«Στον διάολο, κι αν τα πήρα το πρωί, τι θα πάθω να τα πάρω και τώρα»;

Κατέβασε τρία τέσσερα. Έπεσε ξανά στον καναπέ με την τηλεόραση ανοιχτή απλά να παίζει. Σηκώθηκε απότομα, τράβηξε το ρολό, βγήκε στο μπαλκόνι, κοίταξε τις σκάλες του Στρέφη, το παλιό αρχοντικό παραδίπλα και τον Λυκαβηττό ψηλά. Ξαναγύρισε μέσα κι άφησε τον εαυτό της να λιώνει στον καναπέ. Γύριζε χρόνια πίσω, γευόταν στιγμές όμορφες σαν σκηνές από ταινία, ξεθωριασμένη, παλιά,  μα ζωντανή. Ερχόταν στο τώρα, ένιωθε να σφίγγεται το στομάχι της. Μια αίσθηση απελπισίας και τρόμου την κυρίευαν. Δεν μπορούσε καν να περιγράψει  πως το ένιωθε όλο αυτό σε άλλους. Μόνο η ίδια ήξερε.

Το μοναχικό της ταξίδι ανάμεσα σε ευτυχία και πόνο το διέκοψε ένα ποδοβολητό και μια τεράστια φλόγα. Σηκώθηκε υπνωτισμένη από τα χάπια, κοίταξε απέναντι και είδε  φλόγες να φτάνουν τα τέσσερα-πέντε μέτρα. Κάποιοι έβαλαν φωτιά στην τράπεζα. Δεν ταράχτηκε. Μετά από λίγο, κόσμος μαζεύτηκε, σειρήνες, πυροσβεστικές. Ένας γνωστός τηλεαστέρας, έμενε στο από κάτω τετράγωνο, έκανε πλάκα με την ένοικο του 1ου ορόφου. Ούτε χάρηκε, ούτε λυπήθηκε. Ήξερε μονάχα πως σε λίγη ώρα η Καλλιδρομίου θα έχει καθαρίσει, ο κόσμος θα πάει στα σπίτια του, οι παρέες θα εμφανιστούν στα μαγαζιά κι αυτή θα είναι έξω. Το αβάσταχτο φως της μέρας, έχει δώσει την θέση του στη νύχτα. Η τσιμεντένια πλάκα τώρα γκρεμιζόταν.

Απόψε δεν πήγε στου Μάικ. Έκανε μια γύρα σε όλα τα μπαράκια της Καλλιδρομίου. Βρήκε και γνωστούς πολλούς και τα είπανε. Σε κάποια στιγμή κι ενώ κατέβαινε προς το Καλλιδρόμιο, σταμάτησε έξω από το ταβερνάκι, εκεί που έτρωγε με τον Μάνο. Κατέβαιναν τα σκαλοπάτια αγκαλιά, κάθονταν κάτω από τις λάμπες που κρέμονταν όπως τις έβλεπε στις παλιές ελληνικές ταινίες, ερχόταν η κανάτα το κρασί και οι μεζέδες  και ξεχνούσε τα πάντα. Έστω για λίγες ώρες. Έχουν περάσει δύο χρόνια που δεν ξαναμπήκε μέσα στον κήπο. Μόνο απ’ έξω τον βλέπει όπως τώρα, κάθε φορά που θα αποφασίσει να τον κοιτάξει. Δεν το κάνει πάντα. Ενώ περνά από δίπλα, κάνει πως δεν υπάρχει. Ο Μάνος την άφησε, μετά από τέσσερα χρόνια σχέσης. Η Λένα δεν ήταν κολλημένη με την σχέση. Ήταν κολλημένη με τον Μάνο. Το σώμα του, το μυαλό του, το σεξ. Όλα μαζί και το καθένα ξεχωριστά. Ούτε για γάμους συζητούσε, ούτε για παιδιά, για τίποτα. Μόνο να ζει αυτό που ποθούσε πιο πολύ. Τον τελευταίο χρόνο η Λένα είχε πηδηχτεί με πάνω από τριάντα άντρες. Κάθε πήδημα κι ένας εμετός. Γι’ αυτό και σε κανέναν δεν επέτρεπε να μείνει στο σπίτι της μετά το σεξ. Έπρεπε να καθαρίσει. Μόνη.

Απόψε, κι αφού κατηφόριζε προς το σπίτι, είχε ολοκάθαρη σκέψη. Για τον Μάνο, τους γκόμενους, τις φοβίες της, τις εμμονές της, τους γιατρούς, την κλινική.  

«Βαρέθηκα να εκδικούμαι τους άντρες για σένα, μαλάκα». Την άκουσε κάποιος που το έλεγε μουρμουρίζοντας.  «Ναι ρε φίλε, βαρέθηκα, σιχάθηκα!  Τι κοιτάς»; Δεν την κοίταξε περισσότερο. Γύρισε αλλού το βλέμμα του ο άγνωστος άνδρας και προχώρησε.

Ξεκαθάριζε τα πάντα μέσα της. Η ανάσα της γινόταν όλο και πιο γρήγορη. Φώναζε όλο της το είναι. Χτυπιόταν με όλα όσα την βασάνιζαν για χρόνια.

«Θα σας ξαποστείλω μια και καλή απόψε».

Ανέβηκε στο σπίτι, πήγε στην κουζίνα, κάτι πήρε και κατέβηκε κάτω. Άφησε την πόρτα του διαμερίσματος μισάνοιχτη. Η γάτα την ακολούθησε αλλά της έκλεισε την έξοδο κινδύνου. Στάθηκε ασάλευτη κοιτώντας την Καλλιδρομίου. Έβγαλε μια κραυγή και τράβηξε ένα μαχαίρι.  

«Φύγε Λένα, φύγε»!

Σωριάστηκε στο πεζοδρόμιο.

Άνοιξε τα μάτια της και κοίταξε γύρω. Με έναν ορό στο χέρι, σε ένα κρεβάτι νοσοκομείου. Από πάνω της στεκόταν μια νοσοκόμα. Της είπε να μην ανησυχεί κι ότι όλα θα πάνε καλά. Το χέρι της ήταν δεμένο με επίδεσμο.

«Χρειάστηκαν πολλά ράμματα, αλλά την γλύτωσες, κοπέλα μου. Σε κακά χάλια σε έφεραν χθες τα ξημερώματα» της είπε ένας ηλικιωμένος από το διπλανό κρεβάτι.

Τον κοίταξε χωρίς να μιλήσει. Η τηλεόραση στο δωμάτιο έπαιζε την «Στέλλα». Η Λένα την είχε δει πάμπολες φορές. Δεν της άρεσε ποτέ. Κι όμως την έβλεπε όποτε τύχαινε. Είναι η σκηνή που ο Φούντας κρατά το μαχαίρι.  

«Να!  Εκεί έμενα κάποτε» λέει ο ηλικιωμένος από δίπλα «Καλλιδρομίου, Ιουστινιανού και Οικονόμου. Κοίτα ρε σκηνή. Κοίτα τα σπίτια πως ήταν. Εκεί την σκότωσε την Στέλλα ο Φούντας».

Η Λένα έμεινε καρφωμένη στην σκηνή. Λίγες ώρες πριν, εκεί ακριβώς είχε βγάλει ένα μαχαίρι κι έκοψε τις φλέβες της. Πριν το κάνει,  κραύγασε, ούρλιαξε, προειδοποίησε τον εαυτό της για το επερχόμενο κακό. Μα δεν κουνήθηκε βήμα. Το μαχαίρι διαπέρασε δέρμα και φλέβες.

«Ξεκαθάρισαν τα πράγματα τώρα, Λένα». Αυτό είπε πριν λιποθυμήσει.

Άνοιξαν παράθυρα, βγήκαν άνθρωποι, έτρεξαν και την βρήκαν χάμω. Πήραν το 166 και την μετέφεραν στο νοσοκομείο. Την πρόλαβαν.  H Λένα γύρισε πλευρό, έκλεισε τα μάτια κι άφησε τα δάκρυα να τρέξουν ασταμάτητα από τα μάτια της. Έκλαιγε για πρώτη φορά μετά από ένα χρόνο. Δεν σκεφτόταν τίποτα άλλο παρά την γάτα της, το θλιβερό δυάρι της και τον δρόμο της. Στην Καλλιδρομίου αγαπήθηκε, μισήθηκε, τσακώθηκε, βρίστηκε, γέλασε, έκλαψε, μέθυσε, ερωτεύτηκε, φίλησε, πόνεσε, μάτωσε. Ένας δρόμος κινδύνου χωρίς έξοδο. Ο δικός της δρόμος.

 

του Χάρη Μικελόπουλου

Ο Χάρης Μικελόπουλος γεννήθηκε στον Πύργο Ηλείας το 1973. Σπούδασε στον ΑΚΤΟ Art&Design College στην Αθήνα,αρχιτεκτονική και διακόσμηση εσωτερικών και εξωτερικών χώρων.Επέστρεψε στον Πύργο όπου και διατηρεί γραφείο. Γνωρίζει Αγγλικά και Ιταλικά.

Η πρώτη του προσπάθεια αφορά σε ένα παιδικό παραμύθι που κυκλοφορεί ως ebook ελεύθερα στο διαδίκτυο. Συνεχίζει να γράφει και για μεγάλους πια.

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

7 Σχόλια

  1. Άννα Ρουμελιώτη

    Συγχαρητήρια!!!!Η ιστορία σας με πήγε σε αυτόν τον δρόμο και με οδήγησε στην ψυχή της Λένας Τ με την οποία ταυτίστηκα!!Σας ευχαριστώ!!!

    Απάντηση
  2. Maroulla Panagou

    Το δράμα ζωντανο στην μαχη με τον εαυτό μας Πολυ ομορφες περιγραφές που σε κανουν να αισθάνεσαι την πίκρα της Λένας. Αξίζει άραγε να θυσιάζεις την ζωή σου για κάποιον που να μην το αξίζει;

    Απάντηση
  3. Αθηνά Μαραβέγια

    Πόσες “Λένες” είναι καλά κρυμμένες μέσα μας…
    Πόσες “Καλλιδρομίου” χαραγμένες βαθιά στις ψυχές μας…
    Τυχερές (;) όσες δεν μπήξαμε το μαχαίρι ίσαμε το κόκκαλο…
    Ευχαριστώ για τις εικόνες, τα αισθήματα, τη μυρωδιά…

    Απάντηση
  4. Βάσω Αποστολοπούλου-Αναστασίου

    “…έτρεξε προς την είσοδο της πολυκατοικίας. Η έξοδος κινδύνου από τον κόσμο.”
    “Πήραν το 166 και την μετέφεραν στο νοσοκομείο. Την πρόλαβαν.”

    Την πρόλαβαν; Ή της έκλεισαν την έξοδο κινδύνου; Αλήθεια – τι από τα δυο;

    Εξειρετικό φίλε μου Χάρη! Ζωντανό, πικρό, αυθεντικό! Πολά συγχαρητήρια!

    Απάντηση
  5. Βάσω Αποστολοπούλου-Αναστασίου

    *πολλά (!)

    Απάντηση
  6. marimar

    Για μένα ήταν τόσο ζωντανό το σκηνικό. Ξέρω πολύ καλά εκείνη την συμβολή στην Καλλιδρομίου, την μουριά, τα σκαλάκια….. Όσο για την αυτοκαταστροφική Λένα τι να πω;;;; Ίσως και να λυτρώθηκε με την κίνηση της. Ίσως να έκοψε τον γόρδιο δεσμό με τις εξόδους κινδύνου. Είναι φοβερή η μοναξιά όταν δεν έχεις κάτι για να πιαστείς, να επιπλεύσεις…..
    Χαίρομαι που το διάβασα, αν και αφήνει μια γεύση πικρή. Γιατί υπάρχουν πολλές Λένες εκεί έξω.
    Μπράβο, συνέχισε!!!

    Απάντηση
  7. Ανώνυμος

    Σας ευχαριστώ για τα καλά σας λόγια! ΧΜ.

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Κερδίστε τα!

Ημερολόγιο 2018

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!