τοβιβλίο.net

Επιλέξτε Page

Λιανοκέρια της μικρής πατρίδας, του Θοδωρή Παπαθεοδώρου

Λιανοκέρια της μικρής πατρίδας, του Θοδωρή Παπαθεοδώρου

γράφει ο Κώστας Τραχανάς

Τα «Λιανοκέρια της μικρής πατρίδας» είναι το Δεύτερο Μέρος της Τριλογίας της Μακεδονίας. Το Πρώτο Μέρος ήταν «Γυναίκες της μικρής πατρίδας» και ακολουθεί μέσα στο 2019 το Τρίτο Μέρος «Συναξάρια της μικρής πατρίδας». Και στα τρία μυθιστορήματα έχουμε τους ίδιους κεντρικούς ήρωες .

Γυναίκες της, μικρής πατρίδας… Ελληνίδες, Μακεδόνισσες…

Στην χαραυγή του εικοστού αιώνα, άγριος κι αδυσώπητος ξεσπάει ο αγώνας στη σκλάβα Μακεδονία. Η γη ματώνει, ο ελληνισμός ψυχορραγεί. Τούρκοι, Βούλγαροι, κομιτάτα, τσέτες, πυρπολήσεις, εκτελέσεις, βιασμούς, αμέτρητες θυσίες.

Γυναίκες της μικρής πατρίδας…

Δασκάλες, νοσοκόμες. Σαν την Αρετή. Σαν την Φωτεινή.

Πάλεψαν για το γένος, την πίστη, την ελευθερία. Έκλαψαν για το λατρεμένο παιδί που έχασε τόσο άδικα η μία. Για τον άντρα που αγάπησε παράφορα και σκότωσε με τα ίδια της τα χέρια η άλλη. Γυναίκες και οι δυο αδάμαστες.

Κι άγουρα βλαστάρια. Σαν τη επτάχρονη Βάσιλκα, που μάνα δε γνώρισε ποτέ, που έχασε και την αδελφή της, και που τη βρήκε σε μια σπηλιά (φωλιά αρκούδας – Αρκουδότρυπα της Γκιούβιστας), η Αρετή και την έσωσε. Εκεί βρήκαν καταφύγιο από τους Τούρκους, η Βάσιλκα και η αδελφή της η Στέριανη, μαζί και η ελληνίδα δασκάλα η Αρετή Λάσκαρη (ξαδέλφη του Ίωνα Δραγούμη).

 Όλα αυτά συνέβησαν όταν εξεγέρθηκαν οι κομιτατζήδες και τα σλαβικά κομιτάτα (εξέγερση του Ίλιντεν, το καλοκαίρι του 1903 ) και για αντίποινα οι Τούρκοι κατέκαψαν πολλά χωριά και κατέσφαξαν τους κατοίκους τους , όπως και το χωριό Ράκοβο, εκεί που ζούσε η Βάσιλκα και η δασκάλα η Αρετή .

Οι καιροί δύσκολοι, πονηροί, σκοτεινοί, άνθρωποι άλλαζαν μεριές και στρατόπεδα, κανείς δεν ήξερε από ποιον φυλαχτεί πρώτα. Τούρκικα ασκέρια, Βούλγαροι κομιτατζήδες, οπλισμένοι ληστοσυμμορίες, όλοι τούτοι αλώνιζαν τα βουνά της Μακεδονίας και θέριζαν τις ζωές των κατοίκων, κανείς δεν μπορούσε να είναι σίγουρος για κανέναν.

 Τελικά μετά από πολλές ταλαιπωρίες στα άγρια βουνά, την Αρετή και την μικρή Βάσιλκα, τις βρήκαν η ομάδα του καπετάν Βαγγέλη Στρεμπενιώτη και τις φυγάδευσε στο Μοναστήρι.

«Μόια μάικα… Μάνα μου…» έλεγε το μικρό κοριτσάκι την Αρετή, αφού άλλη μάνα δεν γνώρισε. «Κόρη μου…», έλεγε η Αρετή, αφού κόρη δεν είχε…

Εκεί στο Μοναστήρι, στο Ελληνικό νοσοκομείο, βρήκε ο Δημήτρης Λάσκαρης, ο πατέρας της Αρετής, την μονάκριβη κόρη του, εξαντλημένη και αφυδατωμένη και την έφερε στην Αθήνα στο σπίτι τους. Την μικρή Βάσιλκα την είχαν πάει στο οθωμανικό λοιμοκαθαρτήριο της πόλης, γιατί εκτός των άλλων η μικρή είχε συμπτώματα τύφου. Έτσι όταν έφυγε η Αρετή με τον πατέρα της, δεν πρόλαβε να αποχαιρετίσει τη Βάσιλκα ή να την πάρει μαζί της , αν και μετά την έψαχνε πολύ καιρό, μέσω των προξενείων, των μητροπόλεων και των εμπόρων, για να την ξαναβρεί.

Η Φωτεινή ήταν αυτή, που όταν ρωτήθηκε από έναν υπομοίραρχο, αν ήταν προδότης ο Κοσμάς, που τον βρήκαν σε κρυψώνα οπλισμού μαζί με τους Βούλγαρους, που σκότωσαν τον γιατρό Χαρισίδη και τραυμάτισαν βαριά τον Μάνο της, αν και το μίσος άστραψε στα μάτια της, η οργή πυρπόλησε τα μέσα της, η εκδίκηση θέριεψε στην καρδιά της, δεν μπόρεσε να τον καταδικάσει, γιατί ο Κοσμάς ήταν ο πρώτος άνθρωπος που της στάθηκε, ο πρώτος που την εμπιστεύτηκε, ο πρώτος φίλος που έκανε στην άγνωστη τότε Σαλονίκη. Αργότερα η ελληνίδα πράκτορας Β τάξεως Φωτεινή Βαρσάμη, αν και έγκυος κατόρθωσε…

Σαν τον Μήλιο και την Ανθή, δυο μικρά παιδιά που έκρυψε η μάνα τους μέσα στην καταπακτή κάτω από το τζάκι στο χωριό Μπρέσνιτσα, και σώθηκαν από την σφαγή των κομιταζτήδων. Έζησαν τα δύο ορφανά και κυνηγημένα, αργότερα ξανανταμώσανε.

Όταν ανέβηκε στα μακεδονικά βουνά, τον Νοέμβριο του 1904, ο ανθυπολοχαγός του πυροβολικού Παύλος Μελάς, με τριάντα παλληκάρια, τότε αποφάσισε και η Αρετή ξανά να πάει δασκάλα στο Βογατσικό Καστοριάς, κατόπιν πρόσκλησης του Μητροπολίτη Καστοριάς Καραβαγγέλη…

Στην υποδουλωμένη Μακεδονία και στη σκλάβα Θράκη, στις μικρές πατρίδες, ο Παύλος Μελάς πάλεψε να λευτερώσει, δίνοντας τη ζωή του.

Ο Παύλος Μελάς μπόρεσε με τον θάνατό του να συναγείρει τις συνειδήσεις, να ξυπνήσει την Αθήνα της ψοφιοσύνης, του εκμαυλισμού και της σήψης. Με τη ζωή του. Με τη θυσία του. Με τον ηρωικό του θάνατο…

Λιανοκέρια της μικρής πατρίδας. Φύλλα σκόρπια στο άγιο χώμα της…

Μαγεία και ευφυΐα της γλώσσας. Η γλώσσα που εύστοχα χρησιμοποιεί ο Θοδωρής Παπαθεοδώρου και οι λέξεις του σπαρταράνε. Περιστρέφονται με δίνη στο μυαλό και την ψυχή. Συνεχώς. Ανελέητα. Με κυνισμό και τρυφερότητα. Με συμπόνια. Σε συνεπαίρνουν αναγκαστικά, γιατί για να ακολουθήσεις την πορεία του ιστορικού αυτού μυθιστορήματος πρέπει να συμμετέχεις. Η μυθιστορηματική γραφή του Θοδωρή Παπαθεοδώρου είναι μια μορφή αναγέννησης. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που αγγίζει όλες τις πλευρές της ανθρώπινης εμπειρίας και προκαλεί την αναγνωστική απόλαυση, καθώς παρουσιάζονται σφαγές, βιασμοί, θυσίες, έρωτες, μίση, εκδικήσεις, ανατροπές, θάνατοι, ισορροπίες, συμβιβασμοί.

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Οι προσφορές των εφημερίδων

Οδηγός ιστοσελίδας

Λογοτεχνικοί διαγωνισμοί

Εκπαιδευτικό υλικό

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος