τοβιβλίο.net

Μάρω Βαμβουνάκη: “Ένας αφηρημένος άντρας”

19.10.2019

σχόλια

 

«Είναι η αγάπη που κρατάει έως θανάτου τις υποσχέσεις,

τους όρκους, δεν της ξεφεύγεις με το έτσι θέλω…»

 

Μάρω Βαμβουνάκη:

«Ένας αφηρημένος άντρας»

Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ

 

 –

γράφει ο Άγγελος Πετρουλάκης

Η Μάρω Βαμβουνάκη είναι πολυγραφότατη. Θα τη χαρακτήριζα και αντιπροσωπευτική για το είδος τής λογοτεχνίας που δημιουργεί. Με επίγνωση θα έλεγα πως είναι κλασική για τη λογοτεχνία τής ψυχολογίας. Το μεγάλο προσόν της είναι πως προσεγγίζει την ανθρώπινη ψυχή με ιδιαίτερη κατανόηση και αγάπη. Τα κείμενά της είναι ζωντανές αγκαλιές στοργής. Μέσα από τις πλέον σκοτεινές πτυχές τής ψυχής κατορθώνουν να εκπέμψουν φως. Να αναδείξουν τη δύναμη που μπορεί να αντλήσει ο άνθρωπος, τόσο από τον εαυτό του, όσο και από τους άλλους. Η Βαμβουνάκη εκφράζει την αισιοδοξία για τη ζωή. Και αυτό τη διαφοροποιεί και την κάνει σημαντική.

Το «Ένας αφηρημένος άντρας» είναι ένα μυθιστόρημα μιας νέας γυναίκας σε τρία επίπεδα που εξελίσσονται γραμμικά σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση. Το ένα επίπεδο αφορά τη σχέση της, ως δεκαεξάχρονη κόρη, με τους γονείς της. Το δεύτερο, τη σχέση της με το κολοσσιαίο θέμα τής φιλίας και το τρίτο αφορά τον ερωτικό της κόσμο.

Θα μπορούσε να ήταν απλά μια ενδιαφέρουσα ιστορία, ένα απλό μυθιστόρημα που θα συγκινούσε αναγνώστες οι οποίοι αναζητούν εύκολα αναγνώσματα.

Όμως, η ματιά τής ψυχολόγου, του δίνει μια ιδιαίτερη προσωπικότητα και το αναδεικνύει σε έξοχο μυθιστόρημα πολλών διαστάσεων, που μιλά ξεχωριστά σε διάφορους δέκτες: Πρώτα στους γονείς.

Οι γονείς της Μαρίας, που αλλάζει το όνομά της σε Μίκρα, για να απομακρυνθεί από το άρρωστο παρελθόν της, δεν αποτελούν σπάνια περίπτωση, αλλά συνηθισμένη. Απλά ζουν πίσω από τις κλειστές πόρτες των σπιτιών τους, χωρίς ν’ αποκαλύπτουν τον καθημερινό ενδοοικογενειακό τους πόλεμο, έναν πόλεμο με θύματα τα παιδιά.

Γονείς που ποτέ δεν αγαπήθηκαν, γονείς που ποτέ δεν σεβάστηκαν ο ένας τον άλλον, γονείς που ποτέ δεν έκαναν αυτοκριτική, γονείς που ποτέ δεν αναλογίστηκαν τι είδους εικόνες χαρίζουν στα παιδιά τους. Σ’ ένα τέτοιο άρρωστο περιβάλλον μεγαλώνει η Μαρία:

«Μεγάλωσα με γονείς που όλη τους η λίμπιντο ηδονιζόταν στο να ρίχνουν ο ένας στον άλλον το φταίξιμο, να ανακαλύπτουν εγκλήματα, να επινοούν λάθη, προκειμένου να αλληλοκατηγορηθούν. Μέρα χωρίς κατηγορητήριο ήταν μέρα χαμένη, ακόμη και γιατί έβρεχε ή γιατί είχε καύσωνα. Βρίζονταν και επινοούσαν φανταστικές δικαιολογίες για το πόσο θύμα κατάντησαν ο ένας του άλλου. Για την κατάρα που τους οδήγησε να σχετιστούν κάποτε, στο βαθύ παρελθόν της μαύρης τους μοίρας, να τυφλωθούν και να πάνε να παντρευτούν».

Η Μαρία μεγαλώνει μέσα σε εμπόλεμη ζώνη. Ζει τον τρόπο των συνεχών βομβαρδισμών. Όλα αποτυπώνονται μέσα της και θρυμματίζουν την παιδική αθωότητα, η οποία απεγνωσμένα αναζητά γαλήνη και αγάπη.

«…το χειρότερο από τη ζωή μαζί τους… ήταν οι δικοί τους τσακωμοί. Οι άγριοι τσακωμοί τους, οι επικίνδυνοι. Εκείνα τα λόγια τα βρόμικα που εκσφενδόνιζε ο ένας στον άλλο με την πρώτη αφορμή, τα λόγια που έφτυναν. Τα σκυλιασμένα επιθετικά μάτια, τα μάτια του μίσους που τους έτρεφε, η απειλή πως θα κάνουν κακό, πως θα σκοτώσουν ο ένας τον άλλο.

[…]

»Μια μαύρη τελετουργία ήταν η σχέση τους. Η ζωή τους. Εμένα με γέννησαν προκειμένου να έχουν θεατή και μάρτυρα, προκειμένου να απολαμβάνουν τις κατηγορίες, τις συκοφαντίες, το υβρεολόγιο, να επινοούν θρίλερ και μελό σενάρια…»

Στο αθώο μυαλό τής μικρής Μαρίας μια σκέψη γεννιέται, μια μόνο επιθυμία φουντώνει μέσα της: Να φύγει, να δραπετεύσει από αυτό το θανατογόνο περιβάλλον. Να πάει, πού, όμως; Να ζήσει, πώς;

Η Μαρία, ή Μίκρα όπως επιλέγει να λέγεται πια, μπορεί να καταντήσει ένα παιδί τού δρόμου, να γίνει ένα πορνίδιο, να ορμήσει στα ναρκωτικά. Όμως, όχι. Έχει μια θέληση, έχει ένα φως μέσα της. Δεν ψάχνει εύκολους δρόμους. Θα βρει μια μικρή στήριξη από έναν συμμαθητή της, ένα διαφορετικό παιδί, έναν νέο διαφορετικό από τους πολλούς, τον Πάρνωνα, που εκείνη θα τον… βαφτίσει Πάρνο.

«Όσα θα διηγούμουν μυξοκλαίγοντας στον Πάρνο θα τον άφηναν άναυδο αλλά θα σιωπούσε. Ο Πάρνος ήξερε να σέβεται την τρέλα του άλλου. Ήταν σοφός. Γνώριζε πως κανένας μας δεν είναι εντελώς ισορροπημένος, ο καθένας μπορεί να παρανοήσει μια και ο καθένας μπορεί να ερωτευθεί. Όλοι, δηλαδή, εκτός από την κατηγορία όπου ο ίδιος ανήκει, την κατηγορία που δεν δίνει σημασία στον πόθο ανθρώπου για άνθρωπο. Είναι αναπηρία; Όχι, είναι μια κατηγορία φυσιολογική…»

Ανάμεσά τους χτίζεται μια φιλία αράγιστη. Αυτή η φιλία θα είναι η αντιστήριξη σε όσα η νεαρή Μαρία/Μίκρα θα αναγκαστεί ν’ αντιμετωπίσει στη ζωή της, με σοβαρότερο απ’ όλα τον έρωτα. Ένας έρωτας που αποδεικνύεται άγονος, γιατί ο «αφηρημένος άντρας», μέσα από μια εντελώς απρόβλεπτη τροπή τής δικής του ιστορίας, επιλέγει να μείνει πατέρας, παρά ευτυχισμένος ερωτευμένος…

Η Μάρω Βαμβουνάκη έχει πάντα τη δική της, συγχωρητική, ματιά στον έρωτα. Σε κάθε βιβλίο της μιλά γι’ αυτόν με την κατανόηση του ψυχολόγου. Και είναι θεραπευτικό αυτό για τον αναγνώστη. Ξεχωρίζω, όμως, ένα απόσπασμα που αναφέρεται στον πόθο:

«Τίποτα πιο βασιλικά ανεύθυνο όσο ο πόθος ο μοναχικός, ή πιο πολύ, κατά πολύ πιο πολύ από αμοιβαίο έρωτα όταν προσεγγίζει την πραγμάτωσή του, τίποτα δεν γίνεται να τον σταματήσει, να τον ανακόψει, κανείς νόμος ανθρώπινος δεν είναι σε θέση να τον δικάσει και να βγάλει εγκεφαλικά συμπεράσματα επ’ αυτού. Είναι αθώος γιατί δεν γίνεται αλλιώς, δεν μπορεί να έχει διλήμματα. Δεν τον συλλαμβάνει κοσμικός νόμος, μόνο της φύσης νόμος είναι, από τους ισχυρότερους ο ισχυρότερος, αφού πλάθει καινούργιες ζωές, αιωνίζει το ανθρώπινο είδος, αιωνίζει τη δίψα, συνθλίβει το εγώ, κάθε όριο και ντροπή αφανίζει, κάθε αρχή και μαθημένη αξία…»

Η συγγραφέας οδηγεί τον αναγνώστη σε καταστάσεις που μπορούν να συμβούν στον καθένα, αλλά είναι ιδιαίτερα σκληρές με εξοντωτικά αδιέξοδα. Τον οδηγεί όμως και στο φως. Κρατά για το τέλος τη λύτρωση, μια λύτρωση που θα κρατήσει όρθια τη Μαρία/Μίκρα…

Ακολουθήστε μας!

Οδηγός ιστοσελίδας

Αρχείο

Επιμέλεια άρθρου Κώστας Θερμογιάννης

Επιμέλεια άρθρου

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου