Μέχρι να πάνε για ύπνο τα αστέρια

5.08.2016

woman_night_stars

Ο δρόμος μιμούνταν τη ζωή και… τραβούσε την ανηφόρα. Εκείνη οδηγούσε όσο πιο προσεκτικά και ήρεμα της επέτρεπε η κατάστασή της. Το, ματωμένο από τα χτυπήματα, χέρι της σταθερά στο τιμόνι. Ο αέρας που έμπαινε από το ανοιχτό παράθυρο του οδηγού, της ανακάτευε τα μαλλιά. Πονούσε. Αλλά δεν ήξερε πού και γιατί πονούσε περισσότερο. Αλλά συνέχιζε να οδηγεί. Τα φώτα πορείας του αυτοκινήτου φώτιζαν τον γεμάτο στροφές δρόμο. Μία αριστερά, μία δεξιά. Αριστερά της είχε τον γκρεμό, δεξιά της το βουνό.

Εκείνη οδηγούσε το αυτοκίνητο και οι τύψεις οδηγούσαν εκείνη. Αναρωτιόταν αν έπρεπε να οδηγήσει το αυτοκίνητο σε ευθεία όταν ο δρόμος έστριβε δεξιά ή όταν έστριβε αριστερά. Να πέσει στον γκρεμό και να τον κάνει τον προσωπικό της Καιάδα ή να προκαλέσει τον ακίνητο ορεινό όγκο χωρίς την παραμικρή ελπίδα εκείνος να υποχωρήσει;

Αλλά την απάντηση της την έδινε η εικόνα στον κεντρικό καθρέφτη της. Και κάθε φορά η απάντηση ήταν ίδια- θα ακολουθήσεις τον δρόμο μαμά. Στο πίσω κάθισμα, στο ειδικό παιδικό καθισματάκι κοιμόταν γαλήνια η κόρη της. Το άδειο από κακές σκέψεις κεφαλάκι της γερμένο στο πλάι. Τα σγουρά της μαλλάκια ίσα που άφηναν να φανεί το μαυρισμένο της μάτι. Αλλά παρά τον πόνο, είχε καταφέρει να κοιμηθεί, εν μέρει χάρις στις στροφές του δρόμου.

Ο δρόμος συνέχιζε στο ίδιο μοτίβο και η εικόνα της κόρης της από τον κεντρικό καθρέφτη του αυτοκινήτου της έφερνε συνειρμικά, εικόνες και αναμνήσεις. Πόσο άδικα είχε φερθεί. Πόσο πόνο της είχε προκαλέσει. Τώρα όμως όλα θα τελείωναν. Όλα θα γίνονταν μεμιάς παρελθόν. Ένα δάκρυ έτρεξε στο μάγουλό της και έπεσε στον δικό του καιάδα, ακριβώς τη στιγμή που κι εκείνη επανέφερε το αυτοκίνητο στο δρόμο αποφεύγοντας με τροχούς που στρίγγλισαν, τον μεγάλο καιάδα από κάτω τους.

Πόσο πόνο της είχε προκαλέσει. Εκείνη που τόσα είχε υπομείνει όσο την είχε στην κοιλιά, τώρα θαρρείς την εκδικούνταν για εκείνους τους 9 μήνες. «Όχι 9. Μη μπερδεύεσαι κοπελιά» έλεγε στον εαυτό της «γέννησες πρόωρα!» Ευτυχώς μόλις είχε μπει στο μήνα της, πηδώντας τον σκόπελο του 8ου μήνα. Αδιάφορη ιστορία έλεγε συνεχώς όταν τη ρωτούσαν. Κάποιες φορές το απέδιδε στην τύχη, κάποιες φορές έλεγε ότι επρόκειτο για κάτι που είχε διαβάσει ότι το έλεγαν «προεκλαμψία». Είχε όμως πολλές λεπτομέρειες και πολλούς ιατρικούς όρους για να μπορέσει να υποστηρίξει το ψέμα του πρόωρου τοκετού λόγω «προεκλαμψίας» οπότε και το εγκατέλειψε.

Η αλήθεια ήταν πως δεν ήθελε να κουραστεί για να βρει μια ιστορία και απλά το απέδιδε στη βιαστική κόρη της. Την κόρη της που βιαζόταν να γεννηθεί, να μεγαλώσει, να φάει στερεά τροφή, να σταθεί όρθια, να περπατήσει, να τρέξει, να... να… η λίστα είχε πολλές καταχωρήσεις ακόμη. Τόσα και τόσα μπορούσε να θυμηθεί. Τόσες μελανιές από πτώσεις στα χαλίκια, γδαρσίματα από τα δέντρα και τρυπήματα από τα αγκάθια στις τριανταφυλλιές του πάρκου της γειτονιάς τους.

Κι ήταν μόλις τεσσάρων. Σε λίγες εβδομάδες θα ήταν τα τέταρτα γενέθλιά της. Πόσο καιρό ακόμη θα άντεχε η άμοιρη η μάνα να την κυνηγάει; Από πόσες κακοτοπιές να την προλάβει; Ή μήπως εκεί ήταν που έκανε λάθος; Μήπως εκείνο ήταν το βασικότερο λάθος στο συλλογισμό της; Μήπως η κορούλα της δε βιαζόταν αλλά απλά είχε το θάρρος και το σθένος να τα ζήσει όλα αυτά;

Μήπως εκείνη η ίδια ήταν η κακοτοπιά στην καθημερινότητα της κόρης της; Μήπως έπρεπε να βρει τρόπο να την προστατεύσει από την ίδια της τη μητέρα; Από την ίδια εκείνη που την έφερε στον κόσμο τούτο;

Άλλο ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλό της, ανεξάρτητα από τη θέλησή της, στις σκέψεις αυτές. Αυτή τη φορά έχασε στιγμιαία τον έλεγχο του αυτοκινήτου. Τον ανέκτησε όμως αμέσως, κάνοντας μια απότομη κίνηση. Η μικρή ξύπνησε. Στην άκρη του σιωπηλού δρόμου, σταμάτησε το αυτοκίνητο. Άνοιξε την πόρτα και πήγε πίσω.

«Μαμά, τι έγινε;»

«Τίποτε άγγελέ μου. Κοιμήσου αγάπη μου!»

«Φτάσαμε;»

«Όχι γλυκιά μου. Συγγνώμη. Σε λίγο όμως φτάνουμε. Πριν πάνε για ύπνο στα αστεράκια θα έχουμε φτάσει.»

«Μαμά…»

«Ναι αγάπη μου»

«Δεν πειράζει. Σ’ αγαπάω!»

Και χωρίς να περιμένει απάντηση, όπως κάθε γνήσια και αθώα παιδική ψυχούλα, έπεσε ξανά πίσω στο κάθισμά της και κοιμήθηκε πάλι.

«Πριν πάνε για ύπνο τα αστέρια…» σκέφτηκε ξανά και έκανε έναν πρόχειρο υπολογισμό. Ναι. Αρκούσε. Ξημέρωνε Κυριακή. Θα έφταναν στο χωριό στην ορεινή Αρκαδία. Ένα χωριό που είχε πατρικό σπίτι μία φίλη της και μπορούσε να τη φιλοξενήσει. Μέχρι να συνειδητοποιήσει ο άντρας της ότι λείπουν εκείνη και η μικρή, θα είχε πάει μεσημέρι. Ίσως με λίγη τύχη, νωρίς το απόγευμα της Κυριακής αν ξυπνούσε με τον γνωστό πονοκέφαλο- συνέπεια της κραιπάλης του Σαββατόβραδου.

Η καημένη η μάνα… Μπορούσε να ανεχτεί τα πάντα. Είχε φανεί τόσα χρόνια. Ακόμη και τους μήνες που ήταν πρησμένη σα μπαλόνι και εκείνος είχε βαλθεί να τη σκάσει. Και τα τελευταία χρόνια κιόλας που οι μελανιές της μικρής ήταν περισσότερες από τις πτώσεις στα χαλίκια αλλά δεν είχε ποτέ απτές αποδείξεις η άμοιρη η μάνα. Δεν είχε συμβεί ποτέ κάτι μπροστά της.

Αυτή τη φορά όμως, ο καυγάς είχε αγριέψει. Και η μικρή είχε δείξει τα αποθέματα παιδικού θάρρους που ξεπερνούν τα όρια των μεγάλων. Είχε βγει μπροστά και είχε υπερασπιστεί τη μαμά της. Και είχε λάβει την αδικαιολόγητη οργή του βιολογικού- μονάχα- πατέρα της.

Ακόμη κι όταν τις κλείδωνε στο σπίτι κι εκείνος έβγαινε με την παρέα του και γυρνούσε από δω κι από κει, εκείνη έκανε υπομονή. Για το παιδί της το μονάκριβο. Όσο κι αν είχε προσπαθήσει όμως, δεν είχε καταφέρει να βρει ένα πλάνο διαφυγής. Και κατηγορούσε συνεχώς τον εαυτό της για τα όσα βίωνε η μικρή.

Και για το καλό και των δύο, έκλεισε ο διακόπτης στο μυαλό της μαμάς και πήρε την απόφαση. Ανέτρεψε τα πάντα. Για πάντα. Αναρωτιόταν αν είχε κάνει το σωστό. Μέχρι που άκουσε τη νεραϊδένια φωνή της ερμηνεύτριας στο ραδιόφωνο… «Τη ζωή μου μηδενίζω, πάει να πει πως ξαναρχίζω...»

 

Αφιερωμένο σε όλες εκείνες τις γυναίκες- χωρίς να είναι απαραίτητο κάποιο όνομα- που τολμούν το βήμα της ελευθερίας.

 

_

γράφει ο Πασχάλης Παπατσολιάς

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Ακολουθήστε μας

Η βαλίτσα και το αλεξικέραυνο

Η βαλίτσα και το αλεξικέραυνο

Ούτε οι κατασκοπίες μού αρέσουν – χρειάζεται κάποιος να έχει μεγάλες αντοχές, τόσο σωματικές όσο και ψυχικές για ένα τέτοιο μπλέξιμο- ούτε μυστήρια και οι ίντριγκες, τα μαχαιροβγάλματα και τα τρομοκρατικά κτυπήματα πίσω από κατεβασμένες κουκούλες και οδοφράγματα από...

Νόστος

Νόστος

Η Λουκρητία αγουροξυπνημένη και πατώντας στις μύτες των ποδιών της για να μην ταράξει τον Γιάννη, προχωρά προς προς τον γωνιακό μπουφέ του δωματίου, στο σεντούκι με τις αναμνήσεις. Ανοίγει το κάτω συρτάρι και κρατά στα χέρια της μια πολύτιμη φωτογραφία, αδιάψευστο...

Η διάσταση

Η διάσταση

«Έχω μια βιβλιοθήκη» της είπα. «Αξίζει να τη δεις».  «Έλα τώρα»! απάντησε και πήρε εκείνο το ύφος το ενοχλημένο, όταν πιέζεται για κάτι που δε θέλει. «Πιστεύεις πως μπορώ να χάνω το χρόνο μου με βιβλία; Δεν με ενδιαφέρουν. Κάτι άλλο πρέπει να βρω, να περνάω τις...

Να βλέπω το Θεό…

Να βλέπω το Θεό…

- γράφει ο Κώστας Θερμογιάννης - Είχε ανάγκη την παρουσία του, έστω και βουβή. Οι Παρασκευές ήταν δύσκολες, άλλαξαν όλα από τότε που εκείνος έφυγε από κοντά της μια Παρασκευή βράδυ, ένα φθινόπωρο σαν και τούτο, μουντό κι αφιονισμένο σαν τα λυσσασμένα σκυλιά που...

Αυτά τα αβέβαια χρόνια

Αυτά τα αβέβαια χρόνια

Ο Παύλος δεν ήταν ξεκούραστος. Άφησε το βλέμμα του να περιπλανηθεί για λίγο στις αφίσες του φοιτητικού του διαμερίσματος και στο ομοίωμα ανθρώπινου σκελετού που στόλιζε το γραφείο του και στη σκέψη του άφηνε τον εαυτό να τον φαντάζεται να καθαρίζει τη βρωμιά που...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Ακολουθήστε μας στο Google News

Διαβάστε κι αυτά

Αυτά τα αβέβαια χρόνια

Αυτά τα αβέβαια χρόνια

Ο Παύλος δεν ήταν ξεκούραστος. Άφησε το βλέμμα του να περιπλανηθεί για λίγο στις αφίσες του φοιτητικού του διαμερίσματος και στο ομοίωμα ανθρώπινου σκελετού που στόλιζε το γραφείο του και στη σκέψη του άφηνε τον εαυτό να τον φαντάζεται να καθαρίζει τη βρωμιά που...

Η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής της

Η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής της

_ γράφει η Μαργαρίτα Κτωρίδου - «Η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής σου!». Έτσι της έλεγαν όλοι. Μα εκείνη δεν ένιωθε έτσι. Η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής της είχε περάσει. Ξημέρωσε κι έφυγε μαζί του. Η Μένη. Πού είναι η Μένη;  Τη βρίσκει πάνω από το τραπέζι -φυσικά. Η...

Ιστορίες καραντίνας

Ιστορίες καραντίνας

_ γράφει η Μαργαρίτα Κτωρίδου - Ι. ΤΙ ΜΕΡΑ ΕΙΝΑΙ ΡΕ ΠΑΙΔΙΑ; Είναι Κυριακή. Όχι είναι Τρίτη. Αποκλείεται να είναι Κυριακή σήμερα, γιατί τότε σημαίνει πως χθες που έκανα φασόλια ήταν Σάββατο. Δεν είναι μέρα για φασόλια το Σάββατο. Και αν χθες ήταν Σάββατο κι εμείς...

6 σχόλια

6 Σχόλια

  1. Μάχη Τζουγανάκη

    Τα συγχαρητήριά μου για την πολύ όμορφη και ευαίσθητη γραφή και γιατί είναι κάτι παραπάνω από τιμή να έχουμε στη σελίδα μας τέτοιους ανθρώπους… Ας είναι ηχηρό το μήνυμα της δύναμης σε όλες τις γυναίκες που το χρειάζονται.

    Απάντηση
    • Πασχάλης Παπατσολιάς

      Σας ευχαριστώ θερμά για τα καλά σας λόγια και παρακαλώ δεχθείτε τη συγγνώμη μου για την καθυστερημένη απάντηση στο ιδιαιτέρως κολακευτικό σας σχόλιο.

      Απάντηση
  2. Άννα Ρουμελιωτη

    Μπράβο σας!!!!!

    Απάντηση
    • Πασχάλης Παπατσολιάς

      Σας ευχαριστώ πολύ! Αν μη τι άλλο, ένα μπράβο από σας- δε σας γνωρίζω, γνωρίζω τα κείμενά σας στη σελίδα- είναι περα για πέρα ενθαρρυντικό!

      Απάντηση
  3. Αθηνά Μαραβέγια

    Αν το όνομα δεν είναι ψευδώνυμο, προσωπικά, οφείλω ένα μεγάλο ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ για το αφιέρωμα αυτό από έναν άντρα!!!! Ένα κείμενο καλογραμμένο, χωρίς πολλές φιοριτούρες, όπως τις λέω εγώ, με απλή και αληθινή, γι αυτό και τόσο όμορφη, γραφή!!!!!!!!!!
    Καλή συνέχεια και πάλι ευχαριστώ!!!!!!!!!!

    Απάντηση
    • Πασχάλης Παπατσολιάς

      Αν και το όνομα είναι ψευδώνυμο, το αφιέρωμα αυτό είναι γραμμένο από άνδρα αλλά ασφαλώς και δεν του οφείλετε τίποτα. Και αν κάποιος μπορεί να υποθέσει ότι με κάποιον μαγικό τρόπο του οφείλατε, ξεχρεώσατε με τα ενθαρρυντικά λόγια που γράψατε! Αν κάποιος χρωστάει κάτι σε κάποιον, εκείνος δεν μπορεί να είναι άλλος από τον γράφοντα για την ασύγγνωστη καθυστέρηση στην απάντηση του σχολίου σας!
      Καλό σας βράδυ!

      Απάντηση

Υποβολή σχολίου