woman_night_stars

Ο δρόμος μιμούνταν τη ζωή και… τραβούσε την ανηφόρα. Εκείνη οδηγούσε όσο πιο προσεκτικά και ήρεμα της επέτρεπε η κατάστασή της. Το, ματωμένο από τα χτυπήματα, χέρι της σταθερά στο τιμόνι. Ο αέρας που έμπαινε από το ανοιχτό παράθυρο του οδηγού, της ανακάτευε τα μαλλιά. Πονούσε. Αλλά δεν ήξερε πού και γιατί πονούσε περισσότερο. Αλλά συνέχιζε να οδηγεί. Τα φώτα πορείας του αυτοκινήτου φώτιζαν τον γεμάτο στροφές δρόμο. Μία αριστερά, μία δεξιά. Αριστερά της είχε τον γκρεμό, δεξιά της το βουνό.

Εκείνη οδηγούσε το αυτοκίνητο και οι τύψεις οδηγούσαν εκείνη. Αναρωτιόταν αν έπρεπε να οδηγήσει το αυτοκίνητο σε ευθεία όταν ο δρόμος έστριβε δεξιά ή όταν έστριβε αριστερά. Να πέσει στον γκρεμό και να τον κάνει τον προσωπικό της Καιάδα ή να προκαλέσει τον ακίνητο ορεινό όγκο χωρίς την παραμικρή ελπίδα εκείνος να υποχωρήσει;

Αλλά την απάντηση της την έδινε η εικόνα στον κεντρικό καθρέφτη της. Και κάθε φορά η απάντηση ήταν ίδια- θα ακολουθήσεις τον δρόμο μαμά. Στο πίσω κάθισμα, στο ειδικό παιδικό καθισματάκι κοιμόταν γαλήνια η κόρη της. Το άδειο από κακές σκέψεις κεφαλάκι της γερμένο στο πλάι. Τα σγουρά της μαλλάκια ίσα που άφηναν να φανεί το μαυρισμένο της μάτι. Αλλά παρά τον πόνο, είχε καταφέρει να κοιμηθεί, εν μέρει χάρις στις στροφές του δρόμου.

Ο δρόμος συνέχιζε στο ίδιο μοτίβο και η εικόνα της κόρης της από τον κεντρικό καθρέφτη του αυτοκινήτου της έφερνε συνειρμικά, εικόνες και αναμνήσεις. Πόσο άδικα είχε φερθεί. Πόσο πόνο της είχε προκαλέσει. Τώρα όμως όλα θα τελείωναν. Όλα θα γίνονταν μεμιάς παρελθόν. Ένα δάκρυ έτρεξε στο μάγουλό της και έπεσε στον δικό του καιάδα, ακριβώς τη στιγμή που κι εκείνη επανέφερε το αυτοκίνητο στο δρόμο αποφεύγοντας με τροχούς που στρίγγλισαν, τον μεγάλο καιάδα από κάτω τους.

Πόσο πόνο της είχε προκαλέσει. Εκείνη που τόσα είχε υπομείνει όσο την είχε στην κοιλιά, τώρα θαρρείς την εκδικούνταν για εκείνους τους 9 μήνες. «Όχι 9. Μη μπερδεύεσαι κοπελιά» έλεγε στον εαυτό της «γέννησες πρόωρα!» Ευτυχώς μόλις είχε μπει στο μήνα της, πηδώντας τον σκόπελο του 8ου μήνα. Αδιάφορη ιστορία έλεγε συνεχώς όταν τη ρωτούσαν. Κάποιες φορές το απέδιδε στην τύχη, κάποιες φορές έλεγε ότι επρόκειτο για κάτι που είχε διαβάσει ότι το έλεγαν «προεκλαμψία». Είχε όμως πολλές λεπτομέρειες και πολλούς ιατρικούς όρους για να μπορέσει να υποστηρίξει το ψέμα του πρόωρου τοκετού λόγω «προεκλαμψίας» οπότε και το εγκατέλειψε.

Η αλήθεια ήταν πως δεν ήθελε να κουραστεί για να βρει μια ιστορία και απλά το απέδιδε στη βιαστική κόρη της. Την κόρη της που βιαζόταν να γεννηθεί, να μεγαλώσει, να φάει στερεά τροφή, να σταθεί όρθια, να περπατήσει, να τρέξει, να... να… η λίστα είχε πολλές καταχωρήσεις ακόμη. Τόσα και τόσα μπορούσε να θυμηθεί. Τόσες μελανιές από πτώσεις στα χαλίκια, γδαρσίματα από τα δέντρα και τρυπήματα από τα αγκάθια στις τριανταφυλλιές του πάρκου της γειτονιάς τους.

Κι ήταν μόλις τεσσάρων. Σε λίγες εβδομάδες θα ήταν τα τέταρτα γενέθλιά της. Πόσο καιρό ακόμη θα άντεχε η άμοιρη η μάνα να την κυνηγάει; Από πόσες κακοτοπιές να την προλάβει; Ή μήπως εκεί ήταν που έκανε λάθος; Μήπως εκείνο ήταν το βασικότερο λάθος στο συλλογισμό της; Μήπως η κορούλα της δε βιαζόταν αλλά απλά είχε το θάρρος και το σθένος να τα ζήσει όλα αυτά;

Μήπως εκείνη η ίδια ήταν η κακοτοπιά στην καθημερινότητα της κόρης της; Μήπως έπρεπε να βρει τρόπο να την προστατεύσει από την ίδια της τη μητέρα; Από την ίδια εκείνη που την έφερε στον κόσμο τούτο;

Άλλο ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλό της, ανεξάρτητα από τη θέλησή της, στις σκέψεις αυτές. Αυτή τη φορά έχασε στιγμιαία τον έλεγχο του αυτοκινήτου. Τον ανέκτησε όμως αμέσως, κάνοντας μια απότομη κίνηση. Η μικρή ξύπνησε. Στην άκρη του σιωπηλού δρόμου, σταμάτησε το αυτοκίνητο. Άνοιξε την πόρτα και πήγε πίσω.

«Μαμά, τι έγινε;»

«Τίποτε άγγελέ μου. Κοιμήσου αγάπη μου!»

«Φτάσαμε;»

«Όχι γλυκιά μου. Συγγνώμη. Σε λίγο όμως φτάνουμε. Πριν πάνε για ύπνο στα αστεράκια θα έχουμε φτάσει.»

«Μαμά…»

«Ναι αγάπη μου»

«Δεν πειράζει. Σ’ αγαπάω!»

Και χωρίς να περιμένει απάντηση, όπως κάθε γνήσια και αθώα παιδική ψυχούλα, έπεσε ξανά πίσω στο κάθισμά της και κοιμήθηκε πάλι.

«Πριν πάνε για ύπνο τα αστέρια…» σκέφτηκε ξανά και έκανε έναν πρόχειρο υπολογισμό. Ναι. Αρκούσε. Ξημέρωνε Κυριακή. Θα έφταναν στο χωριό στην ορεινή Αρκαδία. Ένα χωριό που είχε πατρικό σπίτι μία φίλη της και μπορούσε να τη φιλοξενήσει. Μέχρι να συνειδητοποιήσει ο άντρας της ότι λείπουν εκείνη και η μικρή, θα είχε πάει μεσημέρι. Ίσως με λίγη τύχη, νωρίς το απόγευμα της Κυριακής αν ξυπνούσε με τον γνωστό πονοκέφαλο- συνέπεια της κραιπάλης του Σαββατόβραδου.

Η καημένη η μάνα… Μπορούσε να ανεχτεί τα πάντα. Είχε φανεί τόσα χρόνια. Ακόμη και τους μήνες που ήταν πρησμένη σα μπαλόνι και εκείνος είχε βαλθεί να τη σκάσει. Και τα τελευταία χρόνια κιόλας που οι μελανιές της μικρής ήταν περισσότερες από τις πτώσεις στα χαλίκια αλλά δεν είχε ποτέ απτές αποδείξεις η άμοιρη η μάνα. Δεν είχε συμβεί ποτέ κάτι μπροστά της.

Αυτή τη φορά όμως, ο καυγάς είχε αγριέψει. Και η μικρή είχε δείξει τα αποθέματα παιδικού θάρρους που ξεπερνούν τα όρια των μεγάλων. Είχε βγει μπροστά και είχε υπερασπιστεί τη μαμά της. Και είχε λάβει την αδικαιολόγητη οργή του βιολογικού- μονάχα- πατέρα της.

Ακόμη κι όταν τις κλείδωνε στο σπίτι κι εκείνος έβγαινε με την παρέα του και γυρνούσε από δω κι από κει, εκείνη έκανε υπομονή. Για το παιδί της το μονάκριβο. Όσο κι αν είχε προσπαθήσει όμως, δεν είχε καταφέρει να βρει ένα πλάνο διαφυγής. Και κατηγορούσε συνεχώς τον εαυτό της για τα όσα βίωνε η μικρή.

Και για το καλό και των δύο, έκλεισε ο διακόπτης στο μυαλό της μαμάς και πήρε την απόφαση. Ανέτρεψε τα πάντα. Για πάντα. Αναρωτιόταν αν είχε κάνει το σωστό. Μέχρι που άκουσε τη νεραϊδένια φωνή της ερμηνεύτριας στο ραδιόφωνο… «Τη ζωή μου μηδενίζω, πάει να πει πως ξαναρχίζω...»

 

Αφιερωμένο σε όλες εκείνες τις γυναίκες- χωρίς να είναι απαραίτητο κάποιο όνομα- που τολμούν το βήμα της ελευθερίας.

 

_

γράφει ο Πασχάλης Παπατσολιάς

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!