Select Page

Μαύρη Αυγή, του Θάνου Δραγούμη

_

Ένα εξαιρετικό βιβλίο, γεμάτο μίσος, οργή, αγωνία, σασπένς, αλήθειες, ανατροπές, εκπλήξεις και οικεία κακά. Σε πολλά σημεία μου θύμισε Φρέντερικ Φορσάιθ, τόσο δυνατό και σκληρό είναι. Και έχουμε και το καλύτερο ντουέτο ντετέκτιβ της ελληνικής λογοτεχνίας. Και έχουμε και μια ιστορία μέσω της οποίας μαθαίνουμε το υπόβαθρο για τις τρομοκρατικές ενέργειες της 17 Νοέμβρη και για όσες ομάδες ακολούθησαν μετά τη διάλυσή της.

Το κείμενο είναι καταπληκτικό. Κοφτές προτάσεις, αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο και μια από τις καλύτερες εισαγωγές σε βιβλίο: περιγράφει πρόσωπα και καταστάσεις και τα συνδέει με έναν τρόπο που αφήνει τον αναγνώστη άφωνο. Όταν έχετε τελειώσει με τις “συστάσεις” και αρχίζει να κλιμακώνεται η πλοκή, δεν υπάρχει περίπτωση να το αφήσετε από τα χέρια σας. Χάρη σε αυτό το βιβλίο έμαθα πολλά πράγματα για το λόγο ύπαρξης της τρομοκρατίας από τη δεκαετία του 1970, πώς συνδέεται η τρομοκρατία με τα διεθνή κανάλια εμπορίας σαρκός, όπλων και ναρκωτικών, κατάλαβα από πού πηγάζει η άνοδος, η ύπαρξη και η δύναμη της Χρυσής Αυγής, πώς συνδέεται η τρομοκρατία από χώρα σε χώρα στα Βαλκάνια, πληροφορίες που όμως ο συγγραφέας τις βασίζει σε πηγές. Μπράβο του λοιπόν και για τον τρόπο γραφής και για τις γνώσεις αυτές που προσωπικά με βοήθησαν πολύ να συνδέσω ονόματα και καταστάσεις, αίτια και αιτιατά. Στο βιβλίο ζούμε τις τραγικές στιγμές της πυρπόλησης της πόλης μετά τον θάνατο του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, ξαναζούμε την πυρκαγιά της Marfin και τους νεκρούς που άφησε πίσω της, διαβάζουμε για τις πορείες και τα επεισόδια των αναρχικών και τι κρύβεται πίσω τους και πώς είναι αριστοτεχνικά σχεδιασμένα και στοχευμένα κάθε φορά και πολλά άλλα.

Τι να γράψω για τον αστυνόμο Βερέμη και για τις ωμές σκηνές που έζησε στη Γιουγκοσλαβία, για το αίμα και τον θάνατο που αντίκριζε σε κάθε του βήμα; Τι να γράψω για την ομοφυλόφιλη Μαρόγλου, που μιλάει σαν νταλικέρης και η γνωριμία της με τον Βερέμη θα αλλάξει για πάντα τη ζωή, τα συναισθήματα και τη νοοτροπία της; Όπως είπα και πιο πάνω οι δύο ντετέκτιβ είναι πολύ καλοδουλεμένοι και η σχέση τους περνάει διά πυρός και σιδήρου.

Η κεντρική ιδέα είναι εξαιρετική: πτώματα αρχίζουν να εμφανίζονται παντού (ο συγγραφέας μας τους συστήνει όλους με μοναδικό και πρωτότυπο τρόπο, όπως είπα και πιο πριν), λογαριασμοί κλείνουν, στόματα επίσης, κάποιος θέλει να προλάβει τις εξελίξεις και να μη βρεθούν ενοχοποιητικά στοιχεία εναντίον του και εναντίον της εταιρείας που χρησιμοποιεί για ξέπλυμα χρήματος. Τι συμβαίνει; Πώς συνδέονται οι νεκροί; Υπεράκτιες εταιρείες, μίζες, όπλα, γυναίκες, όλα μπλεγμένα σε ένα αιμάτινο κουβάρι, από το οποίο δύσκολα ξεχωρίζεις την άκρη και θέλει μεγάλη προσοχή να μη σε φάνε πριν ξεμπλέξεις! Αφήνω το ίδιο κείμενο να πείσει και τους υπόλοιπους δύσπιστους αναγνώστες!

Χαρακτηριστικά αποσπάσματα:

“Πίσω από τις ένστολες διμοιρίες ένας συρφετός από πενήντα περίπου άτομα. Ελληνικές σημαίες, ξύλινα παλούκια και μαύρες μπλούζες, πολλά ξυρισμένα κεφάλια. Είναι οι φασίστες που πολλές φορές σπεύδουν να συνδράμουν αυτόκλητοι τις δυνάμεις καταστολής και αποκατάστασης τάξης, τους φυσικούς τους συμμάχους, όπως τους θεωρούν. Χρήσιμοι, ούτε δεσμεύσεις από νόμους ούτε δελτία Τύπου ούτε ζόρικες ερωτήσεις από δημοσιογράφους ούτε εξηγήσεις στα παράθυρα των καναλιών, οι ερασιτέχνες κάνουν όλη τη βρόμικη δουλειά που δεν μπορούν να κάνουν οι επαγγελματίες. Η κατάσταση σε μικρογραφία θυμίζει ορδή σταυροφόρων, εμπρός η αριστοκρατία των ιπποτών, πίσω η πλέμπα των πλιατσικολόγων” (σελ. 63).

“Μια ευτραφής πενηντάρα, βαμμένη σαν σκουριασμένο κάγκελο που θέλει επειγόντως πέρασμα με μίνιο, ανοίγει την ξύλινη φθαρμένη πόρτα. -Καλώς τον Μπάμπη… -Έχεις πελάτη; -Ανάσκελα σου άνοιξα την πόρτα, ρε μόρτη; -Όχι… -Ε, τότε τι ρωτάς;” (σελ. 76).

“Λίγους μήνες σχέση, κάτι μεταξύ Καμπούλ, Δαμασκού και πλατείας Ταχρίρ. Δύο στα τρία βράδια τους θύμιζαν βομβαρδισμένο τοπίο”. (σελ. 83).

“…αλλά ένεκα το ανοιξιάτικο δείλι και η ώρα, οι κούνιες ήταν πιο γεμάτες και από τρόλεϊ μέρα που απεργεί το μετρό”  &  “…αλλά με το στομάχι του να γαζώνει σαν κουμποτρυπού σε διπλοβάρδια, η υπομονή του είχε εξαντληθεί” (σελ. 182).

“Μέχρι το τρίτο ποτάκι, όπως ο κάθε μέσος άνθρωπος, η Δάφνη έλεγχε την κατάσταση -ο ορθολογισμός μπροστά στη σημαία και ο συναισθηματισμός πιο πίσω, τιμητικό άγημα, ούτως ειπείν. Μετά το τρίτο και μέχρι το πέμπτο ποτό, η σημαία άλλαξε χέρια, συναίσθημα μέχρι τα μπούνια, δάκρυ στο μάτι, κεφάλι παρκαρισμένο στο λακαρισμένο ξύλο, σήκωμα μόνο για πόση, μονόλογοι, ονόματα, στεναγμοί, σιχτίρια, όλο το πακέτο μιας απελπισμένης ψυχής” (σελ. 232).

“…μετά το ξέσπασμα της κρίσης τα καλόπαιδα με τα μαύρα μπουφάν, τα άρβυλα και τα ξυρισμένα κεφάλια έχουν κάνει τον βίο αβίωτο στους ομοεθνείς του, λες κι αυτοί φταίνε για τΟ χάλι της χώρας, λες και δεν ήταν δικοί μας όσοι τους στοίβαζαν πενήντα πενήντα σε τρώγλες με πέντε ευρώ το κεφάλι ή τους έβαζαν να λιώνουν όλη μέρα στα χωράφια και μετά τους έδερναν και τους ξαπόστελναν απλήρωτους” (σελ. 239).

“Μανάδες…Χρειάζονται είκοσι χρόνια για να κάνουν τα αγόρια τους άντρες κι άλλα σαράντα για να τα ξανακάνουν παιδιά” (σελ. 329).

“Κάποιοι έχουν πει πως τρεις είναι οι μοχλοί που κινούν τον άνθρωπο: φόβος, απληστία και περιέργεια. Λάθος. Τέσσερις. Ο τέταρτος, ο πιο δυνατός απ’ όλους: λαχτάρα. Άλλοι τη λένε έρωτα, άλλοι μίσος. Λαχτάρα για κάτι. Δυνατή, καθαρή λαχτάρα να ταράζει τα σωθικά” (σελ. 393).

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Εγγραφείτε στο newsletter

Ακολουθήστε μας!

Follows

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Έλληνες εκδότες

Έλληνες εκδότες

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!