‘Μεγάλο Καφενείο’ και μία ευρύτερη θεώρηση περί καφενείων

28.12.2019

 

_

γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης

«Καθώς παρατηρούσα τα δύο καβουράκια του Βικέντιου Βαν Γκογκ, να ερωτοτροπούν σε πρασινογάλαζα νερά η λονδρέζικη πινακοθήκη πλημμύρισε με ήχους του Τσιτσάνη. Δεν χρειάστηκε να εξηγήσω οτιδήποτε στους Ιάπωνες επισκέπτες αφού τον ήχο μόνον εγώ τον άκουσα»

Βαγγέλης Χρόνης, ‘Τα Καβουράκια’

 

Με ένα σύντομο και ενδιαφέρον άρθρο του στην εφημερίδα ‘Η Καθημερινή,’ ο δημοσιογράφος Νίκος Βατόπουλος[1] αναφέρεται στην περίπτωση του χώρου που φέρει την χαρακτηριστική ονομασία ‘Μεγάλο Καφενείο,’ χρησιμοποιώντας ένα σχήμα που δεν απέχει ιδιαίτερα από το διττό πλαίσιο της ‘συγ-κίνησης’[2] έως και ‘νοσταλγίας’ για την ύπαρξη παραδοσιακών καφενείων στην Ελλάδα και σε περιοχές της χώρας, αναδεικνύοντας εν συντομία και το ιστορικό ενός καφενείου που δεσπόζει ευρισκόμενο στην πόλη της Τρίπολης.

Η ίδρυση του τοποθετείται τον 19ο αιώνα, και όπως αναφέρει ο ίδιος ο δημοσιογράφος, σημαίνοντας τον άξονα της χρονικής αλληλουχίας που ‘συν-διαλέγεται’ και με φάσεις ανάπτυξης, «ο Δημήτρης Αθανασιάδης (1876-1965) ήταν ευεργέτης της πόλης και στις μέρες του το «Μεγάλο Καφενείο» γνώρισε δόξες. Πέρασαν θίασοι και μουσικοί. Το ανακαίνισε εκ βάθρων το 1898 παίρνοντας τη σκυτάλη από τον πατέρα του και εκείνος πήρε με τη σειρά του το οίκημα από τον πρωτοπόρο ιατρό Ιωάννη Πύρλα. Πολλά χέρια άλλαξε το «Καφενείο» και σήμερα, έχει όλη εκείνη την ομορφιά που αφήνει ο χρόνος».[3]

Δίχως να αποτελεί την ‘εξαίρεση’ στον ‘κανόνα’ που θέλει τα παραδοσιακά καφενεία (‘καφενές’) να ‘εξαφανίζονται’ συνεπεία των ευρύτερων κοινωνικών-πολιτισμικών μεταβολών που έχουν επέλθει, ή και της αλλαγής χρήσης τους, δύναται να αναφερθεί ό,τι το Αρκαδικό ‘Μεγάλο Καφενείο’ διατηρεί κάτι από το ‘πνεύμα’ του κλασικισμού, κάτι που καθίσταται εμφανές στην διακόσμηση του, που, εν προκειμένω, ‘εμπλουτίζεται’ (ίδια συνάρθρωση) με όψεις ενός σύγχρονου design[4] το οποίο και δια-φαίνεται στη διαρρύθμιση της ‘αναγκαίας’ απόσταση μεταξύ των τραπεζοκαθισμάτων, εκεί όπου ο χώρος προβαίνει στη συνύφανση λειτουργιών καφετέριας και καφενείου.

Το τελευταίο[5] αποτέλεσε ιδιαίτερο ‘τόπο’ μάζωξης στην μεσοπολεμική όσο και στη μεταπολεμική[6] Ελλάδα, συνέβαλλε στο δια-μοιρασμό του χρόνου (και στις αγροτικές περιοχές) με βάση την καθημερινή επίσκεψη σε αυτό και την άσκηση δραστηριοτήτων[7] που εκτείνονταν από την χαρτοπαιξία και το ‘τάβλι’ έως την κουβέντα για θέματα που άπτονταν του κοινωνικού και πολιτικού γίγνεσθαι, προσιδιάζοντας προς την συγκρότηση μίας ιδιαίτερης κουλτούρας ‘καφενόβιου’ (εάν είναι ‘δόκιμος’ ο όρος), με επίκεντρο μορφές μίας αξιακής και βιωματικής επι-τέλεσης που διαμεσολαβούσαν, αφενός μεν τις σχέσεις ιδιοκτήτη και πελατών, αφετέρου, δε τις σχέσεις μεταξύ των κατοίκων της κοινότητας, όσο και τον τρόπο με τον οποίο ο πελάτης που μετεξελίσσονταν σε ‘φίλο,’  προσελάμβανε την κοινωνική του παρουσία εντός τοπικής κοινότητας.

Στην ανάλυση του για τα επαγγέλματα της παραδοσιακής μικροαστικής τάξης όπως αυτό του «μαγαζάτορα»,[8] και με έμφαση στο ‘καθεστώς’ της ‘πίστωσης’ ή αλλιώς του ‘βερεσέ’ έτσι όπως αυτό αρθρώθηκε κοινωνικά, ο Νίκος Ποταμιάνος αναφέρεται στην δυνατότητα ανάδειξης των μαγαζατόρων σε «τοπικές προσωπικότητες στο μικροεπίπεδο της γειτονιάς».[9]

Ως προς το επίδικο του ιδιοκτήτη ενός καφενείου που πολλές φορές λειτουργούσε και ως παρασκευαστής καφέδων[10] (το μοτίβο του ‘καφετζή’) επι-τελώντας επάλληλες λειτουργίες που περιελάμβαναν από την σύνταξη πρόχειρων προϋπολογισμών με έμφαση στα έξοδα λειτουργίας, ιδίως εάν ο χώρος ενοικιάζονταν, έως εργασίες καθαριότητας, θα επισημάνουμε ό,τι, ο ίδιος ο ιδιοκτήτης του καφενείου δεν απαντάται τόσο στη μορφή της, κατά τον Νίκο Ποταμιάνο, «τοπικής προσωπικότητας»,[11] αλλά, αλλά, τείνει προς το πλαίσιο σήμανσης μίας μορφής που ενίοτε κινείται, και εμπρόθετα, εξόν του πλαισίου της ‘εμπορευματικής’ οικονομίας, διατηρώντας ‘βοηθητικά’ χαρακτηριστικά: δεν πωλεί επί ‘πιστώσει,’ (ο ‘βερεσές’) αλλά αρκετές φορές ‘προσφέρει’ και ‘κερνά,’ όπου και η ίδια η συμβολική διαδικασία του ‘κεράσματος’ για μία εορτή, για μία βάπτιση, ή για την ‘ψυχή’ του θανόντος, συνιστά μοτίβο που δύναται να ισχυροποιήσει τους δεσμούς αλληλεγγύης μεταξύ των πελατών αλλά και σε ένα δεύτερο επίπεδο, της ίδιας της κοινότητας.

Άρα, δεν επρόκειτο για την συγκρότηση μίας τοπικής προσωπικότητας, όσο για την κίνηση του υπό το πρίσμα των πολλαπλών ρόλων που φέρνει εις πέρας, όντας ο ίδιος, ‘μέλος μίας παρέας.’[12]

Η Μαργαρίτα Δρίτσα, στη μελέτη της για τους όρους της εγκατάστασης των ανταλλάξιμων, με βάση τη Συνθήκη της Λοζάνης,[13] προσφύγων στο τότε ελληνικό κράτος, επισημαίνει το ‘φορτισμένο’ για τους ίδιους τους πρόσφυγες, ζήτημα της συγκρότησης δομών που παρέπεμπαν στον τρόπο ζωής και στην εν γένει πολιτισμική κουλτούρα που είχαν υιοθετήσει στην περιοχή της Μικράς Ασίας.

Σε αυτό το  πλαίσιο ιδιαίτερο ρόλο διαδραμάτιζε η δημιουργία της Εκκλησίας, δημιουργία που, όπως τονίζει σχετικά η Μαργαρίτα Δρίτσα, «είναι ένδειξη θρησκευτικότητας αναμφιβόλως, αλλά και επιβίωση κάποιων παλαιότερων σχέσεων, όταν ο ρόλος της εκκλησίας δεν ήταν μόνο συμβολικός. Η εκκλησία, ιδιαίτερα ο αυλόγυρος, γινόταν ο τόπος συγκέντρωσης για συζήτηση των θεμάτων που αφορούσαν τη νέα κοινότητα, την Κυριακή, μετά τη λειτουργία, υπό την εποπτεία του προέδρου της κοινότητας».[14]

Ορμώμενοι από αυτό το ερμηνευτικό σχήμα, θα αναφέρουμε ό,τι το παραδοσιακό καφενείο του ελλαδικού χώρου ενέγραψε τις εκφάνσεις ενός τόπου συγκέντρωσης, ‘τόπου’ όπου λάμβαναν χώρα συζητήσεις για διάφορα θέματα που αφορούσαν την κοινότητα και όχι μόνο, συμπληρώνοντας διαλεκτικά, στο βαθμό που τους αναλογούσε, τον Εκκλησιαστικό αυλόγυρο, ήτοι συνδράμοντας στην οργάνωση συζητήσεων μετά και την εκκλησιαστική λειτουργία της Κυριακής, συνοδεία ελληνικού καφέ.[15]

Στο εσωτερικό του καφενείου οι συζητήσεις καθίστανται περισσότερο οργανωμένες και συγκεκριμένες, ανασύροντας στη δημόσια σφαίρα μία θεματολογία που δεν αναπτύσσονταν πρόχειρα, αλλά νοηματοδοτούσε μία ευρύτερη κοινωνική-αισθητική συνθήκη που παρομοιάζοντας με τελετουργία, δια-κρατώντας παράλληλα έμφυλες όψεις: η πλειοψηφία των θαμώνων ήταν άνδρες,[16] εντός μίας έμφυλης ‘οικονομίας’ ή καταμερισμού που διαχώριζε μεταξύ καφενείου ως ‘τόπου’ των ανδρών’ και της οικίας ως ‘τόπου’ των γυναικών, εκεί όπου εδύνατο να υποδεχθούν και φίλες τους.

Ήταν το ύφος και τα θέματα της συζήτησης, της ‘κουβέντας’ σε μία ιδιότυπη ‘αγορά’ που μετρούσε το βάρος και την ‘αξία’ των επιχειρημάτων (‘ποιος είναι ο ‘ρήτορας;’),[17]  που προσέδιδε αξία και αίγλη στην κατανάλωση ελληνικού καφέ που συμπλήρωνε την συζήτηση μέχρι ενός ορισμένου σημείου.

Το καφενείο υπήρξε,[18] συμβολικά, κοινωνικά, πολιτισμικά και τελετουργικά, χώρος ανα-πλαισίωσης της δημόσιας σφαίρας, διατηρούμενο με κάποιες μορφές, ακόμη και σήμερα, ‘συν-διαλεγόμενο’ με το ‘πνεύμα’ παρασκευής ‘γρήγορου’ καφέ, στο εγκάρσιο σημείο όπου ο καφές ‘freddo cappuccino’ καθίσταται ο ‘ελληνικός’ του 21ου αιώνα. Το ‘Μεγάλο Καφενείο’[19] στο κέντρο της Τρίπολης κινείται στο μεταίχμιο μεταξύ του σημαίνοντος της ‘παρέας’ εντός καφενείου και της προσφοράς καφέ σε διάφορες γεύσεις, όντας ιστορικός χώρος που ενέχει πολλές αφηγήσεις.

Το ‘Μεγάλο Καφενείο’ λειτούργησε και ως δυνάμει δεκτής της μεταβολής που επήλθε και στην καταναλωτική κουλτούρα, μη-χάνοντας από το οπτικό του πεδίο την προσφορά του καφέ και κύρια του ελληνικού καφέ.

 

 

_____

[1] Βλέπε σχετικά, Βατόπουλος Νίκος, ‘Το «Μεγάλο Καφενείο» στην Τρίπολη, η υπεραξία ενός τόπου,’ Εφημερίδα ‘Η Καθημερινή,’ 05/12/2019, https://www.kathimerini.gr/1054820/article/politismos/polh/to-megalo-kafeneio-sthn-tripolh-h-ypera3ia-enos-topoy. Είναι ενδεικτικό, και ως προς το περιεχόμενο του άρθρου του Νίκου Βατόπουλου, το ό,τι στον τίτλο του χρησιμοποιείται ο όρος «υπεραξία», όρος κοινός στη Μαρξική επιστημολογία (βλέπε ‘Το Κεφάλαιο’), με διακύβευμα την ανάσυρση της σημαντικότητας που προσλαμβάνει το συγκεκριμένο καφενείο (‘καφενείο’ παραμένει για τον συγγραφέα) για την πόλη της Τρίπολης όσο και για την χώρα γενικότερα, καθότι «τα αντίστοιχα καφενεία της Αθήνας έχουν όλα κλείσει είτε ως επιχειρήσεις είτε γιατί τα κτίρια που τα στέγαζαν κατεδαφίστηκαν».

[2] Το σημαίνον της ‘συγ-κίνησης’ τονίζεται εμφατικά από τον αρθρογράφο του άρθρου, αποδίδοντας έμφαση και στη ‘μοναδικότητα’ του ‘Μεγάλου Καφενείου’ της Τρίπολης, δομώντας μία διττή αξίωση ‘μοναδικότητας-σημαντικότητας.’ Παραδοσιακά καφενεία που ευρίσκονταν στον ελλαδικό χώρο, πέραν από το κλείσιμο τους, ακόμη και για λόγους συνταξιοδότησης των ιδιοκτητών τους, έχουν λάβει τα χαρακτηριστικά (μετασχηματισμός) ‘καφετέριας,’ με το ‘πνεύμα’ της συγκέντρωσης γνωστών και φίλων να παραμένει. Οι σύγχρονες τάσεις στο χώρο του καφέ και της διανομής, πώλησης και κατανάλωσης του καφέ σχετίζονται και με την ύπαρξη ‘καφετεριών’ που λειτουργούν και ως ιδιαίτερα ‘πρατήρια άρτου’ (αρτοζαχαροπλαστεία) συνδυάζοντας την κατανάλωση καφέ με την αφορά άρτου, και προσδιορίζοντας συμβολικά, την ‘εκκίνηση της ημέρας’ μέσω καφέ για το υποκείμενο και της αγοράς άρτου για το ‘σπίτι’ και για την ‘οικογένεια,’ επιδιώκοντας να ‘συλλάβουν’ την αίσθηση ενός παραδοσιακού καφενέ.

[3] Βλέπε σχετικά, Βατόπουλος Νίκος, ‘Το «Μεγάλο Καφενείο» στην Τρίπολη, η υπεραξία ενός τόπου…ό.π.

[4] Εντός της ιστορικής εξέλιξης του 190ου και του 20ου αιώνα, το μοντέλο της ιδιοκτησίας του ‘Μεγάλου Καφενείου’ προσομοίαζε και στη δυνατότητα της μετάβασης από ιδιοκτήτη σε ιδιοκτήτη, αποτελώντας συνάμα και χώρο συγκέντρωσης της τοπικής αστικής τάξης, με το απαγορευτικό εισόδου να ισχύει για τα μέλη των λαϊκών-υποτελών τάξεων της Τρίπολης. Η ταξική (αστικής φοράς) διάσταση του ‘Μεγάλου Καφενείου’ το διαχώριζε από τον τρόπο λειτουργίας πολλών καφενείων ανά την περιφέρεια, δίχως να εκ-λείπει και η διάσταση ενός εκσυγχρονισμού συμπυκνωμένου σε αυτή την περίπτωση, στην κατασκευή της σιδηροδρομικής γραμμής Μύλοι-Τρίπολη. Παράλληλα, ενυπήρχε και το ηλικιακό όριο εισόδου: η είσοδος επιτρεπόταν μόνο σε άτομα ηλικίας άνω των 40 ετών.  Για μία πιο περιεκτική αναφορά στην ιστορία του καφενείου, που συνάρθρωνε μορφές παράδοσης και νεωτερικότητας, βλέπε σχετικά την ιστοσελίδα   ‘Arcadia Portal.’ ΄Το Μεγάλο Καφενείο στην Τρίπολη: Ένας διαχρονικός χώρος πολιτισμού,’ Ενημερωτική Ιστοσελίδα ‘Arcadia Portal,’ 04/11/2017, http://www.arcadiaportal.gr/news/megalo-kafeneio-stin-tripoli-enas-diahronikos-horos-politismoy-pics.

[5] ‘Ένα ιδιαίτερο υπόδειγμα «καφέ-μπακάλικου» στο χωριό, την ιστορική περίοδο του Μεσοπολέμου,  προσφέρει ο Νίκος Ποταμιάνος, με σημείο αναφοράς το Θεσπρωτό στην Ήπειρο, το οποίο και ήταν ό,τι ανέφερε το όνομα του, δηλαδή καφέ και μπακάλικο, προσλαμβάνοντας και τα στοιχεία του μικρού ‘παντοπωλείου’ καθώς πωλούσε από καφέδες και διατροφικά προϊόντα μέχρι «γεωργικά εργαλεία, μπογιές και πετρέλαιο· επιπλέον στο ίδιο κατάστημα συστεγαζόταν το σαμαράδικο και πεταλάδικο του αδελφού του ιδιοκτήτη. Οι περισσότεροι πελάτες πλήρωναν σε είδος με σιτάρι και φασόλια». Βλέπε σχετικά, Ποταμιάνος Νίκος, ‘Το μαγαζί του χωριού,’ στο: Ποταμιάνος Νίκος, ‘100 χρόνια ΓΣΕΒΕΕ 1919-2019,’ ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, Αθήνα, 2019, σελ. 91.

[6] O Λεωνίδας Οικονόμου, θέτοντας στο ερευνητικό επίκεντρο, ουσιωδώς, την μεταπολεμική-μετεμφυλιακή περίοδο, διαπιστώνει το εύρος που προσέλαβε η άνιση κατανομή του κοινωνικά παραγόμενου πλούτου: «Η κατανομή των ωφελειών της ανάπτυξης ήταν εξαιρετικά άνιση. Μια μικρή οικονομική ελίτ και μια ετερόκλητη μάζα μεσαίων στρωμάτων απολάμβανε το μεγαλύτερο μέρος του νέου πλούτου. Τα λαϊκά στρώματα από την άλλη μεριά, αλλά και τμήματα της μεσαίας τάξης, δυσκολεύονταν να επιβιώσουν και συχνά ζούσαν σε συνθήκες εξαθλίωσης. Οι εργατικές τάξεις των πόλεων (που έφταναν γύρω στο 50% του συνολικού πληθυσμού) και η συντριπτική πλειονότητα του αγροτικού πληθυσμού είχαν εισόδημα που επέτρεπε μόνο την απλή επιβίωση». Βλέπε σχετικά, Οικονόμου Λεωνίδας, ‘Στέλιος Καζαντζίδης. Τραύμα και συμβολική θεραπεία στο λαϊκό τραγούδι,’ Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα, 2015, σελ. 46. Για μία συνολική επισκόπηση, μαρξικής χροιάς, βλέπε σχετικά, Βερναρδάκης Χριστόφορος & Μαυρής Γιάννης, ‘Κόμματα και κοινωνικές συμμαχίες στην προδικτατορική Ελλάδα. Οι προϋποθέσεις της Μεταπολίτευσης,’ Εκδόσεις Εξάντας, Αθήνα, 1991.

[7] Τον ιδεότυπο του ηλικιωμένου   «καφετζή» συγκροτεί με γλαφυρό τρόπο ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης στο διήγημα του ‘Ο Αμερικάνος,’ ο οποίος φέρει την επωνυμία Μπάρμπα Αναστάσης και, πέραν των χαρακτηριστικών του προσώπου, φέρει το ενδυματολογικό μοτίβο της ποδιάς, που απαντάται στα παραδοσιακά καφενεία μεσοπολεμικά μεταπολεμικά, όπως και στα οινοπαντοπωλεία και οινομαγειρεία, μοτίβο που απαντάται εν πολλοίς και στον ελληνικό μεταπολεμικό κινηματογράφο. «Ο γέρων, αρτίως ξυραφισθείς, με τον μύστακα στριμμένον, με την βράκαν κοντήν, με υψηλά υποδήματα, με την ποδιάν καθάριον, ητοιμάζετο».

  Η Παπαδιαμαντική λογοθετικότητα, ενταγμένη στο ‘πνεύμα’ των Χριστουγέννων, χριστιανικώ τω τρόπω, ‘κατασκευάζει’ την εικόνα του ‘φιλεύσπλαχνου’ καφετζή που προθυμοποιείται  να βοηθήσει τον ξένο,  προσφέροντας του ένα ιδιότυπο κατάλυμα και μετατρέποντας το καφενείο του σε πανδοχείο. Επίσης, καθίστανται ευδιάκριτοι οι επι-γενόμενοι όροι ενός μοντερνισμού, με τον ηλικιωμένο καφετζή να προσφέρει ρούμι στον ξένο, επι-τελώντας τις λειτουργίες του ιδιοκτήτη όσο και του εργαζόμενου (‘σερβιτόρου’) την ίδια στιγμή. Διαφαίνεται ό,τι ο κύκλος εργασιών του δεν ήταν ιδιαίτερα μεγάλος, από την στιγμή όπου δεν απασχολούσε κάποιον νεαρό όπως συμβαίνει αντίστοιχα στο «εμπορικοπαντοπωλείο» του «Δημήτρη του Μπέρδε» που απασχολεί νεαρό μαθητευόμενο, (η φόρμουλα της ‘μαθητείας’ του νεαρού σε οινοπαντοπωλείο) τον «δεκαπεντούτη Χρίστο», που τυγχάνει να είναι συγγενής του. Η επιχείρηση (παραδοσιακή μικροαστική τάξη) καθίσταται οικογενειακή, όντας ‘στέκι’ των ναυτικών και χώρο αγοράς προϊόντων για τους κατοίκους της πολίχνης (και τα Χριστούγεννα), προσεγγίζοντας το πρόσημο του ‘εύκολου και κύρια ανήθικου πλουτισμού’: ο ιδιοκτήτης της «εκέρνα νοθευμένα τους πελάτας».  Βλέπε σχετικά, Παπαδιαμάντης Αλέξανδρος, ‘Ο Αμερικάνος (Χριστουγεννιάτικον διήγημα),’ Παπαδιαμάντης Αλέξανδρος, ‘Διηγήματα των Χριστουγέννων,’ Πρόλογος: Τριανταφυλλόπουλος Ν.Δ., Εικονογράφηση: Κόρδης Γιώργος, Εκδόσεις Αρμός, Αθήνα, 1996, σελ. 67, 78 & 82.

[8] ». Βλέπε σχετικά, Ποταμιάνος Νίκος, ‘Η τέχνη του μαγαζιού…ό.π., σελ. 96.

[9]  Βλέπε σχετικά, Ποταμιάνος Νίκος, ‘Η τέχνη του μαγαζιού…ό.π., σελ. 96. Το ‘καθεστώς’ της ‘επί πιστώσει’ αγοράς ενέγραφα τα χαρακτηριστικά μίας συναλλακτικής καθημερινότητας που συνέβαλλε και στη διαμόρφωση των κοινωνικών σχέσεων. Είναι δε χαρακτηριστικό ως προς αυτό, το ό,τι πολλές αφίσες  της εποχής (ακόμη και σήμερα), σε εφημερίδες και σε καταστήματα, τοποθετούσαν σε ευδιάκριτο σημείο την επιγραφή, συνοδευόμενο από μία συμβολικά εύγλωττη περιγραφή, την εικόνα του ‘πωλών τοις μετρητοίς’ και του ‘πωλών επί πιστώσει’ αντίστοιχα, αναπαριστώντας το πλαίσιο μίας αντίστιξης που δεν δύναται να είναι παρά παραγωγική-κοινωνική: ενώ ο ‘πωλών τοις μετρητοίς’ στέκει χαμογελαστός απολαμβάνοντας τον ναργιλέ ή κοιτώντας τα χρήματα του, ο ‘πωλών επί πιστώσει’ ευρίσκεται σε κατάσταση ένδειας, κατάσταση ορατή στην ενδυμασία και στους μορφασμούς του προσώπου του, μη έχοντας παρά απλήρωτους λογαριασμούς. Με αυτόν τον τρόπο, άμεσα και ‘φορτισμένα,’ διαμορφώνονται οι προϋποθέσεις για την επανεπινόηση μίας κοινωνικής συνθήκης που αρθρώνει τις προσίδιες συν-δηλώσεις της ‘ευμάρειας,’ του ‘πλούτου’ και της ‘καλοπέρασης,’ όσο και  τα (εγκάρσια διά-ρρηξη) συμφραζόμενα, από την άλλη, της ‘ένδειας,’ της ‘θλίψης,’ έως της ‘μιζέριας,’ συνεπεία μίας στρατηγικής (‘βερεσές’) που αξιο-θεμελιώνει τον διαχωρισμό, την διάκριση και την ‘διαφορά’ μεταξύ τους.

[10] Όπως σχηματοποιείται και στο διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, ο ιδιοκτήτης του καφενείου αποτελούσε ταυτόχρονα και ιδιοκτήτη και υπάλληλο, ‘καφετζή’ και φίλο πολλών εκ των παρευρισκομένων.

[11] Βλέπε σχετικά, Ποταμιάνος Νίκος, ‘Η τέχνη του μαγαζιού…ό.π., σελ. 96. Στην ελληνική κινηματογραφική ταινία ‘Τα Κίτρινα Γάντια,’ σε σκηνοθεσία Αλέκου Σακελλάριου, ο χαρακτήρας του υπάλληλου σε καφενείο  ‘Μπρίλη’ που υποδύεται ο Γιάννης Γκιωνάκης, πλησιάζει προς την μορφή μίας ιδιαίτερης καρικατούρας που ταυτόχρονα δίδεται στερεοτυπικά: ολίγον ‘ελαφρόμυαλος’ και ‘ετοιμόλογος’ (ας θυμηθούμε το μοτίβο της ‘κινησιολογίας’ του Θανάση Βέγγου) αλλά αρκούντως ‘καπάτσος,’ ώστε να απαντά με έναν τρόπο αστείο και πνευματώδη.

[12] Το ‘πλήθος’ των θαμώνων δύνανται να δομήσουν μία ‘κοινότητα,’ εναλλάσσοντας τον λόγο (και για ποδοσφαιρικά θέματα), με το ‘πράττειν’ που συγγενεύει υπόγεια με την μορφή του Ντοστογιεφσκικού ‘παίκτη,’ σε μικρότερη κλίμακα. Στην ιστοσελίδα ‘Arcadia Portal’ διαβάζουμε πως «στο Μεγάλο Καφενείο έπαιζαν σκάκι, τάβλι και μπριζ». Βλέπε σχετικά,  ΄Το Μεγάλο Καφενείο στην Τρίπολη: Ένας διαχρονικός χώρος πολιτισμού…ό.π.

[13] Βλέπε σχετικά, Δρίτσα Μαργαρίτα, ‘Ετερόχθονες κοινότητες: Ο ενοφθαλμισμός του προσφυγικού στοιχείου στον Μακεδονικό χώρο,’ στο: ‘Η διαχρονική πορεία του κοινοτισμού στη Μακεδονία,’ ‘Συμπόσιο για τα 75 χρόνια από την απελευθέρωση της Μακεδονίας,’ 1988, σελ. 423.

[14]  Βλέπε σχετικά, Δρίτσα Μαργαρίτα, ‘Ετερόχθονες κοινότητες: Ο ενοφθαλμισμός του προσφυγικού στοιχείου στον Μακεδονικό χώρο,’ στο: ‘Η διαχρονική πορεία του κοινοτισμού στη Μακεδονία,’ ‘Συμπόσιο για τα 75 χρόνια από την απελευθέρωση της Μακεδονίας…ό.π., σελ. 423. Οι Ματούλα Κουρουπού και Ευαγγελία Μπαλτά αντίστοιχα, στο ίδιο ερμηνευτικό-θεωρητικό πλαίσιο,  επισημαίνουν πως «τη δομή και την οργάνωση του κοινοτισμού τους μετέφεραν οι Ανταλλάξιμοι και στον ελλαδικό χώρο μεταφυτεύοντας τον στις νέες εστίες που δημιούργησαν». Βλέπε σχετικά, Κουρουπού Ματούλα & Μπαλτά Ευαγγελία, ‘Πηγές για την ιστορία των ανταλλάξιμων της Καππαδοκίας: Η ανάγκη συνολικής θεώρησης,’ στο: Κιτρομηλίδης Πασχάλης, (πρόλογος & επιμέλεια), ‘Μικρασιατική Καταστροφή και Ελληνική κοινωνία,’ Ειδική Έκδοση της εφημερίδας ‘Τα Νέα Σαββατοκύριακο,’ Αθήνα, 2019, σελ. 28.

[15] Τα σύγχρονα καφέ ενσωματώνουν τις πλαισιώσεις ενός καταμερισμού εργασίας που παραπέμπει στην οργάνωση του χρόνου με άξονα τις καθημερινές, κοινωνικές, εργασιακές υποχρεώσεις, το κατατμημένο  περιεχόμενο της εργασίας,   εισάγουν του ‘γρήγορου καφέ,’ που λειτουργεί ωσάν ‘ρόφημα,’ διαμορφώνουν τον χώρο τους για την άμεση κατανάλωση παράλληλα με την πρόνοια για την παραμονή του ατόμου και της  ‘παρέας’ εντός χώρου, επαναπροσδιορίζοντας την έννοια της ‘αλυσίδας’ και εν προκειμένω, της ‘αλυσίδας καφέ,’ με την ‘αλυσίδα Coffee Island’ να ‘εδαφοποιεί,’ ως προς την επεξεργασία και την πώληση, τις προκείμενες χρήσης του ελληνικού καφέ, διευρύνοντας και τις ηλικιακές απευθύνσεις της.

[16] Και σήμερα, άνδρες «κάποιας ηλικίας» απολαμβάνουν τον καφέ τους στο ‘Μεγάλο Καφενείο’ μετά την εκκλησιαστική λειτουργία της Κυριακής. Βλέπε σχετικά,  ΄Το Μεγάλο Καφενείο στην Τρίπολη: Ένας διαχρονικός χώρος πολιτισμού…ό.π.

[17] Με έναν ιδιαίτερο τρόπο, η συγκέντρωση στο καφενείο, συνέκλινε με το υπόδειγμα συγκέντρωσης των κατοίκων της Ζανζιβάρης στις αυλές των οικιών και στα ‘Μπαράζα’ που είναι «πέτρινα καθίσματα χτισμένα στο μπροστινό μέρος των σπιτιών των Σουαχίλι», σύμφωνα με τα λεγόμενα της Λόρα Φέαρ, με στόχευση τον σχολιασμό και την «διάδοση των πρόσφατων τοπικών κουτσομπολιών». Στην ‘οικονομία’ του χρόνου του καφενείου, ο σχολιασμός και το ‘κουτσομπολιό’  αποκτά ιδιαίτερη αξία, λαμβάνοντας χώρα όχι στον ανοιχτό χώρο της οικίας, αλλά στον κλειστό (ιδίως τους χειμερινούς μήνες) χώρο του καφενείου που ενείχε θέση αξιακού σημείου αναφοράς. Για τις πολιτισμικές πρακτικές στη Ζανζιβάρη, για την διάδοση του ποδοσφαίρου, βλέπε σχετικά, Φέαρ Λόρα, ‘Αντηχήσεις του Νγκόμα: Η μουσική παράδοση Σουαχίλι και η δημιουργία της ποδοσφαιρικής αισθητικής στις αρχές του 20ου αιώνα στη Ζανζιβάρη,’ στο: Armstrong Gary & Giulianotti Richard, (επιμ.), ‘Το ποδόσφαιρο στην Αφρική. Σύγκρουση, συμφιλίωση και συνύπαρξη,’ Μετάφραση: Γιαννακοπούλου Βάσια, Χουλιαρά Σοφία, Επιμέλεια ελληνικής έκδοσης: Βογιατζής Γιάννης, Εκδόσεις Απρόβλεπτες, Αθήνα, 2011, σελ. 187.

[18] Το ‘Μεγάλο Καφενείο’ με την πάροδο των ετών, εξελίχθηκε και  σε αρτοζαχαροπλαστείο, ενώ από την αρχή της λειτουργίας του, ανάλογα και με τις κοινωνικές του απευθύνσεις, φιλοξενούσε διάφορες πολιτισμικές εκδηλώσεις. Βλέπε σχετικά,  ΄Το Μεγάλο Καφενείο στην Τρίπολη: Ένας διαχρονικός χώρος πολιτισμού…ό.π. Θεωρούμε πως η μετάβαση στη μορφή της καφετέριας που φιλοξενεί ειδική αίθουσα χαρτοπαιξίας, συντελείται κύρια στις αρχές και στα μέσα της δεκαετίας του 1970 και εξαπλώνεται την δεκαετία του 1980, ενέχοντας και τις τάσεις παραγωγής μίας ιδιαίτερης ‘κουλτούρας του καπνού’: ήταν εκεί όπου εκκίνησε, άλλοτε αργόσυρτα και άλλοτε πιο γρήγορα, η συγκρότηση και η παρουσία του υποκειμένου με το τσιγάρο στο χέρι, που δεν αντικαθιστά τον καφέ, αλλά, αντιθέτως, το χρησιμοποιεί ως ‘εργαλείο’ συντροφιάς και σκέψης σε παίγνια χαρτιού που καθίστανται περισσότερο πλέον ημι-επαγγελματικά, κινούμενος, όχι σε ένα σύννεφο, αλλά εντός καπνού.

[19] Ο Νίκος Βατόπουλος ‘εντοπίζει’ το ζήτημα της δια-γενεακής απόκλισης, έτσι όπως παρατηρείται στην ηλικιακή σύνθεση των θαμώνων του καφενείου, τάση που παρατηρείται ευρύτερα, δίδοντας ‘ηλικιακή αυταξία’ στη λειτουργία των ‘γρήγορων καφέ,’ και της καφετέριας που μετατρέπεται και σε κατάστημα νυχτερινής διασκέδασης. Η απογοήτευση τονίζεται ρητά. «Με προβλημάτισε η απουσία νεολαίας. Θα έπρεπε να το θεωρήσω αυτονόητο, αλλά δεν έπαυε να με στενοχωρεί». Βλέπε σχετικά, Βατόπουλος Νίκος, ‘Το «Μεγάλο Καφενείο» στην Τρίπολη, η υπεραξία ενός τόπου…ό.π.

Ακολουθήστε μας!

Οδηγός ιστοσελίδας

Αρχείο

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου