Μελάνι μαύρο

Προσθέστε τον δικτυακό τόπο τοβιβλίο.net στην Google

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα της αναζήτησης

Οι μεντεσέδες, που συγκρατούσαν τα ξύλινα παντζούρια, έτριζαν σε μια δική τους μουσική, έτσι που φυσούσε ο αέρας. Η μεγάλη λεύκα έξω από το σπίτι έγερνε μπροστά στην καγκελόπορτα, υποκλινόμενη θαρρείς σε κάποιον αόρατο αφέντη. Η αρμύρα τής χτυπούσε το πρόσωπο. Καθόταν στο τραπέζι της αυλής, με το βλέμμα στραμμένο προς τη θάλασσα. Έμοιαζε να μην την αγγίζει τίποτα από ό,τι συνέβαινε γύρω της. Έγειρε πίσω στην καρέκλα κι έστριψε τσιγάρο, αναζητώντας τη φωτιά της. Τα πνευμόνια της ρούφηξαν με δίψα τον καπνό. Με το βλέμμα της αγκάλιασε τα φουγάρα του πλοίου που ξεμάκραινε, καθώς έβγαινε από το λιμάνι. Νύχτωνε. Τα φώτα του αναμμένα, μια μικρή πολιτεία, πλωτή. Έπρεπε να είναι εκεί. Όμως, δεν είχε το θάρρος. Τα πόδια της δεν την πήγαιναν βήμα μπροστά. Τι να σκεφτόταν άραγε; Ίσως πως δεν την ένοιαζε ούτε ένα αντίο να του πει. Ίσως και ότι χάρηκε τελικά που ήρθε έτσι η ζωή τους. Ίσως… Δεν είχε σημασία πια.

Κάτω από το τασάκι, ένα χαρτί με μαύρα γράμματα, μουσκεμένο εδώ κι εκεί από τις σταγόνες που έφερνε ο αέρας. «Αν χώρηση: 10:55 – Όν μα επιβ…». Όταν της το αγόρασε, το όνομά της θα φιγουράριζε πεντακάθαρα στο κέντρο του μικρού χαρτιού. Ένα μάτσο μουτζούρες μισοσβησμένες την κοιτούσαν επίμονα, τρυπώντας την ως το κόκκαλο. Στην πίσω πλευρά δυο λέξεις, «Σε περιμένω». Από τα μάτια της έβρεξε η ψυχή της το χώμα. Τα χέρια της σταθερά, έφεραν το ποτήρι στα χείλη της. Κινήσεις κοφτές, σίγουρες. Ακόμη ένα, κι άλλο ένα, κι άλλο. Άφησε το σωληνάριο στο τραπέζι. Σηκώθηκε και προχώρησε προς τη σιδερένια πόρτα. Ένιωθε το στήθος της να βαραίνει. Τα πόδια της έτρεμαν. Κρύωσε ξαφνικά. Στηρίχτηκε στο σύρτη. «Εις το επανιδείν…». Τα γόνατά της λύγισαν.

Δεν είχε ξημερώσει ακόμα. Δυο πιτσιρικάδες, που γυρνούσαν φορτωμένοι τα τελάρα με την ψαριά τους, πέρασαν απ’ έξω. Ο σύρτης είχε μετακινηθεί, η πόρτα παλαντζάριζε μισάνοιχτη. Πιο πίσω εκείνη, άχρωμη φιγούρα μέσα στο μαύρο φόρεμά της. Τα μαλλιά της ανακατωμένα από τον βραδινό αέρα. Το πρόσωπό της κάτασπρο, παγωμένο. Στο χέρι της ένα κομμάτι χαρτί, χιλιοτσαλακωμένο. Στη μια πλευρά έγραφε μάλλον ένα όνομα, και μια ώρα. Στην άλλη, δυο λέξεις ίσως – δυο μουτζούρες, μάλλον. Και από κάτω, με φρέσκο, μαύρο μελάνι και γράμματα άτσαλα, «Συγγνώμη».

_

γράφει η Φαίδρα Κουβέλη

 

Ακολουθήστε μας

Οι προσφορές των εφημερίδων για το Σαββατοκύριακο 12 – 13 Σεπτεμβρίου 2026

Οι προσφορές των εφημερίδων για το Σαββατοκύριακο 12 – 13 Σεπτεμβρίου 2026

Real News https://youtu.be/dg-84Kb5aQg?si=OFnZVuKwD7njKs0VΚαθημερινή https://youtu.be/Ve3MaBkZX_I?si=We4StRh1JpGoSmqS Πρώτο Θέμα Το Βήμα της Κυριακής Τα ΝΕΑ Δώστε μας το email σας και κάθε Παρασκευήθα έχετε στα εισερχόμενά σας τις προσφορές των εφημερίδων...

Διάττων αστέρας

Διάττων αστέρας

Έλαμψε. Φως. Διάχυτο. Η σκοτεινή ζωή του απέκτησε την αίγλη ενός λαμπερού αστεριού σε ένα κατασκότεινο καλοκαιρινό δειλινό. Θεώρησε πως πλέον είχε βρει την πυξίδα της ζωής του. Ακολούθησε πιστά το πλάνο, προσηλωμένος στην κατάκτηση της καρδιάς της. Εκτίμησε πως τα...

Ζωή μισή…

Ζωή μισή…

Δουλειά-σπίτι-δουλειά. Ζωή χωρίς χρόνο, χρόνος χωρίς ζωή. Αυτό ήταν το μονοπώλιο της ζωής του. Λίγες βόλτες με φίλους και φίλες, γεμάτος από παραστάσεις και ταξίδια. Πίστευε ότι αυτό ήταν αρκετό. «Ναι, είμαι πλήρης!» μονολογούσε ξανά και ξανά. Ήταν όντως όμορφα, ήταν...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Διαβάστε κι αυτά

Ζωή μισή…

Ζωή μισή…

Δουλειά-σπίτι-δουλειά. Ζωή χωρίς χρόνο, χρόνος χωρίς ζωή. Αυτό ήταν το μονοπώλιο της ζωής του. Λίγες βόλτες με φίλους και φίλες, γεμάτος από παραστάσεις και ταξίδια. Πίστευε ότι αυτό ήταν αρκετό. «Ναι, είμαι πλήρης!» μονολογούσε ξανά και ξανά. Ήταν όντως όμορφα, ήταν...

Άλλοι φεύγουν και άλλοι έρχονται

Άλλοι φεύγουν και άλλοι έρχονται

Πιστεύουμε ότι το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω. Όμως πιστεύουμε λάθος. Διότι η κοίτη διατηρείται αμετακίνητη, πάντα, σταθερή. Όπως τα λόγια που με αγάπη ειπώθηκαν. Όπως οι αναμνήσεις, όσο παλιές και να ήταν. Άλλωστε, το βάθος, το πλάτος, το μήκος, η θερμοκρασία των νερών,...

αμφιθυμία

αμφιθυμία

Ο ήλιος τον έβρισκε στην παραλία να μαζεύει τα φύκια. Τα έκανε σωρούς και μετά με το ίδιο δικράνι τα γύριζε στη θάλασσα. Σε εκείνη ανήκαν. Σαν τέλειωνε καθόταν στο μπαλκόνι του και τις μιλούσε. Της θάλασσας κι εκείνης με τα αμύγδαλα μάτια -μόνο που εκείνα τα μάτια...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβάλετε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *