Φώτο Μαρία Αμέντα

(Φώτογραφία Μαρία Αμέντα)

Το κύμα έστρωνε στην ακτή αφρισμένη λευκή δαντέλα. Ο ήλιος σκαρφάλωνε νωχελικά τη σκάλα τ’ ουρανού. Η θάλασσα και η νύχτα είχαν κάνει το έργο τους. Πήγαν να ξαποστάσουν. Η θάλασσα βιάστηκε να κρυφτεί στην αγκαλιά του ωκεανού, αφού περιπλανήθηκε ώρα πολύ και αντάλλαξε ξεδιάντροπα φιλιά βαριανασαίνοντας λιγωμένα πάνω σε βράχια και σε σκαριά πλοίων. Η νύχτα τράβηξε το μοναχικό της μονοπάτι, περνώντας από συνήθεια μέσα από κακόφημα μέρη, και χάθηκε προτού ανταμώσει το πρώτο φως της μέρας.

Το κύμα εξημερωμένο, μετανιωμένο, έγλυφε τρυφερά πια τους μυστήριους κίονες που επέπλεαν, σαν από φελιζόλ, παράξενα ναυάγια πειρατικού πλοίου αρχαιοκαπήλων. Η θάλασσα ήταν τώρα ένα απέραντο ψηφιδωτό από γυάλινα μάτια. Τα πρόσωπα κοκαλωμένα, μπρούμυτα μισοβυθισμένα, από μακριά έμοιαζαν με δύτες που εξερευνούν αμέριμνα το βυθό προτού χαθούν στα βάθη του. Και τα κορμιά τους, κούτσουρα που λύθηκαν από δεμάτι και σκόρπισαν ολόγυρα σε ένα αυτοσχέδιο χορό θανάτου.

Η θάλασσα πολυπρόσωπη, ύπουλη, διχασμένη, ξεπρόβαλε την αυγή μια άλλη, μισότρελη, ξεμαλλιασμένη, με ξεκούμπωτο κόρφο, μουρμουρίζοντας νανούρισμα σαν από μοιρολόι λεχώνας που αποκαμωμένη από την αγρύπνια της λοχίας, ενώ θήλαζε πρόστυχες ελπίδες τα παιδιά της, ξάφνου έγειρε απάνω τους και αποκοιμήθηκε.

Εκείνος ο Οδυσσέας, ο υπεράνθρωπος, ήτανε πλάσμα της φαντασίας, κι έτσι κατάφερε να φθάσει στην Ιθάκη του. Εσύ αρμάτωσες σχεδία πλαστική, παραφουσκωμένη σαρκαστικά γέλια δήμιου, εγγυήσεις προαγωγού και υποσχέσεις τσαρλατάνου, ενώ δεν είσαι σύμβολο ή τέρας μυθικό, που ξέρεις σίγουρα πως η ιστορία, ή έστω η μυθολογία, εντεταλμένα όργανα θεών και ανθρώπων, θα σε δικαιώσουν. Ενώ είσαι μόνο ένα μωσαϊκό από δαρμένη σάρκα, φθαρμένα οστά και ψευδεπίγραφα όνειρα, έτσι γελασμένος και αστόχαστος μπήκες με ένα νόμισμα που σ’ απόμεινε στην τσέπη στη βάρκα που σε περνάει μέσα από τον Αχέροντα στην αντίπερα όχθη.

Απέραντη γαλήνη με οσμή θανάτου απλωνόταν παντού. Μόνο τα θαλασσοπούλια έσχιζαν με λαίμαργα κρωξίματα τη σιωπή. Γλάροι περίμεναν ανυπόμονα να φύγουν οι παρείσακτοι για να στρωθούν στο φαγοπότι. Πλοία της ακτοφυλακής πλησίασαν. Άλλοι άνθρωποι κατέφθασαν από ξηράς. Οι πρώτοι άρχισαν να περισυλλέγουν κορμιά που έχασκαν παραδομένα με μια έκφραση ανατριχιαστικής ευδαιμονίας στα πρόσωπά τους. Τι κακό μπορούσε πια να τους συμβεί. Μετρήθηκαν μεταξύ άλλων τριάντα εννέα νεκρά παιδιά. Στην άκρη της ακτής, το κύμα ξέβρασε κάτι που έμοιαζε με σημαδούρα. Οι άνθρωποι που ήλθαν από ξηράς πλησίασαν το παράξενο κουβαριασμένο εύρημα. Είχε πάρει τη στάση του εμβρύου που αφήνεται ολοκληρωτικά επάνω στο προστατευτικό στήθος και αποκοιμιέται. Το ένα μάγουλο αναπαυόταν στην υγρή άμμο, η αλμύρα είχε ποτίσει μέσα από τα ρούχα την αφράτη λευκή μωρουδίσια επιδερμίδα, και τα παπουτσάκια του σφιχταγκάλιαζαν πεισματικά τις πατούσες που χώραγαν σε μια χούφτα. Ένας άνθρωπος με στολή, αποσβολωμένος, με έναν σπασμό απορίας ή πόνου ζωγραφισμένου στο μεσόφρυδο, έσκυψε μηχανικά και σήκωσε στα χεριά τ’ αφτέρουγο. Το πήγε και το απόθεσε μαζί με τ’ άλλα. Συνολικά, σε εκείνο το ταξίδι μετρήθηκαν σαράντα νεκρά παιδιά.

 

Στα προσφυγόπουλα που πνίγηκαν στα νερά του Αιγαίου στο δρόμο προς τη σωτηρία.

Σημ. Ο τίτλος είναι παραλλαγή μιας φράσης μέσα από το έργο του Ιάκωβου Καμπανέλλη «Ο δρόμος περνάει από μέσα»

_

γράφει η Μαρία Αμέντα

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!