Λυσσομανάει απάνω ο αγέρας·

η γη δεν με λυπάται…

Εμπρός! Μαυροντυμένα κοράκια,

το σταυρό με το ράμφος κτυπάτε.

Λιόκλαδα, ελεύθερα απλώστε

τις ρίζες σας στο ρημαγμένο τάφο…

 

Και ξαφνικά, από ’να κτύπημα,

ξεπροβάλλει μι’ αχτίδα·

χάνεται του σκότους το κάλος.

Μια κυρία που την λένε «Ελπίδα»

ισχυρίζεται πως πέθανε άλλος…

 

Μα εγώ τρομάζω και μόνο στη σκέψη,

στην ιδέα πως θα ζω με το πλήθος.

«Άφησε με! Καλύτερα έτσι…

Όσα μου τάζεις είναι ένας μύθος!»

 

Προτιμώ των σκουληκιών την παρέα,

αυτά συστήνονται με τ’ όνομα τους.

Έχει απάγκιο εδώ, κ’ είναι ωραία

να μετράς βήματα

σε ανυποψίαστους μελλοθανάτους!