Select Page

Μια ζωή με τη Ζωή;

Μια ζωή με τη Ζωή;

underground

Ζαρωμένος στο παγκάκι περιμένω τον ηλεκτρικό. Κοντεύει εξίμιση. Η πρωινή ψύχρα προσπαθεί να νικήσει τη μέθη. Το μυαλό μου, σαν τον ουρανό που χάνει τη μαυρίλα του, σιγά-σιγά συνέρχεται από τη ζάλη. Προσπαθώ να ξαναφέρω στη μνήμη μου όσα είπα στη Ζωή πριν από λίγες ώρες. Θυμάμαι ότι έκανα την κατηγορηματική δήλωση πως θέλω να αλλάξω ζωή, να… –ποια λέξη χρησιμοποίησα;– να συμμαζευτώ; να αράξω; Ελπίζω μόνο να μην είπα «να νοικοκυρευτώ», υποτίθεται ότι το σιχαίνομαι αυτό το ρήμα.

Πάντα το έλεγα ότι θα με καταστρέψει το ουίσκι. Τουλάχιστον είμαι σίγουρος ότι δεν θα επαναληφθεί εκείνο το ρεζιλίκι με την Θάλεια, με εκείνη την ανεκδιήγητη πρόταση γάμου, που την άλλη μέρα ξεμέθυστος έτρεχα να μαζέψω. Σίγουρα αυτή τη φορά δεν έκανα πρόταση γάμου. Θυμάμαι ότι έκανα κάποια δήλωση με την οποία τόνιζα τη σοβαρότητα του δεσμού μας. Πολύ φοβάμαι ότι χρησιμοποίησα την τρομερή έκφραση: «για πάντα». Μεγάλη κουβέντα αυτό το «για πάντα», δεν θα έπρεπε να το λένε εύκολα οι άνθρωποι. Κι αυτοί που χάνουν τις αναστολές τους με λίγο ουίσκι θα έπρεπε καλύτερα να κόψουν το ποτό. Μήπως πρότεινα συμβίωση; Όχι, τώρα θυμάμαι! Της είπα ότι σε αντίθεση με όλες τις μέχρι τώρα σχέσεις μου αυτή θέλω να κρατήσει. Για πολύ. Ίσως για πάντα. Ναι, αυτό είπα.

Ευτυχώς η Ζωή είναι προσγειωμένη κοπέλα. Η Ζωή δεν είναι Θάλεια. Με ξέρει καλύτερα. Με άκουσε προσεκτικά και αφού γέλασε σαρδόνια με χτύπησε κοροϊδευτικά στην πλάτη και είπε:

«Πήγαινε σπίτι σου και κοιμήσου τουλάχιστον οχτώ ώρες. Μετά κάνε ένα κρύο ντους, πιες ένα δυνατό καφέ και αν δεν σου έχει περάσει τηλεφώνησέ μου να το συζητήσουμε».

Έτσι ακριβώς μου είπε κατά λέξη –αυτά τα θυμάμαι. Είμαι σίγουρος ότι ακόμη κι αν της τα έλεγα νηφάλιος, πάλι θα με έστελνε για κρύο ντους.

Επιτέλους ήρθε ο συρμός. Σηκώνομαι γρήγορα και χώνομαι στο βαγόνι. Μόνο να βρω ελεύθερη θέση να αράξω και δεν πρόκειται να σηκωθώ, όσες γριούλες ή ετοιμόγεννες κι αν μαζευτούν πάνω από το κεφάλι μου. Δυστυχώς όλες οι θέσεις είναι κατειλημμένες κι αναγκάζομαι να κρατηθώ από το στύλο –δηλαδή σχεδόν να τον αγκαλιάσω για να μείνω όρθιος.

Τι άλλο έγινε χθες βράδυ; Θυμάμαι ότι η Ζωή έκανε πάλι τα αγαπημένα της λογοπαίγνια με το όνομά της:

«Μια ζωή με τη Ζωή; Είσαι σίγουρος;»

Αυτό που με προβληματίζει είναι ότι χθες το βράδυ δεν μιλούσε μόνο το ουίσκι. Απλώς έβγαλε στην επιφάνεια σκέψεις που, εδώ και καιρό, κάνω και νηφάλιος. Ο ορκισμένος εργένης αναρωτιέται πόσο ακόμη θα μένει πιστός στον όρκο. Εξάλλου κι οι άλλοι ορκισμένοι ήταν και τώρα ο ένας αρραβωνιάζεται, ο άλλος μόλις παντρεύτηκε κι ο άλλος έχει ήδη παιδί. Στο τέλος θα μείνω μόνος. Δεν θα έχω παρέα να βγω. Εννοείται ότι δεν θα βγαίνω μαζί τους αν πρόκειται να κουβαλάνε μαζί γυναίκες και κουτσούβελα. Είναι όμως αυτός λόγος να διαβώ τον Ρουβίκωνα; Είναι λόγος αυτός για να… –μία γερή αγκωνιά με κάνει να τιναχτώ. Γυρίζω να δω ποιος είναι ο τόσο απρόσεκτος και αντικρίζω ένα θεσπέσιο πρόσωπο, με έναν εντελώς αταίριαστο μορφασμό λύπης, να προσπαθεί να δικαιολογηθεί. Μου ζητά δυο τρεις φορές συγγνώμη ενώ εγώ, μαλακώνοντας απότομα, τη βεβαιώνω ότι δεν έγινε τίποτα.

«Μέχρι να πιω καφέ το πρωί είμαι πολύ απρόσεκτη», συνεχίζει να δικαιολογείται εκείνη.

«Κι εγώ», της απαντώ. «Γι’ αυτό πίνω τον καφέ στο σπίτι, πριν πάω στη δουλειά».

«Πάντως τώρα δεν πάτε στη δουλειά…»

«Πώς το ξέρετε;» ρωτάω κι αναρωτιέμαι τι με πρόδωσε. Η τσιγαρίλα στα ρούχα μου ή το αλκοόλ στην ανάσα μου;

Με μία ανάλαφρη κίνηση περνάει το χέρι της από τον ώμο μου και το πέτο μου και μου παρουσιάζει δύο πέταλα γαρδένιας πιασμένα ανάμεσα στα δάχτυλά της.

«Από λεπτομέρειες», απαντά χαμογελώντας και σκορπά τα πέταλα στον αέρα.

Ο συρμός σταματά. Εκείνη ρίχνει μία ματιά έξω από το τζάμι και μου λέει ξαφνικά:

«Καλή σας μέρα, εδώ κατεβαίνω».

Βγαίνει από το βαγόνι με ένα ανάλαφρο πηδηματάκι, κάνει δύο βήματα, γυρίζει και μου στέλνει ένα τελευταίο χαμόγελο. Αυτό το χαμόγελο είναι σαν να δίνει απάντηση στους προβληματισμούς μου. Ή σαν να τους συντρίβει.

«Κι εγώ εδώ κατεβαίνω», λέω, περισσότερο στον εαυτό μου, και προλαβαίνω την τελευταία στιγμή την πόρτα πριν κλείσει.

 

_

γράφει ο Άγγελος Μανουσόπουλος

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Μάχη Τζουγανάκη

Δηλώνω τυπικά αρχισυντάκτρια της σελίδας. Άτυπα όμως και πιο γνήσια, δηλώνω μέλος μιας όμορφης ομάδας πολύ δεμένης που οι «τίτλοι» του καθενός είναι περιττοί. Δηλώνω επίσης συγγραφέας, ποιήτρια, ερασιτέχνης φωτογράφος, μουσικόφιλή, βιβλιόφιλη, θεατρόφιλη, σινεφίλ και ερωτευμένη με οτιδήποτε ξυπνά τη δημιουργικότητά μου. Τελικά όμως έμαθα… πως το να δηλώνει κανείς τι είναι και τι δεν είναι, είναι ένα μεγάλο παραμύθι, όχι από εκείνα που μου αρέσει να διαβάζω, αλλά από εκείνα που σου θέτουν όρια και σε στριμώχνουν σε καλούπια. Μα εγώ τις λέξεις «όρια» και «καλούπια» τις έχω αφαιρέσει από το λεξιλόγιο της ψυχής μου...

3 Σχόλια

  1. Έλενα Σαλιγκάρα

    Πολύ όμορφο κείμενο! Μέσα από την ιστορία ενός καθημερινού ανθρώπου αντιλαμβανόμαστε κάτι που επικρατεί στις μέρες: τη φοβία για τη δέσμευση. Μου άρεσε πάρα πολύ το τέλος. Σου αφήνει μια υπόνοια πως ίσως τελικά το κορίτσι του συρμού ήταν αυτό που περίμενε… 🙂

    Απάντηση
  2. Σοφία Ντούπη

    Μεγάλη κουβέντα αυτό το «για πάντα», δεν θα έπρεπε να το λένε εύκολα οι άνθρωποι!!! Συμφωνώ απόλυτα μαζί σας… έλα όμως που το λέμε!!! Πολύ όμορφο το κείμενό σας!!! Την καλημέρα μου.

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Εγγραφείτε στο newsletter

Ακολουθήστε μας!

Ακόλουθοι

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Έλληνες εκδότες

Έλληνες εκδότες

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!