Μια ζωή με τη Ζωή;

21.02.2016

underground

Ζαρωμένος στο παγκάκι περιμένω τον ηλεκτρικό. Κοντεύει εξίμιση. Η πρωινή ψύχρα προσπαθεί να νικήσει τη μέθη. Το μυαλό μου, σαν τον ουρανό που χάνει τη μαυρίλα του, σιγά-σιγά συνέρχεται από τη ζάλη. Προσπαθώ να ξαναφέρω στη μνήμη μου όσα είπα στη Ζωή πριν από λίγες ώρες. Θυμάμαι ότι έκανα την κατηγορηματική δήλωση πως θέλω να αλλάξω ζωή, να… –ποια λέξη χρησιμοποίησα;– να συμμαζευτώ; να αράξω; Ελπίζω μόνο να μην είπα «να νοικοκυρευτώ», υποτίθεται ότι το σιχαίνομαι αυτό το ρήμα.

Πάντα το έλεγα ότι θα με καταστρέψει το ουίσκι. Τουλάχιστον είμαι σίγουρος ότι δεν θα επαναληφθεί εκείνο το ρεζιλίκι με την Θάλεια, με εκείνη την ανεκδιήγητη πρόταση γάμου, που την άλλη μέρα ξεμέθυστος έτρεχα να μαζέψω. Σίγουρα αυτή τη φορά δεν έκανα πρόταση γάμου. Θυμάμαι ότι έκανα κάποια δήλωση με την οποία τόνιζα τη σοβαρότητα του δεσμού μας. Πολύ φοβάμαι ότι χρησιμοποίησα την τρομερή έκφραση: «για πάντα». Μεγάλη κουβέντα αυτό το «για πάντα», δεν θα έπρεπε να το λένε εύκολα οι άνθρωποι. Κι αυτοί που χάνουν τις αναστολές τους με λίγο ουίσκι θα έπρεπε καλύτερα να κόψουν το ποτό. Μήπως πρότεινα συμβίωση; Όχι, τώρα θυμάμαι! Της είπα ότι σε αντίθεση με όλες τις μέχρι τώρα σχέσεις μου αυτή θέλω να κρατήσει. Για πολύ. Ίσως για πάντα. Ναι, αυτό είπα.

Ευτυχώς η Ζωή είναι προσγειωμένη κοπέλα. Η Ζωή δεν είναι Θάλεια. Με ξέρει καλύτερα. Με άκουσε προσεκτικά και αφού γέλασε σαρδόνια με χτύπησε κοροϊδευτικά στην πλάτη και είπε:

«Πήγαινε σπίτι σου και κοιμήσου τουλάχιστον οχτώ ώρες. Μετά κάνε ένα κρύο ντους, πιες ένα δυνατό καφέ και αν δεν σου έχει περάσει τηλεφώνησέ μου να το συζητήσουμε».

Έτσι ακριβώς μου είπε κατά λέξη –αυτά τα θυμάμαι. Είμαι σίγουρος ότι ακόμη κι αν της τα έλεγα νηφάλιος, πάλι θα με έστελνε για κρύο ντους.

Επιτέλους ήρθε ο συρμός. Σηκώνομαι γρήγορα και χώνομαι στο βαγόνι. Μόνο να βρω ελεύθερη θέση να αράξω και δεν πρόκειται να σηκωθώ, όσες γριούλες ή ετοιμόγεννες κι αν μαζευτούν πάνω από το κεφάλι μου. Δυστυχώς όλες οι θέσεις είναι κατειλημμένες κι αναγκάζομαι να κρατηθώ από το στύλο –δηλαδή σχεδόν να τον αγκαλιάσω για να μείνω όρθιος.

Τι άλλο έγινε χθες βράδυ; Θυμάμαι ότι η Ζωή έκανε πάλι τα αγαπημένα της λογοπαίγνια με το όνομά της:

«Μια ζωή με τη Ζωή; Είσαι σίγουρος;»

Αυτό που με προβληματίζει είναι ότι χθες το βράδυ δεν μιλούσε μόνο το ουίσκι. Απλώς έβγαλε στην επιφάνεια σκέψεις που, εδώ και καιρό, κάνω και νηφάλιος. Ο ορκισμένος εργένης αναρωτιέται πόσο ακόμη θα μένει πιστός στον όρκο. Εξάλλου κι οι άλλοι ορκισμένοι ήταν και τώρα ο ένας αρραβωνιάζεται, ο άλλος μόλις παντρεύτηκε κι ο άλλος έχει ήδη παιδί. Στο τέλος θα μείνω μόνος. Δεν θα έχω παρέα να βγω. Εννοείται ότι δεν θα βγαίνω μαζί τους αν πρόκειται να κουβαλάνε μαζί γυναίκες και κουτσούβελα. Είναι όμως αυτός λόγος να διαβώ τον Ρουβίκωνα; Είναι λόγος αυτός για να… –μία γερή αγκωνιά με κάνει να τιναχτώ. Γυρίζω να δω ποιος είναι ο τόσο απρόσεκτος και αντικρίζω ένα θεσπέσιο πρόσωπο, με έναν εντελώς αταίριαστο μορφασμό λύπης, να προσπαθεί να δικαιολογηθεί. Μου ζητά δυο τρεις φορές συγγνώμη ενώ εγώ, μαλακώνοντας απότομα, τη βεβαιώνω ότι δεν έγινε τίποτα.

«Μέχρι να πιω καφέ το πρωί είμαι πολύ απρόσεκτη», συνεχίζει να δικαιολογείται εκείνη.

«Κι εγώ», της απαντώ. «Γι’ αυτό πίνω τον καφέ στο σπίτι, πριν πάω στη δουλειά».

«Πάντως τώρα δεν πάτε στη δουλειά…»

«Πώς το ξέρετε;» ρωτάω κι αναρωτιέμαι τι με πρόδωσε. Η τσιγαρίλα στα ρούχα μου ή το αλκοόλ στην ανάσα μου;

Με μία ανάλαφρη κίνηση περνάει το χέρι της από τον ώμο μου και το πέτο μου και μου παρουσιάζει δύο πέταλα γαρδένιας πιασμένα ανάμεσα στα δάχτυλά της.

«Από λεπτομέρειες», απαντά χαμογελώντας και σκορπά τα πέταλα στον αέρα.

Ο συρμός σταματά. Εκείνη ρίχνει μία ματιά έξω από το τζάμι και μου λέει ξαφνικά:

«Καλή σας μέρα, εδώ κατεβαίνω».

Βγαίνει από το βαγόνι με ένα ανάλαφρο πηδηματάκι, κάνει δύο βήματα, γυρίζει και μου στέλνει ένα τελευταίο χαμόγελο. Αυτό το χαμόγελο είναι σαν να δίνει απάντηση στους προβληματισμούς μου. Ή σαν να τους συντρίβει.

«Κι εγώ εδώ κατεβαίνω», λέω, περισσότερο στον εαυτό μου, και προλαβαίνω την τελευταία στιγμή την πόρτα πριν κλείσει.

 

_

γράφει ο Άγγελος Μανουσόπουλος

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Ακολουθήστε μας

Η ορθογραφία του σταχυού

Η ορθογραφία του σταχυού

Το σχολείο μας πάταγε στα πέλαγα. Ούτε γαλότσες, ούτε τίποτα: οι τοίχοι του βουλιάζαν αξυπόλυτοι στις άμμους των βυθών, κι εκεί δανά γλυκόβραζαν μέρα-νύχτα μέσα στ’ αλατοζούμι1 του Ιονίου. Χτισμένο ίσα-ίσα πάνω στα ριζά μιας πλαγιάς μούχλικης2, πέτσινης και καμένης,...

Περιστέρια

Περιστέρια

Όταν πιάνω να γράψω κάτι τις, το κύριο μέλημά μου είναι, αυτό το κάτι τις να μην είναι δυσάρεστο και γεμάτο μουρτζούφλα. Δεν το αντέχω αυτό το εμπόριο της θανατολατρείας και της απονιάς. Τα ξέρουμε όλα αυτά. Τα ζούμε στο πετσί μας επί καθημερινής βάσης και δεν είναι...

Σχέδια εξόντωσης

Σχέδια εξόντωσης

Τον κοίταξε βαθιά στα μάτια του τα μελιά και εκείνο που διέκρινε, πραγματικά την κατατρόμαξε. Αυτός από τη μεριά του, κατέβαλε προσπάθειες να κρύψει τις μύχιες σκέψεις και σχέδια που έκανε όχι επί χάρτου, αλλά κατ’ ευθείαν στο δόξα πατρί. Είναι πράγματι αλήθεια αυτό...

Ο τελευταίος Νουρέγιεφ της χρονιάς

Ο τελευταίος Νουρέγιεφ της χρονιάς

Θα ‘τανε τώρα μια δεκαριά μέρες, που οι αέρηδες δεν είχανε βάλει γλώσσα μέσα. Σκλήριζαν1, ετσακώνουνταν, στενάζανε, σφυρίζανε, παίζανε και τα πνευστά τους: και δώστου φλογέρα η Τραμουντάνα, και δώστου φυσαρμόνικα η Όστρια, ο Λεβάντες το σαξόφωνο κι ο Πουνέντες το...

Τα Χριστούγεννα της Ασφοδελιανής

Τα Χριστούγεννα της Ασφοδελιανής

-Και πες ότι τα πλάθω σαν καμπάνες ή σα σύννεφα ή σαν αστέρια. Πειράζει; -Πειράζει. Γιατί θα βγούνε παντόφλες, θα μείνουν άψητα και -μετά που θα τα τρως- μάντεψε ποιο κοριτσάκι θα γκρινιάζει ότι το πόνεσε η κοιλιά του. -Εγώ δεν είπα για παντόφλες. Κι αν, αντί για...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Ακολουθήστε μας στο Google News

Διαβάστε κι αυτά

Τα Χριστούγεννα της Ασφοδελιανής

Τα Χριστούγεννα της Ασφοδελιανής

-Και πες ότι τα πλάθω σαν καμπάνες ή σα σύννεφα ή σαν αστέρια. Πειράζει; -Πειράζει. Γιατί θα βγούνε παντόφλες, θα μείνουν άψητα και -μετά που θα τα τρως- μάντεψε ποιο κοριτσάκι θα γκρινιάζει ότι το πόνεσε η κοιλιά του. -Εγώ δεν είπα για παντόφλες. Κι αν, αντί για...

Τα πεντόβολα

Τα πεντόβολα

Τρεις μικροί φίλοι, ο Κωστής, ο Μανολιός και ο Γιωργής, ήταν αφοσιωμένοι εδώ και ώρα στο παιχνίδι τους, πού έλκυε την καταγωγή του από τα παλιά, στο πολύ βαθύ του χρόνου, εκείνον τον αρχαίο χρόνο και καθώς όλα έδειχναν, δεν θα είχε και πολλή ζωή πια. Ε, νισάφι πια,...

Καλό Παράδεισο

Καλό Παράδεισο

Ευθύς εξ αρχής το ξεκαθαρίζω, προς αποφυγήν παρερμηνειών: Δεν πιστεύω στα όνειρα σαν πηγή προφητείας των μελλούμενων. Μετ’ εμφάσεως έχω κατά καιρούς υποστηρίξει ότι τα όνειρα δεν είναι άλλο από ένα αποκύημα τού υποσυνειδήτου και εμείς οι σκηνοθέτες του, ακούσιοι μεν...

3 σχόλια

3 Σχόλια

  1. Έλενα Σαλιγκάρα

    Πολύ όμορφο κείμενο! Μέσα από την ιστορία ενός καθημερινού ανθρώπου αντιλαμβανόμαστε κάτι που επικρατεί στις μέρες: τη φοβία για τη δέσμευση. Μου άρεσε πάρα πολύ το τέλος. Σου αφήνει μια υπόνοια πως ίσως τελικά το κορίτσι του συρμού ήταν αυτό που περίμενε… 🙂

    Απάντηση
  2. Σοφία Ντούπη

    Μεγάλη κουβέντα αυτό το «για πάντα», δεν θα έπρεπε να το λένε εύκολα οι άνθρωποι!!! Συμφωνώ απόλυτα μαζί σας… έλα όμως που το λέμε!!! Πολύ όμορφο το κείμενό σας!!! Την καλημέρα μου.

    Απάντηση
  3. Άγγελος Μανουσόπουλος

    Έλενα και Σοφία, σας ευχαριστώ για το σχόλιό σας.

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου