Στάχτη που αναπολεί τη ζεστασιά
δίπλα στο κούτσουρο
τα απομεινάρια της κοιτώ
και οι αναμνήσεις
έρχονται καταπάνω μου
σαν κοφτερά σπαθιά
για να μου σκίσουν το μυαλό.
Το παραπέτασμα τότε
κι εγώ απομακρύνω
αποφασίζω πια να δω.
Και βλέπω τις σκιές των περασμένων
μορφή τεράτων πως έχουν αποκτήσει
και είναι λαμπαδιασμένη
σαν τη φωτιά η κραυγή τους
στους τοίχους μοιρολόι έχουν σκορπίσει.
Και βλέπω τα φαντάσματα
απ΄τα κομμένα ρόδα
το ξεραμένο αίμα τους
να μου προσφέρουν
δώρο και ανταμοιβή.
Πως το λησμόνησα εγώ
ότι κρατούσα το μαχαίρι;
Πως το λησμόνησα έτσι γρήγορα
το χέρι το δικό μου ήτανε
που έφερε τη σφαγή.
Και βλέπω τις σκιές
που όλο και πυκνώνουν
με του θανάτου τη μορφή
έρχονται και ανταμώνουν.
Κόκκινα ρόδα ήτανε
και στόλιζαν περίτεχνα τον κήπο.
μια στάλα αίμα κατακόκκινο
απ΄της καρδιάς τον τελευταίο χτύπο.

 

_

γράφει η Άννα Ρουμελιώτη

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!