"Θυμάστε, κύριε, τα μπισκότα με το λουκούμι που μας κερνούσατε στη γιορτή σας;"

Ο ενενηντάχρονος γερο δάσκαλος κοίταξε την παλιά του μαθήτρια με βλέμμα απορημένο. Η μνήμη του προφανώς δεν τον βοηθούσε. Η Ιλαρία Τ., έχοντας στεγνώσει τα δάκρυα τής έντονης συγκίνησης που της προξένησε η συνάντησή της με τον “κύριο” πενήντα χρόνια μετά την αποφοίτησή της από την έκτη τάξη του Δημοτικού σχολείου, χαμογέλασε κι άρχισε την αναπόληση.

“Αχ κύριε... τι όμορφα χρόνια... και πόσο μας νοιαζόσασταν, όλα τα παιδιά! Όχι μόνο να μας μάθετε γράμματα (που, αν γίναμε κάτι στη ζωή μας, σε σας το χρωστάμε) αλλά να μας μάθετε να γίνουμε άνθρωποι! Και να γλυκαίνετε τους δύσκολους καιρούς που ζούσαμε και με τον καλό σας τον λόγο και με τα λουκούμια!”

Ο δάσκαλος την κοίταξε συγκινημένος – αλλά δεν είπε τίποτε, δεν θέλησε να διακόψει το νοσταλγικό ταξίδι της.

“Τότε είχαμε διαγωνίσματα δυο φορές το χρόνο, Φεβρουάριο και Ιούνιο – θυμάστε; Και πόση αγωνία είχαμε... Θα γράψουμε; Δεν θα γράψουμε; Θα πάμε στην άλλη τάξη; Θα πάρουμε απολυτήριο; Για μας τα γράμματα και οι σπουδές ήταν μονόδρομος, όνειρο... Το εισιτήριο για μια καλύτερη ζωή - σε μια Ελλάδα που μόλις πριν λίγα χρόνια είχε βγει από την φωτιά του εμφύλιου...

”Ωστόσο τα διαγωνίσματα του Φεβρουαρίου, παρά την αγωνία τους, είχαν πάντα μια γλυκιά γεύση! Κι αυτό γιατί την 1η Φεβρουαρίου είναι η γιορτή σας! Και μαζί με τα θέματα της αριθμητικής, της ιστορίας ή της φυσικής, φέρνατε πάντα μαζί σας και το κέρασμα – τα λουκούμια και τα μπισκότα! Και μας τα φτιάχνατε σάντουιτς, θυμάστε; Ένα μπισκότο κάτω, το λουκούμι ανάμεσα κι ένα μπισκότο από πάνω! Και κάθε παιδί (ήμασταν και πολλά, ζωή νάχουμε!) έπαιρνε τον γλυκό του μποναμά καθώς σας παρέδιδε την κόλλα!”

Κοίταξε τα γέρικα, βουρκωμένα τώρα, μάτια του “κυρίου” της και του χάιδεψε με αγάπη το χέρι.

“Και ξέρετε κάτι, κύριε; Όταν συναντηθήκαμε όλη η τάξη να γιορτάσουμε τα 35 χρόνια από την αποφοίτηση εκεί, στο ίδιο το σχολειό μας, εγώ κι άλλες δυο παλιές συμμαθήτριες κανονίσαμε και πήγαμε με λουκούμια και μπισκότα! Και ξανακάναμε το δικό σας κέρασμα... και όλο για σας μιλούσαμε, κύριε... και κλαίγαμε και γελούσαμε μαζί... Αχ κύριε πόσο πολύ σας αγαπούσαμε και σας σεβόμασταν – κι ακόμα σας αγαπάμε, πάντα έχουμε τον καλό σας τον λόγο κάθε που συναντιόμαστε...”

Τον αγκάλιασε, έκλαιγαν κι οι δυο τώρα... κι εγώ, το ίδιο συγκινημένη, παρακολουθούσα την σκηνή ανάμεσα στην Ιλαρία και στον παλιό της δάσκαλο, τον “κύριο” (όπως τον προσφωνούσε σε όλη τη διάρκεια της συζήτησης) – τον πατέρα μου!

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!