τοβιβλίο.net

Select Page

Μπλε γραμμή, της Βάσως Κώστογλου

Μπλε γραμμή, της Βάσως Κώστογλου

Είχε ψηλό παράστημα, με αδύνατα άκρα και μακριά, λεπτά δάχτυλα. Τα μαλλιά του καστανόξανθα, σπαστά, που δεν άργησαν να γκριζάρουν και να αραιώσουν πάνω από το μέτωπο. Τα μάτια κάπου ανάμεσα στο πράσινο και το γκρι, κρυμμένα κάτω από δασιά, σγουρά φρύδια. Ένα λεπτό, ανεπαίσθητο μουστάκι ακριβώς στη γραμμή του πάνω χείλους. Παλάμες ροζιασμένες, χέρια ως τη μέση του βραχίονα, πρόσωπο και λαιμός ροδοψημένα, χειμώνα – καλοκαίρι, από τον ήλιο και την θαλασσινή αλμύρα. Σοβαρός και απρόσιτος, λιγομίλητος προς το αμίλητος περισσότερο, με μια περισυλλογή στο βλέμμα και με την αίγλη του αυστηρού να τον περιβάλλει.

Δεν ξέρω αν η σχέση του με τη θάλασσα ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά. Σίγουρα πάντως ήταν μια μεγάλη αγάπη, που της έμεινε πιστός ως το τέλος της ζωής του. Γιος ψαρά, είχε χνωτιστεί μαζί της από μικρό παιδί. Πλούσια κυρία, ντυμένη στο βαθύ μπλε, σαγηνευτική και πλανεύτρα, απρόβλεπτη όμως και ανά πάσα στιγμή σκληρή και δύστροπη. Πολλοί επίδοξοι εραστές αποφάσιζαν να φλερτάρουν τα κάλλη της. Εκείνη όμως αυστηρή, απαιτούσε από τους μνηστήρες της, πειθαρχεία και απόλυτο σεβασμό.

Τα καλοκαίρια, κάποιες φορές μ’ έπαιρνε μαζί του στη βάρκα, να τον ψευτοβοηθάω. Μ’ έβαζε στο τιμόνι, μου έδειχνε κάποιο σημάδι στον ορίζοντα και μου έλεγε:

-Βάλε την πλώρη μας εκεί πάνω και κράτα σταθερή πορεία, μέχρι να σου πω.

Εκείνος εντωμεταξύ, έριχνε ή μάζευε τα δίχτυα, ξεψάριζε, έβαζε τα ψάρια στον πάγο, ξέπλενε τη βάρκα με θαλασσινό νερό , είχε το νου του και σε μένα και μου πετούσε καμιά οδηγία κάπου κάπου.

Καθόμουν λοιπόν στο τιμόνι της βάρκας και καμωνόμουν την καπετάνισσα. Η καπετάνισσα του γλυκού νερού… Τις φορές που τύχαινε η θάλασσα να είναι ψιλοανταριασμένη, έκανα την πορεία της βάρκας να μοιάζει μ’ αυτή του μεθυσμένου, που προχωρά νύχτα, σε σκοτεινό σοκάκι γεμάτο λακκούβες. Το τιμόνι βαρύ, με παρέσερνε μια αριστερά, μια δεξιά. Όταν μ’ έβλεπε λοιπόν να βολοδέρνω να ισορροπήσω ανάμεσα στο πάνω – κάτω και στο πέρα – δώθε, έρχονταν πίσω στην πρύμνη και κάτω από το λεπτό μουστάκι του, χάραζε ένα αμυδρό χαμόγελο. Άδραχνε τότε το τιμόνι και με επιδέξιες και στιβαρές κινήσεις δάμαζε τα κύματα. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε πως ο καλός ο καπετάνιος στην φουρτούνα φαίνεται.

Η αλήθεια είναι πως ψαροσύνη δεν σου εξασφαλίζει ένα σταθερό εισόδημα. Από την άλλη βέβαια ποτέ δεν μας άφησε νηστικούς. Πάντα υπήρχαν δυο ψάρια να τα ρίξεις στο τηγάνι ή την κατσαρόλα και δεν ήταν λίγες οι φορές που στο τραπέζι μας είχαμε εκλεκτά θαλασσινά εδέσματα, που άλλοι για να τα έχουν, έπρεπε να τα χρυσοπληρώσουν. Η κάθε μέρα του βέβαια, ήταν μια αναμέτρηση με τα στοιχεία της φύσης, με μόνα του εφόδια, τη σκληρή δουλειά, την πείρα που είχε αποκτήσει με τα χρόνια και την ελπίδα για καλή τύχη. Έριχνε τα δίχτυα του εκεί που ψυχανεμίζονταν πως την συγκεκριμένη στιγμή μπορεί να βρίσκονται τα ψάρια και περίμενε ως την επόμενη μέρα που θα τα σηκώσει, για να δει τι έπιασαν.

[…]

 

γράφει η Βάσω Κώστογλου

Επιμέλεια κειμένου

1 σχόλιο

  1. Μάχη Τζουγανάκη

    Πολύ όμορφα γραμμένο το κείμενό σας και τρυφερό το δίδαγμα της καρδιάς…Τα όρια της καρδιάς είναι τα πιο σεβαστά …καμιά φορά τα συγχέουμε με τα όρια του νου…κι εκεί αρχίζει το μπέρδεμα…

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Έρευνα

Ημερολόγιο 2019

Εγγραφείτε στο newsletter

Ενημέρωση μόνο για λογοτεχνικούς διαγωνισμούς

Οδηγός ιστοσελίδας

Αθήνα Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος